03α.06 | Συμπαντική Ενότητα – Βιβλία Αλήθειας – Truth Legacy Books

6. Συμπαντικὴ Ἑνότητα

ΒΙΒΛΙΟ ΤΡΙΤΟ: ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΒΙΒΛΙΟ – Μηνύματα Ἀγάπης
MΕΡΟΣ Α’

A- A A+

Ἡ ἀνθρώπινη οὐσία, ἢ ψυχή, οὐσιαστικὰ ἀποτελεῖ τὴ γέφυρα τῆς σύζευξης τοῦ πνεύματος καὶ τῆς ὕλης, τὸ μέσο διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Δημιουργὸς σχετίζεται μὲ τὴ Δημιουργία Του ἐδῶ στὴ Γῆ.

Ὁ ἄνθρωπος ἀποτελεῖ συνδετικὴ ἀρχὴ τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ὑπόλοιπης δημιουργίας, διότι σὲ αὐτὸν πραγματοποιεῖται ἡ ἕνωση τῶν κτιστῶν κοσμικῶν ἐνεργειῶν μὲ τὸν Ἄκτιστο. (Σωφρόνιος Σαχάρωφ)331

Ἡ οὐσία ὅλων τῶν μορφῶν, φυσικὰ καὶ τῆς ἀνθρώπινης, ἐκφράζονται στὸ γήινο ἐπίπεδο γιὰ ἕναν μόνο σκοπό: νὰ ἀποτελέσουν τὸν διαμεσολαβητὴ μεταξὺ Πνεύματος καὶ Ὕλης, τῶν δύο αὐτῶν ὄψεων τῆς Θεότητας. Οἱ δύο αὐτὲς ὄψεις προσεγγίζονται μέσω τῆς ψυχῆς καὶ πραγματοποιοῦν μιὰ στενὴ ἐπικοινωνία, ἐπιδρώντας ἀναγκαστικὰ ἡ μία πάνω στὴν ἄλλη. Ἡ ὕλη ἐνεργοποιεῖται μὲ τὴν ἐπαφή της μὲ τὸ πνεῦμα. Ἡ προσέγγιση αὐτῶν τῶν δύο Θείων ὄψεων ἔχει σὰν ἀποτέλεσμα τὴν ἐμφάνιση μιᾶς τρίτης ὄψης, αὐτῆς ποὺ ὀνομάζουμε ψυχή. Μέσω τῆς ψυχῆς, τὸ πνεῦμα ἀναπτύσσει μιὰ αἰσθαντικότητα καὶ μιὰ συνειδητὴ ἐπίγνωση καὶ ἱκανότητα ἀνταπόκρισης ποὺ παραμένει μόνιμα κτῆμα του, ὅταν ἐπέλθει ἡ διάζευξη τῶν δύο αὐτῶν ὄψεων.

Ἡ ἀνθρωπότητα ὅλη ἀποτελεῖ ἕνα κέντρο ἐνέργειας μέσα στὸ Ἄπειρο Σύμπαν, μιᾶς ἐνέργειας ποὺ ἔχει τρεῖς ὄψεις: α) τὴν Πνευματικὴ ἐνέργεια, β) τὴν Αἰσθαντικὴ ἐνέργεια, καὶ γ) τὴ Ζωτικὴ ἐνέργεια. Ἡ Πνευματικὴ ἐνέργεια ἐκχύνεται μέσα στὴν ἀνθρωπότητα ἀπὸ τὴν αἰωνιότητα, τὴν περιοχὴ ὅπου δὲν ὑπάρχει χῶρος καὶ χρόνος, τὴν περιοχὴ ποὺ ἐξουσιάζει τὸ Ἀπόλυτο Ὄν. Ἡ Αἰσθαντικὴ ἐνέργεια «δημιουργεῖ» τὴν ἀνθρώπινη ψυχή, ἐμπεριέχει δηλαδὴ τὸ στοιχεῖο τῆς ἐπίγνωσης, τῆς συνείδησης. Εἶναι αὐτὸ ποὺ δημιουργεῖται ἀπὸ τὴ σύζευξη πνεύματος καὶ ὕλης. Ἡ Ζωτικὴ ἐνέργεια εἶναι ἡ ζωτικὴ ἐκείνη δύναμη ποὺ ἐνυπάρχει στὴν ἴδια τὴν ὕλη καὶ στὴν ὁποία ὅλες οἱ μορφὲς εἶναι καταβυθισμένες, καθὼς ἀποτελοῦν λειτουργικὰ μέρη ἑνὸς ΟΛΟΥ. Αὐτὸς ὁ τύπος τῆς ἐνέργειας προέρχεται ἀπὸ τὸν φυσικὸ ἥλιο καὶ ἐργάζεται πάνω στὰ ζωτικὰ σώματα ὅλων τῶν μορφῶν.

Κάθε ἀνθρώπινη ὕπαρξη περικλείει «τὸ θεϊκὸ κύτταρο», καὶ τὸ λάθος εἶναι τοῦ ἀνθρώπου ἂν ἔχει ἀποβάλει αὐτὴν τὴ μνήμη. Ὁ κάθε ἄνθρωπος εἶναι μία ἀπειροελάχιστη αἰσθαντικὴ μονάδα τοῦ ΜΕΓΑΛΟΥ ΟΛΟΥ. Ὁ κάθε ἄνθρωπος ἔχει οἰκειοποιηθεῖ γιὰ δική του χρήση ἕνα μέρος τῆς συμπαντικῆς ἐνέργειας, μέσω τῆς ὁποίας βρίσκεται σὲ ἐπικοινωνία μὲ τὸ σύνολο, ἔχει οἰκειοποιηθεῖ «τὸ ρεῦμα τῆς ζώσης ἐνεργείας». Αὐτὸ τὸ ρεῦμα εἶναι ἡ Ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Εἶναι πραγματικὰ ἐκείνη ἡ ἑλκτικὴ δύναμη ποὺ ὁδηγεῖ τὸν κάθε προσκυνητὴ στὸν Οἶκο τοῦ Πατρός. Εἶναι ἡ δύναμη ἐκείνη ποὺ ἐνυπάρχει μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ κάθε ἀνθρώπου καὶ ἐμψυχώνει ὅλα τὰ κινήματα ποὺ ἔχουν σὰν ἀντικειμενικὸ σκοπό τους τὴν εὐημερία καὶ πρόοδο τοῦ ἀνθρώπου.

Ὁ κάθε ἄνθρωπος ἔχει ἀποκομίσει, μετὰ τὴν πτώση, ἕναν ὁλοκληρωμένο συμπαντικὸ προγραμματισμὸ ποὺ καθορίζει τὴν πορεία καί, στὴ συνέχεια, τὴν ὁλοκλήρωσή του μέσα στὸ Ἀπεριόριστο Ὄν, ποὺ εἶναι πάντοτε σὲ ἑτοιμότητα νὰ μᾶς δεχτεῖ ἀπὸ ἀπέραντη ἀγάπη καὶ εὐσπλαχνία.

Ὁ Θεὸς ἔχει προβλέψει γιὰ αὐτὸ μὲ ἔντονη ἀγάπη γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ἐπιθυμώντας πάντα νὰ ἔχει τὰ ἀνθρώπινα πλάσματα «Ἐν Αὐτῷ», δηλαδὴ στὸν χῶρο ποὺ Ἐκεῖνος ἐξουσιάζει, στὸν χῶρο τῆς Ὑπέρτατης Εὐλογίας, στὸ ΟΛΟ Σύμπαν ποὺ Αὐτὸς θαυμαστὰ δημιούργησε.

Ὁ ἔνθεος Ἀπόστολος Παῦλος ἀπευθυνόμενος στοὺς Ἀθηναίους διακήρυξε αὐτὴν τὴ μεγάλη Ἀλήθεια.

Ὁ Θεὸς ὁ ποιήσας τὸν κόσμον καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτῷ, οὗτος οὐρανοῦ καὶ γῆς Κύριος ὑπάρχων οὐκ ἐν χειροποιήτοις ναοῖς κατοικεῖ, οὐδὲ ὑπὸ χειρῶν ἀνθρώπων θεραπεύεται προσδεόμενός τινος, αὐτὸς διδοὺς πᾶσι ζωὴν καὶ πνοὴν καὶ τὰ πάντα. […] Ἐν Αὐτῷ γὰρ ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμέν. (Πράξεις 17:24-25, 28)

«Ἐν Αὐτῷ ζῶμεν», ζοῦμε δηλαδὴ μέσα στὴν Οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἔχουμε ὅλα τὰ στοιχεῖα τῆς Θείας Οὐσίας, ἔχουμε κύτταρα θεϊκῆς προέλευσης καὶ ὁ βασικὸς πυρήνας μας, ὁ Θεός, ἀποβλέπει στὴν πλήρη ταύτισή Του μὲ τὰ ὄντα ποὺ δημιούργησε. Τὸ Ζῆν εἶναι ἐνέργεια, ἐπιθυμία μέσα στὴ μορφή, συνεκτικότητα καὶ προσκόλληση σὲ μία ἰδέα. «Ἐν Αὐτῷ» ὑπάρχουμε, βιώνουμε, συνυπάρχουμε, συνταυτιζόμαστε μὲ τὴ Θεία Οὐσία. Ὁ ἄνθρωπος ἀδυνατεῖ νὰ ὑπάρξει χωρὶς Αὐτόν, δηλαδὴ χωρὶς τὸν Θεό. «Ἐν Αὐτῷ» ἀποκτοῦμε τὴν ἀντίληψη τῆς Θείας Οὐσίας, «ἐν Αὐτῷ» ἀποκτοῦμε τὴ συνειδητότητα τῆς Ὑπέρτατης Οὐσίας, «ἐν Αὐτῷ» ἀπολαμβάνουμε τὴν οὐράνια γαλήνη, «ἐν Αὐτῷ ζῶμεν», δηλαδὴ ὑπάρχουμε ὡς ἄνθρωποι, ὡς ὕλη καὶ πνεῦμα στὴν αἰωνιότητα. Ἐκτὸς Αὐτοῦ εἴμαστε ἀνύπαρκτοι, κατὰ συνέπεια, «ἐν Αὐτῷ» ἡ Ζωή.

Ἡ ζωὴ ἔχει τὴν ἔννοια τῆς κίνησης, τῆς συνειδητῆς κίνησης, γιατὶ χωρὶς τὴν κίνηση δὲν ὑφίσταται πραγματικὰ ὁ ὅρος «ζωή», γιατὶ ἡ ζωὴ εἶναι κίνηση, ὑπαρκτὴ παρουσία ποὺ κινεῖται ἀέναα ὅπως τὰ ὕδατα τῆς βροχῆς. Στὸν ὅρο «κινούμεθα» ὑπάρχει ἡ ἰδιαίτερη χαρακτηριστικὴ προϋπόθεση τῆς ὑπερβατῆς κίνησης τοῦ γήινου κόσμου.

