1. Πρόλογος

ΒΙΒΛΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ: ΑΔΙΑΒΛΗΤΑ ΑΣΤΕΡΙΑ

A- A A+

Τόσο τὸ προκείμενο δεύτερο βιβλίο (Ἀδιάβλητα Ἀστέρια), ὅσο καὶ τὸ προηγούμενο (Ἄφθαρτα) εἶναι βιβλία ποὺ γράφτηκαν γιὰ τὸν σημερινὸ ἄνθρωπο ποὺ κατοικεῖ στὸν τόπο ὅπου ζοῦμε καὶ δέχεται τὰ μηνύματα καὶ τὶς ἐμπειρίες τοῦ δικοῦ μας πολιτισμοῦ, τῆς δικῆς μας θρησκείας. Μὲ «δικό μας» καὶ «δική μας», ἁπλῶς ἐννοῶ ὅπως τὰ ἔχουμε δημιουργήσει ἐμεῖς σὲ αὐτὸν τὸν χῶρο. Καὶ τὰ δύο βιβλία περιέχουν μιὰ ἔκφραση τῆς ἀρχαίας σοφίας, ἀλήθειες, δηλαδή, ποὺ ἔχουν εἰπωθεῖ ἐδῶ καὶ χιλιάδες χρόνια, σὲ διάφορα σημεῖα τοῦ πλανήτη μας. Ἡ δική μου συμβολὴ εἶναι νὰ δώσω τὰ μηνύματα αὐτὰ –τὰ ἴδια μηνύματα– μὲ τὴ δική μου κατανόηση, ποὺ πιστεύω ὅτι ἀνταποκρίνεται στὸν σύγχρονο καθημερινὸ ἄνθρωπο, μὲ τὸν ὁποῖο βιώνουμε τὶς ἴδιες καταστάσεις, ἔχουμε τοὺς ἴδιους φόβους καὶ τὶς ἴδιες ἐλπίδες.

Τὰ μηνύματα τῶν βιβλίων αὐτῶν μοιάζουν μὲ τὰ κοσμήματα, τὰ παλιὰ ἀκριβὰ κοσμήματα ὅλων τῶν ἐποχῶν, κοσμήματα εἴτε ἀπὸ τὴ μινωικὴ Κρήτη εἴτε ἀπὸ τὶς χρυσὲς Μυκῆνες εἴτε ἀπὸ τὸ Βυζάντιο εἴτε ἀπὸ ὁπουδήποτε ἀλλοῦ.

Καὶ ὅπως τὰ παλιὰ αὐτὰ κοσμήματα, ὅσο ὡραῖα, ὅσο ἀκριβὰ καὶ ἂν εἶναι δὲν μποροῦν νὰ φορεθοῦν χωρὶς μιὰ κάποια ἐπεξεργασία, ἔτσι καὶ τὰ μαργαριτάρια τῆς Θεϊκῆς Σοφίας τῶν αἰώνων θέλουν καὶ αὐτὰ τὴν ἐπεξεργασία τους, καὶ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ἐργασία κάνω σὲ αὐτὰ τὰ βιβλία.

Τὰ ψήγματα τῆς ἀρχαίας σοφίας ὑπῆρχαν ἀπὸ τότε ποὺ ὑπῆρξε καὶ ὁ ἄνθρωπος, ὁ σκεπτόμενος ἄνθρωπος. Ὁ Ἕνας καὶ Μοναδικὸς Θεὸς κάλυπτε καὶ καλύπτει ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα καὶ πρὶν173 καὶ μετὰ τὴ σάρκωσή Του. Ἡ πνευματικὴ ἀνταύγεια τῆς Μεγάλης Πραγματικότητας καθοδηγοῦσε τὸν ἄνθρωπο σὲ ὅλες τὶς ἐποχές. Μέσω τῶν Προφητῶν, μέσω τῶν φιλοσόφων174 τῆς ὑφῆς τοῦ Πυθαγόρα, τοῦ Ἠράκλειτου, τοῦ Σωκράτη, τοῦ Πλάτωνα,175 τοῦ Πλούταρχου κ.λπ., μέσω τῶν ποιητῶν τοῦ ὕψους τοῦ Ὁμήρου, τοῦ Σιμωνίδη, τοῦ Πίνδαρου, τοῦ Αἰσχύλου, τοῦ Σοφοκλῆ, τοῦ Εὐριπίδη, τοῦ Σαίξπηρ κ.λπ., ἡ ἀνθρωπότητα διδάχτηκε τὴ φρόνηση, τὴ σωφροσύνη, τὴν ἀνδρεία καὶ τὴ δικαιοσύνη καί, γενικά, κάθε ἀρετή. Διδάχτηκε τὸ εὐγενικὸ συναίσθημα, τὴν εὐγένεια τῆς ψυχῆς, τὴν εὐσέβεια, τὴ βαθύτατη πίστη καὶ ὅλες, γενικά, τὶς ἠθικὲς καὶ πνευματικὲς ἀξίες ποὺ ἔδωσαν τὴ δυνατότητα στὸν ἄνθρωπο νὰ ἀναπτυχθεῖ καὶ νὰ ἀναπτύσσεται συνεχῶς ὄχι μόνο τεχνολογικά, ἀλλὰ κυρίως ἠθικὰ καὶ πνευματικά.