Τὸ «κινεῖσθαι» δείχνει τὴν ὁλοκλήρωση καὶ ἀνταπόκριση τῆς ζώσης ὀντότητας στὴ συμπαντικὴ δραστηριότητα. Κινοῦμαι σημαίνει προσανατολισμὸς ἐν κινήσει, πάλι μὲ ἐγρήγορση τῶν πνευματικῶν δυνάμεων, πρὸς τὸν οὐσιαστικὸ Πυρήνα ποὺ ἐκπέμπει Φῶς. Ἡ κίνηση αὐτὴ εἶναι προσδιοριστικὴ τῆς τελικῆς κατάληξης, προσδιοριστικὴ τῆς τελικῆς θέσης στὸν χῶρο τοῦ Ὅλου, γιὰ Αὐτὸν καὶ τὸν ἄνθρωπο ποὺ πλέον κινεῖται μὲ τὴν προοπτικὴ συγχώνευσης μὲ τὴ Θεία Οὐσία. Στὸν ὅρο «κίνηση» ἐλάχιστα κοινὰ χαρακτηριστικὰ ὑπάρχουν μὲ τὴ φυσικὴ ἔννοια τῆς λέξης. Ὁ ὅρος «κινούμεθα» σημαίνει τὴν κίνηση, τὴ ροή, τὴ ροπή, τὴν κατάληξη δηλαδὴ τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς σὰν ἕνα κομμάτι τοῦ Ὅλου, ποὺ τείνει νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸ Ὅλο.

«Καὶ ἐσμέν». Τὸ συμπλεκτικὸ «καὶ» ποὺ ἕπεται μὲ ἔμφαση μετὰ τὸ «κινούμεθα» ἔχει ἰδιαίτερη σημασία. Κινούμεθα χωρὶς τὸ «καί», εἶναι μισὴ προσπάθεια, μισὸς ἀγώνας, μισὴ νίκη, μισὴ κατάληξη, χωρὶς οὐσιαστικὸ περιεχόμενο. Εἶναι ἁπλὰ μιὰ πορεία προσέγγισης χωρὶς τὴν πανανθρώπινη συνένωση μὲ τὸ Ἀγαθὸ Ὄν. Ὅταν ἀκολουθεῖ ἡ ἐνέργεια τοῦ ρήματος «ἐσμέν», τότε εἴμαστε, συνυπάρχουμε, ζοῦμε, ὑφιστάμεθα μέσα στὸ Ἕνα καὶ στὸ Ὅλο, ὑπαρκτοὶ σὰν ὄν, σὰν οὐσία μὲ τὴν Οὐσία τοῦ Ὅλου καί, ἐφόσον ἔχουμε φτάσει στὸ σημεῖο τῆς πραγματικῆς πνευματικῆς μας ὕπαρξης, ἔχουμε τὴν τάση νὰ εἴμαστε παρόντες στὸν χῶρο τῆς Οὐσίας – ἄρα ζωντανοί, ὅλοι ἑνωμένοι στὴν ὑπηρεσία Ἐκείνου, στὸν ἀγώνα γιὰ ὅλους, στὴν προσπάθεια τῆς ἀγάπης, στὸν προορισμὸ τῆς Ἀγάπης.

Τὸ «καὶ» εἶναι ἡ ὤθηση ποὺ δίνει τὴ σωστὴ κίνηση, ποὺ προσδιορίζεται ὄχι πλέον σὰν κίνηση, ὅπως τὴν ἐννοοῦμε, ἀλλὰ σὰν στόχος-ὁρόσημο στὸν δρόμο ὅπου ὁδεύει ὁ ἄνθρωπος – ὁ στόχος αὐτὸς εἶναι ἡ Θεία Οὐσία. Δηλαδὴ ἡ ἔννοια τοῦ «ἐν Αὐτῷ κινούμεθα» εἶναι μία: κινούμαστε μέσα Του, περιφερόμαστε σφαιρικὰ μέσα στὸν Θεϊκὸ Πυρήνα, ἕως ὅτου τὸ κύτταρο, ποὺ ἔχει τὴ θεϊκὴ προέλευση, ἑνωθεῖ μὲ τὸν Πυρήνα, κινούμενο ἀνὰ τοὺς αἰῶνες.

«Ἐσμέν»: Εἴμαστε μέσα στὸν Πυρήνα, εἴμαστε πλασμένοι ἀπὸ Ἐκεῖνον, ὑπάρχουμε μέσα Του σὰν ὄντα ὑπαρκτὰ ποὺ πιστεύουν στὴν ἀγάπη τους στὸν Θεὸ καὶ στὸ προσωπικὸ γίγνεσθαι. Ἔχουμε ἀποβάλει τὴν ὕλη πλέον ὅταν εἴμαστε στὸ Ἐσμέν, εἴμαστε μέσα στὴ Θεία Οὐσία, ἔχουμε ἤδη κυριαρχήσει ἐπὶ τοῦ ὑλικοῦ φορτίου, ἔχουμε ἐκμηδενίσει ὅλες τὶς ἐξαρτήσεις καί, προπαντός, ἔχουμε γνώση ὅτι εἴμαστε ἐν Αὐτῷ γιὰ Ἐκεῖνον, γιὰ ἐμᾶς, γιὰ τὸ ἁρμονικὸ γίγνεσθαι τῆς Ὅλης Δύναμης μὲ τὴ δική μας δύναμη, ποὺ πάντα ἔχει ἰδιαίτερη σημασία γιὰ τὴν Ὅλη Θεία Οὐσία.

Ἐὰν ὁ ἄνθρωπος εἶχε κατανοήσει πόσο σημαντικὸ εἶναι τὸ «νὰ ζῶμεν» μέσα στὸν Θεῖο Λόγο, μέσα στὸ Φῶς, μέσα στὴν Ἐλπίδα, θὰ εἶχε κατανοήσει τὴν Ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

Ὅλοι λοιπὸν ζοῦμε «ἐν Αὐτῷ», εἴτε τὸ γνωρίζουμε εἴτε ὄχι, εἴτε τὸ πιστεύουμε εἴτε τὸ ἀμφισβητοῦμε. Ὅλοι ζοῦμε μέσα στὴν ἀπεραντοσύνη τῆς Ἀγάπης Του καὶ ὅλοι μποροῦμε νὰ ἐλπίζουμε στὴν εὐσπλαχνία Του.

Ὅμως αὐτοὶ ποὺ τὸ γνωρίζουν ἀρχίζουν νὰ «κινοῦνται» πρὸς Αὐτόν –νὰ ἐνεργοποιοῦν τὸν δυναμισμό τους καί, βαθμιαῖα, νὰ ἀκολουθοῦν ἐκεῖνα ποὺ προσδιορίζουν τὸν τρόπο ζωῆς γιὰ τὴν ἀπολαβὴ τῶν οὐράνιων ἀγαθῶν–, ἀρχίζουν νὰ ἀνταποκρίνονται στὴ συμπαντικὴ δραστηριότητα.

Ὅσο ὁ ἄνθρωπος προσπαθεῖ νὰ ἐρευνήσει τὴν πορεία του στὴ Γῆ, εἶναι ἕνας ὑποψήφιος τῆς αἰώνιας ζωῆς. Ὅσο ἀδιαφορεῖ, ἔχει ἀποφασίσει γιὰ τὴν τύχη τῆς αἰώνιας ψυχῆς του.

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται κάτω ἀπὸ τὸν ἔλεγχο τῆς ψυχῆς, πραγματοποιεῖται ἡ ἔκλαμψη τοῦ φωτὸς σὲ ὁλόκληρο τὸ σῶμα.

Ὅταν τὸ φῶς τῆς ψυχῆς σμίξει μὲ τὸ φῶς τοῦ ζωικοῦ σώματος, τονώνει τὰ μόρια καὶ τὰ ἄτομα τοῦ φυσικοῦ σώματος σὲ τέτοιο βαθμὸ ποὺ τὸ κάθε μόριο καὶ ἄτομο γίνεται μὲ τὴ σειρά του ἕνα μικροσκοπικὸ ἀκτινοβόλο κέντρο.

Κάθε ἀνθρώπινη ὑπόσταση, ὅπως εἴπαμε, ἔχει οἰκειοποιηθεῖ ἕναν ὁλοκληρωμένο προγραμματισμὸ ποὺ καθορίζει τὴν πορεία της καὶ στὴ συνέχεια τὴν ὁλοκλήρωσή της μέσα στὸ ἀπεριόριστο Ὄν.

Αὐτὸ ἔχει σὰν ἀποτέλεσμα τὴν καθήλωση τοῦ πεπρωμένου τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου μέχρις ὅτου ἔρθει ὁ καιρὸς ποὺ θὰ ἀφυπνιστεῖ, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐκπορεύονται δυνάμεις ἀπὸ τὸ ἴδιο του τὸ σῶμα, δυνάμεις ποὺ θὰ ἰσορροποῦν καὶ θὰ ὠθοῦν τὴν ὕπαρξη πρὸς τὴν πηγή της, τὸ κύτταρο πρὸς τὸν πυρήνα του. Τότε ὁ ἄνθρωπος γίνεται κύριος τῆς κατάστασης καὶ ἀποκτᾶ ἕνα προσωπικὸ πεπρωμένο. Ἤδη ἔχει ἐπιτευχθεῖ τὸ «κινεῖσθαι». Ἀλλὰ ἡ «ἐν Αὐτῷ» ζωὴ καὶ ἡ πρὸς Αὐτὸν κίνηση εἶναι ἁπλῶς ἡ πλεύση, ὁ δρόμος τοῦ ταξιδιοῦ, ὁ σωστὸς βέβαια δρόμος, ὁ δρόμος ποὺ θὰ προσδιορίσει τὴν τελικὴ κατάληξη. Καὶ ἡ τελικὴ κατάληξη εἶναι τὸ «Ἐσμέν». Ἡ κατάληξη, δηλαδή, νὰ ὑπάρξουμε σὰν οὐσία μὲ τὸν Ὑπερούσιο, νὰ ὑπάρξουμε ἑνωμένοι στὸν χῶρο τῆς Οὐσίας, ἑνωμένοι στὸν ἀγώνα γιὰ ὅλους, στὴν προσπάθεια τῆς ἀγάπης.

Ὁ μοχλὸς ποὺ ἀνυψώνει, ὁ ἕλικας ποὺ ἀνεβάζει στοὺς Οὐρανοὺς τὴν ψυχὴ εἶναι ἡ Ἀγάπη, αὐτὴ ἡ ἀγάπη ποὺ ἐκφράζεται ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο στὴν Πρὸς Κορινθίους Α΄ Ἐπιστολή του, ἀλλὰ καὶ στὶς ἄλλες ἐπιστολές του, ὅπως καὶ σὲ τόσο πολλὰ ἐδάφια τοῦ Εὐαγγελίου.

Ὁ Χριστὸς-Θεὸς εἶναι ἄπειρος στὴν παντοδυναμία Του […]. Ὅταν μὲ σιγὴ καὶ ἀπουσία μορφῶν καὶ ἐννοιῶν στεκόμαστε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ πλήρως ἀπογυμνωμένοι σὲ ὅλη μας τὴν ὕπαρξη, τότε διανοίγονται τὰ βάθη τῆς φύσεώς μας καὶ γιὰ μᾶς τοὺς ἴδιους. Μὲ τὴν ὁλοκληρωτικὴ αὐτοσυγκέντρωση, μὲ τὴ συναγωγὴ ὅλων στὰ ἔσω τοῦ εἶναι μας, παρέχεται σὲ μᾶς ἡ δυνατότητα νὰ δοῦμε ὅτι τὸ εἶναι ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας, κατὰ τὴν προέλευση καὶ τὴ φύση του, ἀποτελεῖ ἕνα εἶναι, ἕναν ἄνθρωπο. […] Αὐτὸ ὁδηγεῖ στὴν κατανόηση τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ: «Ἵνα πάντες ἓν ὦσι […] καθὼς ἡμεῖς ἕν ἐσμεν» [Κατὰ Ἰωάννην 17:21-22]. (Σωφρόνιος Σαχάρωφ)332

Ἕνα Ὄν, ἕνα ἀπόλυτο Ὂν εἶναι ἡ πηγὴ τῶν πάντων, εἶναι ἡ πηγὴ ὅλων τῶν πραγμάτων, ἡ πηγὴ ὅλων τῶν πλασμάτων. Ὅταν ἀποκτήσουμε ἐπίγνωση τῆς ζωτικῆς μας δύναμης, τῆς ψυχῆς μας, τότε θὰ κατανοήσουμε ὅτι ἐμεῖς δὲν εἴμαστε τίποτε ἄλλο ἀπὸ μία ἔκφραση αὐτοῦ τοῦ Ἀπόλυτου Ὄντος καὶ ὅτι τὸ σῶμα μας καὶ ἡ ψυχή μας δὲν εἶναι παρὰ ἕνα κύτταρο ἑνὸς ἑνιαίου ὀργανισμοῦ. Ἔξω ἀπὸ αὐτὸ τὸ Ὂν δὲν ὑπάρχει ζωή, δὲν ὑπάρχει κίνηση, δὲν ὑπάρχει καμία ὕπαρξη – «ἐν Αὐτῷ ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμέν».

Ὁ πνευματικὰ ἀφυπνιζόμενος ἄνθρωπος ἀρχίζει σταδιακὰ νὰ κατανοεῖ ὅτι αὐτὸ τὸ ἀπόλυτο Ὂν εἶναι μέσα σὲ αὐτόν, μέσα σὲ ὅλα τὰ πράγματα, εἶναι καὶ ἡ ζωὴ καὶ ἡ πνοὴ καὶ τὸ φῶς, καὶ ὅτι ὅλα τὰ πράγματα καὶ ὅλα τὰ πλάσματα ἀποτελοῦν μιὰ συνάρτηση, μιὰ ἑνότητα πνευματικὴ μὲ ὑλικὴ ἔκφραση.

Ἐμοὶ γὰρ τὸ ζῆν Χριστὸς καὶ τὸ ἀποθανεῖν κέρδος. (Ἀπ. Παύλου, Πρὸς Φιλιππησίους 1:21)

Βέβαια, μόνο ἀπὸ τὸ γεγονὸς τῆς σύζευξης τῆς ψυχῆς μὲ τὴν ὕλη, ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη περιέχει τὴν ἔννοια τῆς ἀδυναμίας, ἀδυναμίας ποὺ ἐκφράζεται μὲ τὶς ἐξαρτήσεις ἀπὸ τὴν ὕλη, τὴν ὕλη ποὺ διέπεται ἀπὸ τὸν νόμο τῆς φθορᾶς. Μόνο ὅταν ἀντιληφθεῖ κανεὶς –καὶ αὐτὸ ἀρχίζει νὰ τὸ ἀντιλαμβάνεται ὁ πνευματικὰ ἀφυπνιζόμενος ἄνθρωπος– τί ὑπάρχει πέρα ἀπὸ τὴν ὕλη, ποιὰ ἡ οὐσία τῶν πραγμάτων, ποιὸς ὁ σκοπὸς τῆς κάθε ὕπαρξης, ποιὸς ὁ λόγος αὐτῆς τῆς ὑλικῆς καὶ παράλληλα πνευματικῆς συγκατοίκησης, ποιὸς ὁ ἀπώτερος σκοπὸς τοῦ κάθε ὑπαρκτοῦ ὑλικοπνευματικοῦ ὄντος, τότε ἀρχίζει νὰ κατανοεῖ τὸν ἄρρηκτο δεσμό του μὲ ὅλους καὶ μὲ ὅλα, τὴν ἑνότητα τῶν πάντων καὶ τὴν ἀνάγκη τῆς πλήρους συνειδητοποίησης αὐτῆς τῆς ἑνότητας.

Ὅλοι ἐδῶ στὴ Γῆ θὰ πρέπει νὰ ζοῦμε μὲ τέτοιο τρόπο ποὺ κάποτε νὰ εἴμαστε σὲ θέση νὰ ποῦμε ὅτι ἡ ζωὴ δὲν πῆγε χαμένη. Δὲν ἔχει σημασία ἂν ἡ ζωὴ ποὺ κάνουμε, ὁ ἀγώνας μας, ἔχει ἀπήχηση στοὺς ἄλλους – σημασία ἔχει νὰ ἔχει ἀπήχηση στὸν χῶρο τοῦ Θεοῦ παρὰ στὸν χῶρο τῶν ἀνθρώπων. Οἱ ἄνθρωποι θὰ ἀκολουθήσουν ἀργότερα, ὅταν πλέον θὰ εἶναι σὲ θέση νὰ βλέπουν καθαρὰ καὶ ἀποφασιστικὰ ὅλα ὅσα συνθέτουν τὴν οὐσία τῆς ὕπαρξής τους. Οἱ ἄνθρωποι χρειάζονται τὴ νοητικὴ ἀνάπτυξη γιὰ νὰ μπορέσουν νὰ ἰδιοποιηθοῦν αὐτὰ ποὺ περιγράφονται στὰ Εὐαγγέλια, ποὺ εἶναι αἰώνια καὶ ἄφθαρτα.

Πρέπει νὰ ἀποφασίσουμε νὰ προσπαθήσουμε νὰ κάνουμε τὶς ἀνάλογες προσωπικὲς θυσίες σχετικὰ μὲ τὶς ἀπαιτήσεις τῆς ὕλης, νὰ ἀναγάγουμε τὴν ψυχή μας στὸ φῶς.

Ὁ Θεὸς ἔχει πάντα γνώση καὶ ἐπίγνωση τῶν προβλημάτων μας, ἔχει ἐπαφὴ μαζί μας καὶ εἶναι πάντα παρών, ὅλες τὶς ὧρες καὶ ἀδιάκοπα. Ὁ Θεὸς προσδοκεῖ τὴ σωτηρία ὅλων μας, τοῦ κάθε ἀνθρώπου, καὶ δίνει ὅλα τὰ μέσα, φυσικὰ καὶ μεταφυσικά, προκειμένου νὰ προσφέρει στὸν ἄνθρωπο ζωὴ ἀθάνατη. Ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη, ἀρωγή, συμπαράσταση, ἐλπίδα καὶ συνοδοιπόρος στὶς δυσκολίες τῆς ζωῆς μας. Ὅταν ἡ μνήμη τοῦ ἀνθρώπου ἀποκατασταθεῖ, θὰ τὸν ὁδηγήσει στὴ γνώση καὶ ἡ γνώση στὴ σοφία καὶ στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ – τότε ὁ ἄνθρωπος θὰ λάβει τὸ μήνυμα τῆς Θείας προέλευσης καὶ τοῦ Θείου προορισμοῦ.

Στὴν Πρὸς Γαλάτας Ἐπιστολή του, ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν δίνει τὸ στίγμα τῆς ὁδοῦ καὶ τῆς τελικῆς πορείας, δίνει τὴν πλήρη εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου ποὺ καὶ κατέκτησε τὸ «Ἐσμὲν» καὶ ἀνῆλθε στοὺς οὐράνιους χώρους γιὰ νὰ συνυπάρξει μὲ τὴν Ὑπέρτατη Οὐσία σὰν φῶς, σὰν ἀγάπη, σὰν ἁρμονία:

Ἐγὼ γὰρ διὰ νόμου νόμῳ ἀπέθανον, ἵνα Θεῷ ζήσω. […] Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός. (Ἀπ. Παύλου, Πρὸς Γαλάτας 2:19-20)

Αὐτὸ σημαίνει ὅτι γιὰ τὸν Παῦλο εἶχε σημάνει ἡ στιγμὴ τῆς τελειωτικῆς ἐγκατάλειψής του στὴ Βούληση τοῦ Θεοῦ, σὲ τέτοιο βαθμὸ μάλιστα ὥστε νὰ συνυπάρχει μὲ τὸν Θεό, νὰ ζεῖ μὲ τὸν Θεὸ σὰν οὐσία, σὰν φῶς, σὰν ἀγάπη ἤ, γιὰ τὴν ἀκρίβεια, νὰ «ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός», διδάσκοντάς μας ὅτι αὐτὸς ποὺ ἀγαπᾶ τὸν Θεὸ μεταμορφώνεται σὲ Θεό. Μᾶς διδάσκει, δηλαδή, ὅτι ἡ ἀγάπη μεταστοιχειώνει τὸν ἀγαπώντα σὲ ἀγαπόμενο.