Ἡ ἔλευση, ἡ σάρκωση τοῦ Λόγου δὲν ἦρθε γιὰ νὰ ἀναιρέσει τίποτε ἀπὸ ὅλα αὐτά, ἦρθε νὰ συμπληρώσει, ὅταν τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου ἐπέβαλε αὐτὴν τὴ συμπλήρωση. Ἦρθε νὰ φωτίσει, νὰ ἐνδυναμώσει, νὰ δώσει δύναμη καὶ ἐλπίδα στὸν καθένα μας γιὰ νὰ μπορέσει ἀπρόσκοπτα νὰ συνεχίσει τὴν ἀνοδικὴ πορεία του.

Οἱ Γραφές, στὶς ὁποῖες κυρίως στηρίζεται κάθε ἔκφραση τοῦ βιβλίου τούτου, εἶναι ἁπλῶς τὸ αὐθεντικό, ἄνωθεν δοσμένο κείμενο, ποὺ περιέχει συμπυκνωμένη ὅλη τὴν ἀρχαία σοφία, τὴ Θεϊκὴ Σοφία, σοφία ποὺ μπορεῖ καὶ πρέπει νὰ ἀποτελέσει τὸν ἀσφαλὴ ὁδηγὸ τοῦ κάθε ἀνθρώπου γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῶν εὐχερῶν καὶ δυσχερῶν συνθηκῶν τῆς ζωῆς του.

Ἐμεῖς, ἀπὸ τὴν πλευρά μας, ἐκθέτουμε –σύμφωνα μὲ τὶς δυνάμεις μας– ἐκεῖνα ποὺ μποροῦν νὰ συντελέσουν στὴν πνευματικὴ πρόοδο τοῦ ἀνθρώπου, στὴν ἀνάκτηση τοῦ χαμένου ἐδάφους, μὲ τὴ σφοδρὴ ἐπιθυμία αὐτὴ ἡ ἐμβάθυνση καὶ ἐπέκταση τῆς ἀρχαίας σοφίας νὰ τύχει μιᾶς εὐρύτερης διάδοσης καὶ σωστῆς κατανόησης ἀπὸ ὅσο γίνεται περισσότερους ἀνθρώπους.

 


173 «Ὁ ἀπολογητὴς τοῦ δευτέρου αἰώνα, Ἰουστῖνος ὁ φιλόσοφος καὶ μάρτυρας, μίλησε γιὰ τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ ὡς “σπερματικὸ λόγο” προϋπάρχοντα πάντοτε καὶ προϋπάρξαντα, καὶ πρὶν ἀκόμη ἀπὸ τὸν ἱστορικὸ Ἰησοῦ! Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἐμφυτευμένος ὡς σπερματικὸς λόγος στὸν νοῦ φιλοσόφων τοῦ παρελθόντος προετοίμασε τὴν ὁδὸ τῆς πλήρους ἀναγνώρισης καὶ γνώσης τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Σαχᾶς, Δανιήλ, Σπέρμα Ἀβραάμ, ὅ.π., «Οἱ “ἱδρυτές”», σ. 620). [Σ.τ.Ε.]

174 Τὸν Χριστὸν πρωτότοκον τοῦ Θεοῦ ἐδιδάχθημεν καὶ προεμηνύσαμεν λόγον ὄντα, οὗ πᾶν γένος ἀνθρώπων μετέσχε· καὶ οἱ μετὰ λόγου βιώσαντες Χριστιανοί εἰσι, κἂν ἄθεοι ἐνομίσθησαν, οἷον ἐν Ἕλλησι μὲν Σωκράτης καὶ Ἡράκλειτος καὶ οἱ ὅμοιοι αὐτοῖς· ἐν βαρβάροις δὲ Ἀβραὰμ […] καὶ Ἠλίας, καὶ ἄλλοι πολλοί […] (Ἰουστίνου, Ἀπολογία Πρώτη Ὑπὲρ Χριστιανῶν, στὸ Ἑλληνικὴ Πατρολογία, ἐπιμ. J.-P. Migne, τόμ. 6, Ἀθήνα: Κέντρο Πατερικῶν Ἐκδόσεων, 2001, σ. 397:46). [Σ.τ.Ε.]

175 Οὐχ ὅτι ἀλλότριά ἐστι τὰ Πλάτωνος διδάγματα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλ’ ὅτι οὐκ ἔστι πάντῃ ὅμοια, ὥσπερ οὐδὲ τὰ τῶν ἄλλων, Στωϊκῶν τε, καὶ ποιητῶν, καὶ συγγραφέων· ἕκαστος γάρ τις ἀπὸ μέρους τοῦ σπερματικοῦ θείου Λόγου τὸ συγγενὲς ὁρῶν, καλῶς ἐφθέγξατο (Ἰουστίνου, Ἀπολογία Δευτέρα Ὑπὲρ Χριστιανῶν, στὸ Ἑλληνικὴ Πατρολογία, ὅ.π., σ. 465:13), δηλαδὴ «Τὰ διδάγματα τοῦ Πλάτωνα δὲν εἶναι ξένα πρὸς τὰ διδάγματα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ καθ’ ὅλα ὅμοια […]». [Σ.τ.Ε.]

ΚΕΦΑΛΑΙΑ