Καὶ ὁ ἱερὸς Διονύσιος μᾶς ἀποκαλύπτει:

Φῶς νοητὸ λοιπὸν λέγεται τὸ ἀγαθὸ τὸ πάνω ἀπὸ κάθε φῶς ὡς ἀκτίνα πηγαία καὶ φωτοχυσία ποὺ ξεχειλίζει καὶ καταλάμπει ἀπὸ τὸ πλήρωμά της κάθε νοῦ πάνω ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ γύρω καὶ μέσα του καὶ ποὺ ξανανιώνει ὅλες τὶς νοερές τους δυνάμεις, ποὺ τὶς περιέχει ὅλες μὲ τὸ ἅπλωμά της πάνω ἀπὸ αὐτὲς καὶ ὑπερέχει ἀπὸ ὅλες μὲ τὸ νὰ εἶναι πάνω ἀπὸ ὅλες. Καὶ γενικὰ ποὺ περιλαμβάνει μέσα της ὅλη τὴν ἐξουσία καὶ τὴν κυριότητα, ὅλα τὰ νοερὰ καὶ λογικὰ καὶ τὰ συναθροίζει. Γιατὶ ὅπως ἡ ἄγνοια προκαλεῖ τὴ διαίρεση ὅσων βρίσκονται σὲ πλάνη, ἔτσι καὶ ἡ παρουσία τοῦ νοητοῦ φωτὸς εἶναι δύναμη ποὺ συνάγει καὶ ἑνώνει ὅσους φωτίζονται, τοὺς τελειοποιεῖ καὶ ἀκόμη τοὺς ξαναφέρνει στὸ ἀληθινὸ ὂν ἀπομακρύνοντάς τους ἀπὸ τὶς πολλὲς δοξασίες καὶ τὶς πολλὲς ὄψεις, τὶς φαντασίες μᾶλλον, γιὰ νὰ κυριολεκτήσω, ἑνώνοντάς τις σὲ μιὰ ἀληθινή, καθαρὴ καὶ μονοειδὴ ζωή, ξεχειλίζοντάς τις ἀπὸ τὸ ἕνα κι ἑνωτικὸ φῶς. Τοῦτο τὸ ἀγαθὸ εἶναι ποὺ ὑμνοῦν οἱ ἱεροὶ θεολόγοι τόσο ὡς ὡραῖο ὅσο καὶ ὡς ὡραιότητα, ὡς ἀγάπη καὶ ὡς ἀγαπητό […]. Τὸ ὡραῖο καὶ ἡ ὡραιότητα πρέπει νὰ διαιρεθοῦν μὲ βάση τὴν αἰτία ποὺ ἔχει περιλάβει τὰ πάντα σὲ ἕνα. […] Ἀπὸ αὐτὸ τὸ ὡραῖο ἔχουν ὅλα τὰ ὄντα τὴ δυνατότητα νὰ εἶναι ὡραῖα, καθένα κατὰ τὴν ἀναλογία του καὶ χάρη στὸ ὡραῖο ὑπάρχουν οἱ συνάψεις ὅλων καὶ οἱ φιλίες καὶ οἱ σχέσεις. Τὸ ὡραῖο ἕνωσε τὰ πάντα. (Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης)333

Ὅλα τὰ ὄντα προέρχονται ἀπὸ τὸ ὡραῖο κι ἀγαθό, καθὼς καὶ ὅλα τὰ μὴ ὄντα κατὰ τρόπο πέρα ἀπὸ οὐσία ὑπάρχουν μέσα στὸ ὡραῖο κι ἀγαθὸ καὶ εἶναι ὅλων ἡ ὑπεράρχια ἀρχὴ καὶ τὸ ὑπερτελικὸ τέλος. Γιατὶ ὅπως λέει ὁ ἱερὸς λόγος «Ἀπὸ αὐτὸν καὶ μέσω αὐτοῦ καὶ μέσα σ’ αὐτὸν ὑπάρχουν καὶ πρὸς αὐτὸν ἐπιστρέφουν τὰ πάντα». (Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης)334

Καὶ συνεχίζει ὁ θεοφόρος Διονύσιος:

Ὁ θεῖος ἔρως εἶναι καὶ ἐκστατικός, ἀφοῦ δὲν ἐπιτρέπει στοὺς ἐραστὲς νὰ ἀνήκουν στὸν ἑαυτό τους ἀλλὰ τοὺς παραδίνει στοὺς ἐρωμένους τους. Τοῦτο τὸ φανερώνουν τὰ ὑπέρτερα ποὺ ἀφιερώνονται στὴν πρόνοια τῶν κατώτερων καὶ τὰ ὁμόστοιχα στὴ μεταξύ τους συνάφεια, ὅπως ἐπίσης καὶ τὰ κατώτερα ἀποβλέπουν στὴ θεϊκότερη ἐπιστροφὴ πρὸς τὰ πρῶτα. Γι’ αὐτὸ κι ὁ Μέγας Παῦλος κυριευμένος ἀπὸ τὸ θεῖο ἔρωτα καὶ κοινωνώντας τὴν ἐκστατική του δύναμη, φωνάζει μ’ ἔνθεο στόμα· «Δὲ ζῶ πιὰ ἐγώ· μέσα μου ζεῖ ὁ Χριστός». (Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης)335

Πρῶτα ὁ νοῦς ζητᾶ καὶ βρίσκει, καὶ κατόπιν ἑνώνεται μ’ ἐκεῖνο ποὺ βρῆκε. Τὴν ἀναζήτηση τὴν κάνει μὲ τὸ λογικό, ἐνῶ τὴν ἕνωση μὲ τὴν ἀγάπη. Καὶ ἡ μὲν ἀναζήτηση μέσω τοῦ λογικοῦ γίνεται γιὰ τὴν ἀλήθεια, ἡ δὲ ἕνωση τῆς ἀγάπης γιὰ τὸ ἀγαθό. (Ὅσιος Θεόληπτος Φιλαδελφείας)336

Ὁ Θεὸς εἶναι Πνεῦμα, εἶναι Φῶς καὶ ὡς τέτοιος πρέπει νὰ λατρεύεται. Στὸν Θεὸ ἀνήκει κάθε δόξα, κάθε εὐχαριστία, κάθε τιμή, ὅμως αὐτὸ ποὺ προσιδιάζει σὲ Ἐκεῖνον, αὐτὸ ποὺ Τὸν δοξάζει καὶ Τὸν τιμᾶ περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο, εἶναι ἡ Ἀγάπη.

Ἡ Ἀγάπη εἶναι ἡ πληρέστερη ἀρετή, ἔχει τὴν κορυφή της στὸν Οὐρανὸ καὶ τὶς ρίζες της στὰ ἔγκατα τῆς Γῆς. Ἡ πρὸς τὸν Θεὸ ἀγάπη ἐκδηλώνεται μὲ τὴν ἀγάπη μας σὲ ὅλα ἀδιακρίτως τὰ πλάσματα. Αὐτὴ ἡ ἀγάπη, ὅταν ἐκπέμπεται μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, διαχέεται σὰν ἀκτινοβολία στὸ Σύμπαν καὶ τελικὰ φτάνει σὰν ἀκτινοβολία, σὰν φῶς στὸν ἀποδέκτη της, ποὺ εἶναι τελικὰ Ἐκεῖνος ποὺ πρῶτος μᾶς ἀγάπησε.

Ὅ,τι ἀγάπησε ὁ Κύριος εἶναι κυρίως ὁ ἄνθρωπος. Στὸν ἄνθρωπο δόθηκε τὸ παράδειγμα τῆς ἀγάπης μὲ τὴ θυσία Ἐκείνου στὸ σύντομο διάστημα τῆς Παρουσίας Του στὴ Γῆ, μιὰ θυσία ποὺ θὰ πρέπει νὰ ἀποτελεῖ τὸ ἔναυσμα τῆς ἀγάπης γιὰ τὸν καθένα μας μέχρι τὴν τελικὴ νίκη.

Ὁ Θεὸς εἶναι πάντοτε κοντά μας. Ἐμεῖς ἔχουμε τὴν εὐθύνη τῆς δυσαρέσκειάς Του. Ἐμεῖς ἔχουμε τὴν εὐθύνη τοῦ φωτὸς καὶ τοῦ σκότους, ἐμεῖς ἐπιλεγοῦμε, ἐμεῖς ἀπογοητεύουμε τὸν Κύριο, ποτὲ Ἐκεῖνος ἐμᾶς.

Ὁ Κύριος εἶναι ὁ βασιλιὰς τῶν Πάντων. Ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος προϋποθέτουν τὴν ὕπαρξή Του, εἶναι τὰ στοιχεῖα ποὺ συνθέτουν τοὺς Νόμους τοῦ Σύμπαντος, ποὺ διέπουν καὶ ρυθμίζουν τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη σὰν βιολογικὸ καὶ πνευματικὸ φαινόμενο.

Ὅλα εἶναι μιὰ συνοχὴ φωτός – ὅλα ὅσα ὑπῆρξαν, ὑπάρχουν καὶ θὰ ὑπάρξουν ἀνήκουν στὸν ἄπειρο κόσμο τοῦ Σύμπαντος. Οἱ κόσμοι –ὁρατοὶ καὶ ἀόρατοι–, ὅσα γεννήθηκαν καὶ ὅσα θὰ γεννηθοῦν, ὁ καιρὸς ποὺ κυλᾶ καὶ ὁ καιρὸς ποὺ θὰ κυλήσει, ὅλα χωρὶς νὰ ἐξαιρεθεῖ οὔτε ἕνας κόκκος ἄμμου, ὅλα προέρχονται καὶ ἐμπεριέχονται στὸν Θεό. «Ἐν Αὐτῷ ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμέν».

Πολλοὶ ὑποστήριξαν ὅτι μπήκαμε σὲ μιὰ ἐποχὴ μεταχριστιανική, δηλαδὴ ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι κάτι ποὺ ξεπεράστηκε. Αὐτὴ εἶναι μιὰ ἐσφαλμένη ἀντίληψη ἐκείνων ποὺ οὐσιαστικὰ ποτὲ δὲν κατανόησαν αὐτὴ τὴν ἔννοια καὶ δὲν τὴν κατανοοῦν ἀκόμη ἢ ἐκείνων ποὺ στάθηκαν ἢ θέλησαν νὰ σταθοῦν στὴν ἐπιφάνεια τῶν πραγμάτων καὶ νὰ προσεγγίσουν τὴν Οὐσία μόνο μέσω μιᾶς διανοητικῆς διεργασίας. Ἡ πραγματικότητα εἶναι ὅτι ἡ ἀνθρωπότητα μόλις τώρα ἀρχίζει νὰ ἀντιλαμβάνεται τὶς αὐθεντικὲς κοσμικὲς διαστάσεις αὐτῆς τῆς διδασκαλίας, διδασκαλία ποὺ οὐδέποτε μέχρι τώρα ἔγινε ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὴ μεγάλη μάζα, ὡς ὄφειλε. Λαοὶ ὁλόκληροι ἔζησαν καὶ ζοῦν δῆθεν «χριστιανικά», ἐνῶ στὴν πραγματικότητα ἔζησαν καὶ ζοῦν εἰδωλολατρικὰ ἢ ἀθεϊστικά. Ἡ ἀνθρωπότητα μόλις τώρα ἀρχίζει νὰ κατανοεῖ τὴ βαθύτερη σημασία τοῦ κοσμικοῦ καὶ τοῦ Θείου γίγνεσθαι καὶ νὰ ἀντιλαμβάνεται ὅτι τὰ δύο αὐτὰ εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένα, μόλις τώρα ἄρχισε νὰ κατανοεῖ αὐτὸ ποὺ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος διεκήρυξε, ὅτι «ἐν Αὐτῷ ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμέν». Μόλις τώρα ἡ ἐπιστήμη ἀρχίζει νὰ ἐγκαταλείπει τὴν ὑπεροψία της καὶ νὰ προσανατολίζεται στὴν ἰδέα τῆς ὕπαρξης ἑνὸς ἢ πολλῶν συμπάντων, μὲ ἀπόλυτη συνοχή, ἑνότητα, ἀλλὰ καὶ λειτουργικὴ ἁρμονικότητα, ὥστε νὰ ἀποκλείουν κάθε σκέψη τοῦ τυχαίου, κάθε σκέψη ποὺ εἶναι ξένη πρὸς τὴν ὕπαρξη ἑνὸς Θεοῦ ποὺ συνέχει, κυβερνᾶ καὶ προνοεῖ γιὰ τὰ σύμπαντα αὐτά.

Ἡ πατερικὴ διδασκαλία, ποὺ δίνει τὴν αὐθεντικὴ ἑρμηνεία τῶν ἱερῶν κειμένων, ἑρμηνεία χωρὶς τὶς σκόπιμες ἢ μὴ διαστροφὲς στὶς ὁποῖες ὑποβλήθηκαν τὰ κείμενα αὐτὰ κατὰ τὴν ἱστορική μας πορεία, εἶναι ἀποκαλυπτικὴ γιὰ τὸ εὖρος καὶ τὸ βάθος, γιὰ τὴ βαθύτερη γενικὰ σημασία τοῦ Χριστιανισμοῦ.

Ὁ ἄνθρωπος, στὴν ἱστορική του πορεία, στράφηκε στὴ θρησκεία ὄχι μόνο γιὰ ἠθικὴ καθοδήγηση, ἀλλὰ κυρίως γιὰ νὰ βρεῖ ἀπάντηση στὰ θεμελιώδη ἐρωτήματα ποὺ τὸν ἀπασχολοῦσαν. Πῶς δημιουργήθηκε τὸ σύμπαν, ποιὰ εἶναι ἡ προέλευση τῆς ζωῆς, ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς καὶ ποιὸ τὸ τέλος κ.λπ. Παράλληλα μὲ τὴ θρησκεία, στὰ ἐρωτήματα αὐτὰ προσπάθησαν νὰ δώσουν ἀπαντήσεις καὶ οἱ διάφορες σχολὲς κατεύθυνσης ἰδεῶν (φιλοσοφικές, κοινωνιολογικὲς κ.λπ.). Σήμερα τὶς ἀπαντήσεις αὐτὲς μᾶς τὶς δίνει ἡ ἐπιστήμη, ἡ ἔρευνα, ἡ ἐπαλήθευση. Καὶ οἱ ἀπαντήσεις τῆς ἐπιστήμης βρίσκονται σὲ πλήρη σύμπνοια μὲ ἐκεῖνες τῆς θρησκείας. Τὴν ἐξ ἀποκαλύψεως δηλαδὴ γνώση, στὴν ὁποία στηρίζεται ἡ θρησκεία, ἦρθε νὰ ἐπιβεβαιώσει ἡ προσεκτικὴ παρατήρηση καὶ τὸ πείραμα. Θρησκεία καὶ ἐπιστήμη πλησίασαν τὰ βαθιὰ κοσμικὰ ἐρωτήματα ἀπὸ ἐντελῶς διαφορετικὲς ἀφετηρίες καὶ κατέληξαν στὸ ἴδιο τέρμα, τὴ μεγαλειώδη ἀποκάλυψη τῆς ἀλάνθαστης Ἀλήθειας: «Ἐν Αὐτῷ ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμέν». Ἀπὸ τὸ τελευταῖο μόριο σκόνης μέχρι τοὺς πλανῆτες, τοὺς ἥλιους, τοὺς γαλαξίες καὶ ὅλα ὅσα περιέχονται σὲ αὐτά. Ὅλα ἀποτελοῦν ἕνα μέρος, ἔστω καὶ ἀπειροελάχιστο, Ἐκείνου. Ὅλα στρέφονται γύρω ἀπὸ Αὐτόν, κινοῦνται πρὸς Αὐτὸν καὶ προορίζονται νὰ ἑνωθοῦν μὲ Αὐτόν. Χωρὶς Αὐτὸν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξει, οὔτε ὑπῆρξε, ποτὲ ζωὴ καὶ κίνηση.

Ἡ φυσικὴ καὶ ἡ βιολογία ἄνοιξαν τοὺς ὁρίζοντες τῆς ἀνθρώπινης κατανόησης καὶ ὁδήγησαν τὸν ἀνθρώπινο νοῦ σὲ περιοχὲς ποὺ κανεὶς δὲν ὑποψιαζόταν πρίν. Ἀπὸ τὰ φαινόμενα ποὺ παρατηροῦνται στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ διασπασμένου ἀτόμου, ἡ ἐπιστήμη ἐπέτρεψε νὰ κατανοήσουμε μερικὰ ἀπὸ τὰ σκοτεινότερα μυστικὰ τῆς φύσης καὶ νὰ ἐλέγξουμε πολλὰ φυσικὰ συστήματα τοῦ χώρου ποὺ μᾶς περιβάλλει. Ἡ ἐπιστήμη μᾶς ἐπιτρέπει νὰ σκεφτοῦμε ὅτι ὁ κόσμος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξει χωρὶς τὸν Δημιουργό Του.

Αὐτὰ ποὺ σήμερα ἡ ἐπιστήμη ἀποκαλύπτει εἶχαν ἀποκαλυφθεῖ στὸν ἄνθρωπο ἀπὸ πολὺ παλιά. Ἤδη τὸν 14ο αἰώνα, ὁ Μεγάλος Κάλλιστος μᾶς ἀποκαλύπτει τὴν ὕπαρξη πολλαπλῶν
συμπάντων καὶ τὸν σκόπιμο περιορισμὸ τοῦ νοῦ ἀπὸ τὸν Δημιουργό του στὸ νὰ ἀντιλαμβάνεται, μέσω τῶν αἰσθήσεων, μόνο τὸ σύμπαν στὸ ὁποῖο ζεῖ.

Ἂν ὁ Δημιουργὸς δὲ δημιουργοῦσε μόνο ὅ,τι χρειαζόταν, ἀλλὰ κατὰ τὴ δύναμή Του, τὴ σοφία, τὴ δόξα καὶ τὴ μεγαλοπρέπειά Του, τότε ἀντὶ ἑνὸς θὰ βλέπαμε ἀναρίθμητους κόσμους. Καὶ μάλιστα, ὄχι κόσμους ὅπως αὐτὸς ποὺ τώρα βλέπομε, ἀλλὰ κόσμους παράδοξους, ὑπερφυσικοὺς καὶ πάνω ἀπὸ κάθε νόηση.

Καὶ συνεχίζει ὁ Ἅγιος μὲ μιὰ περιγραφὴ αὐτῶν τῶν κόσμων, τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ «κατοικήσει» ὁ ἄνθρωπος καὶ ποὺ σίγουρα ἡ ψυχή του εἶχε ἐπισκεφτεῖ ὅσο ἀκόμη ἦταν ἐδῶ στὸν πλανήτη μας.

Τὸ κάλλος καὶ τὴ σοφὴ ποικιλία τους, τὴ δόξα καὶ τὴν ἀκτινοβολία τους δὲ θὰ μποροῦσε εὔκολα ἡ ψυχὴ νὰ ὑποφέρει, ἀλλὰ ἀπὸ τὶς ἐκπλήξεις θὰ ἐγκατέλειπε τὸ σῶμα. […] Τὰ ἐνδοξότερα καὶ ἀνώτερα ὅμως φυλάγονται γιὰ τὸν μέλλοντα αἰώνα. Αὐτὰ γιὰ νὰ ἀντέξει νὰ τὰ δεῖ ἡ ψυχή, ξαναχύνεται μὲ τὸ θάνατο σὰν μέταλλο μέσα στὸ χωνευτήριο τοῦ τάφου καὶ γίνεται καινούριος ἄνθρωπος γιὰ καινούρια πράγματα καὶ τρυφὲς καὶ ὁράσεις. (Ἅγιος Κάλλιστος Καταφυγιώτης [Ἀγγελικούδης])337

Ὁ ἴδιος Ἅγιος, προδιαγράφοντας τὶς ἀποκαλύψεις τῆς ἐπιστήμης, καθορίζει τὴ ζωὴ γύρω ἀπὸ τὸ ὄντως Ὄν, τὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸ Ὂν αὐτό, τὴν κίνηση τῆς ψυχῆς γιὰ τὴν προσέγγισή Του καὶ τέλος αὐτὴ τὴν προσέγγιση καὶ τὴν τελειωτικὴ ἕνωση τοῦ κυττάρου μὲ τὸν Πυρήνα του, τὴν τελειωτικὴ ἕνωση καὶ συνύπαρξη σὰν Πνεῦμα, Ἀγάπη καὶ Φῶς τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Δημιουργό του.

Ὅλα τὰ ὄντα ἔλαβαν τὴν κίνηση καὶ τὸ φυσικὸ ἰδίωμά τους ἀπὸ Αὐτὸν ποὺ τὰ δημιούργησε κατὰ λόγον· συνεπῶς καὶ ὁ νοῦς. Ἀλλὰ ἡ κίνηση τοῦ νοῦ ἔχει ὡς ἰδίωμά της τὸ «ἀεί», εἶναι δηλαδὴ ἀδιάκοπη· καὶ τὸ «ἀεὶ» εἶναι ἄπειρο καὶ ἀπεριόριστο. Ἄρα θὰ εἶναι κατώτερο ἀπὸ τὴν ἀξία καὶ τὴ φύση τοῦ νοῦ ἂν αὐτὸς κινεῖται κατὰ τρόπο πεπερασμένο ἢ περιορισμένο [κινεῖται δηλαδὴ στὸν χῶρο καὶ στὸν χρόνο]. Καὶ αὐτὸ θὰ τὸ πάθαινε ἂν εἶχε τὴν κίνησή του σὲ πράγματα πεπερασμένα καὶ περιορισμένα. Γιατὶ δὲν εἶναι δυνατό, ἐνῶ ἕνα πράγμα εἶναι πεπερασμένο καὶ περιορισμένο, ἡ κίνηση τοῦ νοῦ γι’ αὐτὸ ἢ γύρω ἀπὸ αὐτὸ νὰ προχωρεῖ στὸ ἄπειρο. Ἔχει λοιπὸν ἀνάγκη καὶ ἡ ἀεικινησία τοῦ νοῦ ἀπὸ κάποιο ἄπειρο καὶ ἀπεριόριστο πρὸς τὸ ὁποῖο νὰ κινεῖται κατὰ λόγον καὶ κατὰ τὴν ἴδια τὴ φύση της. Ἄπειρο ὡστόσο καὶ ἀπεριόριστο πραγματικὰ δὲν εἶναι κανένα ἄλλο, παρὰ ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος φύσει καὶ κυρίως εἶναι Ἕνα. Πρέπει λοιπὸν ὁ νοῦς νὰ πετᾶ καὶ νὰ ἀτενίζει καὶ νὰ κινεῖται πρὸς τὸ κυρίως ἄπειρο Ἕνα, τὸ Θεό. Γιατὶ τοῦτο κυρίως εἶναι τὸ φυσικὸ γιὰ τὸ νοῦ. (Ἅγιος Κάλλιστος Καταφυγιώτης [Ἀγγελικούδης])338

Ἐπειδὴ ὁ νοῦς εἶναι ἕνας κατὰ τὴ φύση, ἀλλὰ πολλὰ σὲ σχέση μὲ τὰ νοήματα, ὅταν τείνει καὶ κατὰ κάποιο τρόπο κινεῖται πρὸς τὸ Θεό, ὁ ὁποῖος εἶναι Ἕνα στὴ φύση καὶ πολλὰ στὴν ἐνέργεια, εἶναι ἀδύνατο νὰ χαίρεται ὁλοκληρωτικὰ πρὶν φτάσει στὸ ἐκ φύσεως ἀπεριόριστο Ἕνα μέσω τοῦ Πνεύματος, ἀφοῦ διαβεῖ κατὰ κάποιο τρόπο ἀπὸ τὰ πολλά. (Ἅγιος Κάλλιστος Καταφυγιώτης [Ἀγγελικούδης])339

Ὅλη ἡ κίνηση ὁποιουδήποτε κτίσματος καὶ μάλιστα τοῦ ἴδιου τοῦ νοῦ τείνει καὶ ἀποβλέπει πρὸς τὴ στάση καὶ τὴν ἠρεμία, καὶ τὸ νὰ σταθεῖ ἀπὸ τὴν κίνησή του καὶ νὰ ἠρεμήσει εἶναι σκοπὸς καὶ παράλληλα καὶ ἀνάπαυση γιὰ τὸ κτίσμα. Ὁ νοῦς ὅμως, ὄντας ἕνα ἀπὸ τὰ κτίσματα, ὅταν κινεῖται μέσα στὰ κτίσματα [μέσα στὸν χωρόχρονο] δὲν μπορεῖ νὰ κερδίσει τὴ στάση καὶ τὴν ἠρεμία. […] Κι ἔτσι ὁ νοῦς κάθε ἄλλο παρὰ θὰ ἠρεμήσει ἢ θὰ ἐπιτύχει τὸ σκοπό του, ἢ θὰ πάψει νὰ τὸν συνοδεύει ἡ ἀεικινησία καθὼς θὰ ἔχει ἐγκλεισθεῖ μέσα στὰ περιορισμένα καὶ πεπερασμένα, πράγμα ποὺ ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τὴ φυσικὴ κατάσταση τοῦ νοῦ ποὺ εἶναι ὁλοφάνερα ἀεικίνητος. Ἑπομένως δὲν εἶναι εὔλογο νὰ βρεῖ ὁ νοῦς ἠρεμία ἢ νὰ σταθεῖ, ὅταν βρίσκεται στὰ κτιστά. Ποῦ λοιπὸν θὰ χρησιμοποιήσει ὁ νοῦς τὴν ἰδιότητά του, νὰ στέκεται δηλαδὴ μέσω τῆς κινήσεως κι ἔτσι νὰ ἠρεμεῖ καὶ νὰ εἰρηνεύει καὶ νὰ δέχεται τὴ σίγουρη αἴσθηση τῆς ἀνάπαυλας, ἂν δὲ βρεθεῖ μέσα σὲ κάτι ἄκτιστο καὶ ἀπεριόριστο; Καὶ τοῦτο εἶναι ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος εἶναι τὸ ἀληθινὸ καὶ ὑπερκόσμιο Ἕνα. Σὲ αὐτὸ λοιπὸν τὸ Ἕνα, τὸ ἀπεριόριστο, πρέπει ὁ νοῦς νὰ φτάσει μὲ τὴν κίνησή του, ὥστε νὰ βρεῖ ὅπως πρέπει τὴ φυσική του ἠρεμία μέσα σὲ νοερὴ ἀνάπαυση. Γιατὶ ἐκεῖ εἶναι ἡ πνευματικὴ στάση, ἡ ξενότροπη ἀνάπαυση καὶ τὸ ἄπειρο πέρας ὅλων, καὶ δὲ λείπει διόλου ἡ κίνηση σὲ κάθε νοῦ ποὺ θὰ βρεθεῖ σ’ ἐκεῖνο τὸ Ἕνα ἀφοῦ γίνει ἀόριστος καὶ ἀπέραντος καὶ ἀπεριόριστος καὶ ἄμορφος καὶ ἀσχημάτιστος καὶ ἀπολύτως ἁπλός. Γιατὶ τέτοιο εἶναι τὸ Ἕνα ποὺ λέμε, δηλαδὴ ὁ Θεός. (Ἅγιος Κάλλιστος Καταφυγιώτης [Ἀγγελικούδης])340

Ἂν τὰ πάντα ὑπάρχουν ἀπὸ Αὐτὸν (τὸ Θεὸ) καὶ μέσω Αὐτοῦ καὶ σὲ Αὐτὸν ἀποβλέπουν [«ὅτι ἐξ αὐτοῦ καὶ δι’ αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν τὰ πάντα» (Ἀπ. Παύλου, Πρὸς Ρωμαίους 11:36)], καὶ εἶναι καὶ ὁ νοῦς ἕνα ἀπὸ τὰ πάντα, ἄρα καὶ ὁ νοῦς δημιουργήθηκε ἀπὸ Αὐτὸν καὶ μέσω Αὐτοῦ· καὶ τοῦτο μάλιστα ἰσχύει περισσότερο ἀπ’ ὅλα γιὰ τὸ νοῦ, ἐπειδὴ εἶναι εἰκόνα Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ λοιπὸν καὶ ὁ νοῦς ὀφείλει περισσότερο ἀπ’ ὅλα ν’ ἀτενίζει σ’ Αὐτόν. Ἡ ἔκφραση «σὲ Αὐτὸν» σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ ἀτενίζει μὲ τάση ἐπιστροφῆς στὸ ὑπερκόσμιο Ἕνα. Ἄρα ὁ νοῦς ὀφείλει ν’ ἀτενίζει στὸ Ἕνα. (Ἅγιος Κάλλιστος Καταφυγιώτης [Ἀγγελικούδης])341

Τὸ ἀκρότατο ἀπὸ ὅλα τὰ ἐπιθυμητὰ εἶναι ἡ ὑπέρλογη ἕνωση τῆς ψυχῆς μὲ τὸ Θεό. (Ἅγιος Κάλλιστος Καταφυγιώτης [Ἀγγελικούδης])342

Τὰ πάντα, μετὰ τὴν ἔκλαμψή τους, ἂς ποῦμε ἔτσι, ἀπὸ τὸ ὑπερκόσμιο Ἕνα, δὲν ἀπομακρύνθηκαν ὁλότελα ἀπὸ Αὐτό, ἀπὸ τὸ ὁποῖο πῆραν τὴ γένεση, ἀλλὰ σ’ Ἐκεῖνο μέσα ὅπως ἔγιναν, ἔτσι καὶ συγκρατοῦνται καὶ τελειοποιοῦνται. Καὶ δὲν ὑπάρχει κανένα ἀπ’ ὅλα τὰ ὄντα, στὸ ὁποῖο νὰ μὴν ὑπάρχει ἀπόρροια καὶ κάτι σὰν ὀσμὴ ἐκείνου τοῦ δημιουργικοῦ καὶ ἀπόλυτου Ἑνός. Καὶ ὅλα ὅσα μετέχουν στὸ εἶναι, μόνο ποὺ δὲν κραυγάζουν ὑποδεικνύοντας, ὄχι τὸ ὑπερκόσμιο Ἕνα (γιατὶ αὐτὸ εἶναι ἐγκατεστημένο πάνω ἀπὸ ὁποιαδήποτε θεωρία ἢ νόηση), ἀλλὰ κάποια ἀκτίνα τοῦ ὑπερκοσμίου Ἑνός. (Ἅγιος Κάλλιστος Καταφυγιώτης [Ἀγγελικούδης])343

Ἐπειδὴ λοιπὸν ὅλα κηρύττουν μεγαλόφωνα τὸ Ἕνα καὶ ὅλα κλίνουν πρὸς τὸ Ἕνα, καὶ αὐτὸ τὸ ὑπερκόσμιο Ἕνα προβάλλει τὸν ἑαυτό του διὰ μέσου ὅλων τῶν ὄντων στὸ νοῦ, γι’ αὐτὸ εἶναι ἀνάγκη ὁ νοῦς νὰ χειραγωγεῖται καὶ νὰ ποδηγετεῖται καὶ νὰ κατευθύνεται πρὸς τὸ ὑπερκόσμιο Ἕνα. (Ἅγιος Κάλλιστος Καταφυγιώτης [Ἀγγελικούδης])344

Μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Πνεύματος λοιπόν, ἂς στραφοῦμε μὲ τὸ καλό, ποὺ λένε, στὴν εὕρεση καὶ τὴ γνώση τοῦ μοναδικοῦ Ἑνός, ἀπὸ τὸ ὁποῖο πηγάζουν οἱ ἀρχὲς ὅλων καὶ ὅπου καταλήγουν τὰ τέλη ὅλων. Καὶ τότε ὁπωσδήποτε θὰ μᾶς ἀνοιχτεῖ αὐτόματα μὲ τὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ ἡ πύλη τῆς θείας ἀγάπης καὶ θὰ μποῦμε στὸν τόπο ἀναπαύσεως τοῦ Κυρίου [θὰ κατακτήσουμε τὸ «ἐσμὲν»] μὲ εὐφροσύνη καὶ μεγάλη ἀγαλλίαση καὶ θὰ γνωρίσουμε βαθιὰ τὴν ἀπόλαυση τοῦ Ἑνὸς καὶ θὰ γευθοῦμε τὴ θεία τρυφή, ἔχοντας γίνει κι ἐμεῖς ἕνα χωρὶς νὰ χωριζόμαστε ἢ νὰ διαιρούμαστε σὲ πολλά, σύμφωνα μὲ τὴν παράκληση τοῦ Σωτήρα πρὸς τὸν Πατέρα: «Νὰ εἶναι ἕνα, ὅπως καὶ ἐμεῖς εἴμαστε ἕνα» [«ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς ἕν ἐσμεν», Κατὰ Ἰωάννην 17:22]. (Ἅγιος Κάλλιστος Καταφυγιώτης [Ἀγγελικούδης])345

Ὁ νοῦς τότε ὑπερβαίνει τὴ φύση του, ὅταν φτάσει τελείως τὸ ὑπὲρ νοῦν καὶ ἀφοῦ γίνει ἄμορφος καὶ ἀσχημάτιστος καὶ γενικὰ ὅλος ἀδιαμόρφωτος κατὰ τρόπο ἔνθεο, ἄναρχος καὶ ἄπειρος, καὶ ξεπεράσει τὴν ἴδια του τὴν ἕνωση, ποὺ λέει ὁ λόγος. Ὅσο ἔχει μαζί του τὴ διανοητική του δύναμη, ἀκόμη καὶ ἂν αὐτὴ ἀσχολεῖται μὲ τὰ θεῖα καὶ νοητά, λέμε ὅτι κινεῖται καὶ ἐνεργεῖ φυσικὰ καὶ εἶναι στὰ ὅρια τῆς φύσεώς του. Τὸ ὑπερφυσικὸ ὅμως εἶναι πολὺ ἀνώτερο ἀπὸ τὸ φυσικὸ καὶ βρίσκεται πάρα πολὺ ἀνώτερα. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐπιθυμεῖ καὶ νὰ σπεύδει νὰ φτάσει στὸ ὑπερφυσικό, τὸ ὁποῖο καὶ εἶναι κατὰ πολὺ καλύτερο, σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴ ποὺ λέει νὰ ἐπιδιώκομε μὲ ζῆλο τὰ ἀνώτερα χαρίσματα. Ἀλλὰ εἶναι βέβαια φανερὸ ὅτι, ἂν ὁ νοῦς βρίσκεται στὸ ὑπερφυσικό, βρίσκεται στὸ Θεό. Γιατὶ ὁ Θεὸς βέβαια εἶναι ἀληθινὰ ἔξω ἀπὸ ὁλόκληρη τὴ φύση, ἐπειδὴ εἶναι τὸ πρωταρχικὸ καὶ ἁπλὸ Ἕνα. Πρέπει λοιπὸν ὁ νοῦς νὰ ἀνυψώνεται πρὸς τὸ πρωταρχικὸ καὶ ἁπλὸ Ἕνα καὶ νὰ σπεύδει νὰ ἀτενίζει καὶ νὰ ἀνάγεται σ’ Αὐτό, ὥστε, ἀφοῦ ἀνεβεῖ στὸ ὑπερφυσικὸ Ἕνα ξεπερνώντας τὴ φυσική του ἐνέργεια, νὰ γίνεται τελειότερος ἀπὸ τὸ νὰ στέκεται στὴν κατὰ φύση κατάστασή του. (Ἅγιος Κάλλιστος Καταφυγιώτης [Ἀγγελικούδης])346

Τότε λοιπὸν ὁ νοῦς θὰ δοκιμάσει φυσικὰ ἀληθινὲς εὐφροσύνες καὶ θὰ ἔχει ὄχι λίγη ἡδονὴ καὶ θὰ ἀναπαυθεῖ ὁλότελα, ὅταν ξεπεράσει κι ἐγκαταλείψει τὰ πάντα καὶ ἀναθέσει τὸν ἑαυτό του στὴν ἑνική, ἀρχικὴ καὶ πρώτιστη ἐκείνη Αἰτία καὶ φτάσει μὲ νοερὴ στροφὴ σ’ Αὐτή, ἀπὸ τὴν ὁποία ἔχουν γίνει ὅλα καὶ οἱ ἰδιότητες ὅλων, καὶ οἱ ἀρχὲς καὶ τὰ μέσα καὶ τὰ τέλη, καὶ μέσα στὴν ὁποία ὑπάρχουν καὶ κρατοῦνται τὰ πάντα καὶ μέσω τῆς ὁποίας ὁδηγεῖται στὸ σκοπό του τὸ καθένα ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ δέχονται τὴν τελειοποίηση. (Ἅγιος Κάλλιστος Καταφυγιώτης [Ἀγγελικούδης])347

Ὕστερα ἀπὸ αὐτὰ ἀκολουθεῖ ἡ θεία καὶ ὑπέρλογη ἀφωνία καὶ σιγὴ καὶ ἔκπληξη καὶ γενικὰ ἡ ἐνατένιση καὶ ἡ θεωρία τοῦ ὑπερκοσμίου Ἑνὸς καὶ ἡ πάνω ἀπὸ τὴ νόηση ἕνωση, ἡ κορύφωση τῆς ἡσυχίας, τὸ ἄκρο καὶ τέλειο ἐπιθυμητό, ὅσο εἶναι ἐφικτὸ στὴν παρούσα ζωή, τὸ πέρας τῆς ἀλήθειας, ἡ ἀπόλαυση τοῦ καρποῦ τῆς πίστεως, ἡ διαυγὴς ἔλλαμψη τῆς δόξας ποὺ ἐλπίζομε, τὸ θεμέλιο τῆς ἀγάπης, τὸ ἀλφάδι τοῦ νοῦ, ἡ στάση τῆς ἀεικινησίας του καὶ ἡ ἀκατανόητη παύση καὶ ἡ ἑνοειδὴς κατάστασή του, ἡ πρόγευση τῆς ἐργασίας τῆς μέλλουσας ζωῆς, ἡ αἰτία τῆς πνευματικῆς χαρᾶς, […] ὁ χωρισμὸς ἀπὸ τὴ ζωὴ τῆς ἐμπάθειας, ἡ συνάφεια μὲ τὴν ἀπάθεια, ἡ χαρὰ καὶ ἡ ἀγαλλίαση τῆς ψυχῆς καὶ ἡ συναγωγή, ἡ ἀνάπαυση καὶ ἡ φρουρὰ τῶν κινήσεων καὶ τῶν δυνάμεών της· καὶ γενικά, ἡ θεία γνώση καὶ ἡ ἀπάθεια. (Ἅγιος Κάλλιστος Καταφυγιώτης [Ἀγγελικούδης])348

Τὸ ὅτι στέκεται ὁ νοῦς ὅταν φτάσει ἐκεῖ, λέγεται μὲ αὐτὸ τὸ νόημα· ὅτι εἶναι ἀμετακίνητος θεωρώντας τὸ Ἕνα καὶ μὲ τὴ λάμψη τοῦ Ἑνὸς ἀλλοιώνεται καὶ χαίρεται καὶ λαμπρύνεται καὶ στέκεται χωρὶς νὰ κινεῖται. Δὲ σημαίνει δηλαδὴ ὅτι ἀποκρούει, κλείνοντας τὰ μάτια, τὴν ἀπόλαυση τῆς θεωρίας Του. […] Ἡ στάση τοῦ νοῦ ποὺ εἴπαμε, γίνεται μὲ ἀπρόσιτη ἔλλαμψη τοῦ φωτὸς καὶ εἶναι θεωρία ποὺ δὲ ζητεῖ μετάβαση, ἀλλὰ παύση καὶ στάση. (Ἅγιος Κάλλιστος Καταφυγιώτης [Ἀγγελικούδης])349

Γιὰ ἐκείνους […] ποὺ ἔλαμψε μὲ τὴ θεία χάρη νοερὸ φῶς στοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς καρδιᾶς τους, […] βλέπονται καὶ μάλιστα εὐκρινέστατα καὶ ἄλλα πάμπολλα θεῖα καὶ νοητὰ καὶ ἄξια γιὰ πνευματικὴ ἐποψία, ἀλλὰ ἐπιπλέον καὶ ἡ μέλλουσα αἰώνια καὶ ἀπαρασάλευτη ἀποκατάσταση […] ὅπως θὰ εἶναι ὄχι μόνο πάνω ἀπὸ τὴν αἴσθηση, ἀλλὰ καὶ πάνω ἀπὸ τὸ νοῦ. Γιατὶ τότε θὰ ἀλλοιωθοῦν ὁλότελα, περνώντας μὲ ὅλη τὴν ὕπαρξή τους στὴν πέρα ἀπὸ τὸ νοῦ κατάσταση καὶ στὴ ζωὴ καὶ τρυφὴ ποὺ ὑπερβαίνει κάθε ἔννοια, καὶ ὡς θέσει θεοὶ ἐνώπιον τοῦ φύσει Θεοῦ θὰ τρυφοῦν καὶ θὰ χαίρονται μὲ τὰ ὑπερφυσικὰ ἀγαθὰ ποὺ προσφέρει ὁ ἄκρος καὶ μόνος φύσει Θεός. Θὰ στέκονται γύρω ἀπ’ Αὐτὸν τελώντας πανίερα καὶ ὅσο γίνεται ἁγιότερα τὴ θεία ἐκείνη καὶ ὑπέρλογη ἑορτή […]. (Ἅγιος Κάλλιστος Καταφυγιώτης [Ἀγγελικούδης])350

Σχετικὰ μὲ τὴ συμπαντικὴ ἑνότητα, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Μεγάλο Κάλλιστο, καὶ ὁ Θεοφόρος Μάξιμος καθὼς καὶ ὁ Νικήτας Στηθάτος, γράφουν τὰ ἀκόλουθα:

Εἶναι φανερὸ ὅτι τὸ τέλος τῆς πίστεως εἶναι ἡ σωτηρία τῶν ψυχῶν. Τέλος τῆς πίστεως εἶναι ἡ ἀληθινὴ ἀποκάλυψη ἐκείνου ποὺ πιστέψαμε. Ἀληθινὴ ἀποκάλυψη ὅποιου πιστέψαμε εἶναι ἡ ἀνέκφραστη περιχώρηση [ἕνωση] τοῦ ἀντικειμένου τῆς πίστεως ἀνάλογα μὲ τὴν πίστη καθενός. Ἡ περιχώρηση αὐτὴ εἶναι ἡ τελικὴ ἐπάνοδος ὅσων πίστεψαν, στὴν ἀρχή τους. Ἡ τελικὴ ἐπάνοδος στὴν ἀρχή τους ὅσων πίστεψαν, ὅσων δηλαδὴ κινοῦνται πρὸς τὸ Θεό, εἶναι ἡ ἐκπλήρωση τῆς ἐπιθυμίας τους. Ἐκπλήρωση τῆς ἐπιθυμίας εἶναι ἡ ἀεικίνητη στάση ὅσων ἐπιθυμοῦν γύρω ἀπὸ τὸ ἐπιθυμητό. Ἀεικίνητη στάση ὅσων ἐπιθυμοῦν γύρω ἀπὸ τὸ ἐπιθυμητό, εἶναι ἡ παντοτινὴ καὶ ἀκατάπαυστη ἀπόλαυση τοῦ ἐπιθυμητοῦ. Ἀπόλαυση παντοτινὴ καὶ ἀκατάπαυστη τοῦ ἐπιθυμητοῦ εἶναι ἡ μέθεξη τῶν θείων, τῶν πάνω ἀπὸ τὴ φύση. Μέθεξη τῶν πάνω ἀπὸ τὴ φύση θείων εἶναι ἡ ὁμοίωση αὐτῶν ποὺ μετέχουν μὲ τὸ μετεχόμενο. […] Ἡ θέωση εἶναι συνοπτικὰ ἡ περίληψη καὶ ἡ περάτωση ὅλων τῶν χρόνων καὶ τῶν αἰώνων καὶ ὅλων ὅσα εἶναι μέσα στὸ χρόνο καὶ στὸν αἰώνα. (Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής)351

Ὁ Θεός, μὲ τὴν ἀπειροδύναμη βούληση τῆς ἀγαθότητάς Του, θὰ μαζέψει ὅλους, καὶ ἀγγέλους καὶ ἀνθρώπους, καλοὺς καὶ κακούς. Ὅλοι ὅμως αὐτοὶ δὲ θὰ ἔχουν ἴση μέθεξη τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος πέρασε ἀνάμεσα ἀπ’ ὅλους χωρὶς διάκριση, ἀλλὰ ὁ καθένας ἀνάλογα μὲ τὴ δεκτικότητά του. (Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής)352

Ἐκεῖνοι ποὺ φύλαξαν τὴν προαίρεσή τους ἰσόνομη σὲ ὅλα μὲ τὴ φύση καὶ τὴν ἔκαναν ἐνεργητικὰ δεκτικὴ τῶν λόγων τῆς φύσεως σύμφωνα μὲ τὴν ἀρχὴ τῆς μακαριότητας, λόγω τῆς συμμορφώσεως τῆς προαιρέσεώς τους μὲ τὴ θεία βούληση, θὰ ἔχουν πλήρη μέθεξη τῆς ἀγαθότητας τοῦ Θεοῦ […]. Ἐκεῖνοι ὅμως ποὺ σὲ ὅλα ἔκαναν τὴν προαίρεσή τους ἀνισόνομη πρὸς τὴ φύση καὶ τὴν ἔδειξαν κατὰ τὴν ἐνέργειά της νὰ διασκορπίζει τοὺς λόγους τῆς φύσεως, τελείως ἀντίθετα πρὸς τὴν ἀρχὴ τῆς μακαριότητας, λόγω τῆς ἀντιθέσεως τῆς προαιρέσεώς τους στὴ θεία βούληση, θὰ ξεπέσουν ὁλότελα ἀπὸ τὴν ἀγαθότητα ἐξαιτίας τῆς οἰκειώσεως ποὺ ἔχουν πρὸς τὴν ἀθλιότητα. (Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής)353

Ζυγαριὰ τῆς προαιρέσεως τοῦ καθενὸς κατὰ τὴν Κρίση θὰ εἶναι ὁ λόγος τῆς φύσεως ποὺ θὰ ἐλέγχει τὴν κίνησή της πρὸς τὴν ἀθλιότητα ἢ τὴν μακαριότητα, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία θὰ γίνει ἡ μέθεξη ἢ ὄχι τοῦ καθενὸς στὴ θεία ζωή. Γιατὶ ὁ Θεὸς θὰ παρουσιαστεῖ καὶ θὰ μαζέψει ὅλους γιὰ τὴν ὕπαρξη καὶ τὴν αἰώνια ὕπαρξη. Γιὰ τὴν αἰώνια ὅμως μακαριότητα θὰ μαζέψει μὲ ἰδιαίτερο τρόπο μόνο τοὺς ἁγίους, ἀγγέλους καὶ ἀνθρώπους, καὶ θ’ ἀφήσει τὴν αἰώνια ἀθλιότητα νὰ πέσει στοὺς μὴ ἁγίους, σὰν καρπὸ τῆς προαιρέσεώς τους. (Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής)354

Ὁ Θεὸς εἶναι Νοῦς καὶ αἰτία τῆς ἀεικινησίας τοῦ παντός, καὶ ὅλοι οἱ νόες σ’ αὐτόν, ὡς πρῶτο Νοῦ, ἔχουν μόνιμη τὴ στάση καὶ ἀκατάπαυστη τὴν κίνηση. (Ὅσιος Νικήτας Στηθάτος)355

Ὁ νοῦς μας […] γι’ αὐτὸ κι ἀγαπᾶ νὰ ἐρευνᾶ ὅσο γίνεται τὰ σχετικὰ μὲ τὸ Θεὸ καὶ ζητεῖ νὰ ἑνώνεται μὲ Αὐτόν, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἔλαβε τὴν ἀρχὴ καὶ ἔχει τὴν κίνηση καὶ πρὸς τὸν ὁποῖο ἀνατρέχει μὲ τὶς φυσικὲς ἰδιότητες […]. (Ὅσιος Νικήτας Στηθάτος)356

Στέκονται καὶ κινοῦνται γύρω ἀπὸ τὸ Θεὸ οἱ ψυχὲς ἐκεῖνες, ὅσες ἐλάφρυναν τὸ λογιστικό τους [νοῦ] ἀπὸ τὴν ὕλη […]. Καὶ κινοῦνται ἀδιάκοπα γύρω ἀπὸ τὸ Θεό, ἐπειδὴ Αὐτὸς εἶναι τὸ κέντρο καὶ ἡ αἰτία τῆς κινήσεως τοῦ κύκλου. Στέκονται δὲ μόνιμα καὶ σταθερὰ σὰν σὲ κύκλο, χωρὶς νὰ μποροῦν νὰ διασκορπιστοῦν ἀπὸ τὴ συνοχή τους αὐτὴ καὶ νὰ στραφοῦν πρὸς τὴν αἴσθηση καὶ τὴν κάτω περιπλάνηση τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων. (Ὅσιος Νικήτας Στηθάτος)357

Παραθέσαμε, μὲ ὅση ἦταν δυνατὸν σὲ ἐμᾶς σαφήνεια καὶ συντομία, τὶς ἀποκαλυπτικὲς καὶ θεόπνευστες ἀπόψεις τοῦ ἔνθεου Ἀποστόλου Παύλου καὶ τῶν ἀθάνατων Πατέρων Καλλίστου, Μαξίμου καὶ Νικήτα Στηθάτου, καθὼς καὶ τοῦ ἱεροῦ Διονυσίου. Θὰ θέλαμε νὰ προσθέσουμε μόνο δυὸ λόγια σχετικὰ μὲ τὰ ὅσα ἀναφέρονται στὴν «κίνηση» καὶ στὴ «στάση». Ἡ κίνηση στὸ δημιουργικὸ Σύμπαν εἶναι κάτι ποὺ σημαίνει κίνηση στὴν ἀέναη Δημιουργία, γιατὶ ὅσο καὶ ἂν σκεφτοῦμε ὅτι ἐπαρκεῖ ἡ ΟΥΣΙΑ, πρέπει νὰ κατανοήσουμε ὅτι ἡ κίνηση αὐτὴ εἶναι συνάρτηση τῆς ΟΥΣΙΑΣ καὶ συνεπάγεται τὴν οὐσιαστικὴ κίνηση παράλληλα μὲ τὴν «Ὑπαρξιακὴ στάση». Ἡ στάση δὲν ἔχει τὴν ἔννοια τῆς στασιμότητας. Εἶναι ἀνώτερος προσδιορισμὸς καὶ διαφορετικὴ τῆς στάσης τῆς προόδου, ποὺ ὑπονοεῖ φθορά. Ἡ στάση εἶναι ἡ «ἄφθαρτη παρουσία» μὲ τὰ ὄντα ποὺ διακατέχονται ἀπὸ τὸν Νόμο τῆς αἰώνιας Ἐλπίδας.

Ἡ στασιμότητα εἶναι διαφορετικὴ ἀπὸ τὴ «συμπαντικὴ στάση», δὲν ἐνέχει οὔτε ἀναγωγὴ οὔτε πτώση. Εἶναι ἀντίστροφη τῆς ἀναγωγῆς στοὺς οὐράνιους χώρους.

Ἐρευνήσαμε καὶ ἐρευνοῦμε τὴν ἐκδήλωση, τὴν ἀνάπτυξη καὶ γενικὰ τὴν ἐξέλιξη τῆς ζωῆς στὸν πλανήτη μας, τόσο ὡς φυσικὸ φαινόμενο ὅσο, ἀλλὰ καὶ κυρίως, ὡς πνευματικό. Ἔτσι, σύμφωνα μὲ τὶς ἀπόψεις ποὺ ἐκφράσαμε, τὰ πάντα στὸ Σύμπαν συνδέονται μὲ τὰ πάντα καὶ κανένα τμῆμα τοῦ Σύμπαντος δὲν εἶναι ἀνεξάρτητο ἀπὸ κάποιο ἄλλο.

Τὴν ἄποψή μας αὐτὴ συμμερίζεται ὁμόφωνα καὶ ἡ σύγχρονη φυσική, καθὼς καὶ ἡ μοριακὴ βιολογία. Ἡ διαφορὰ ὑπάρχει μόνο στὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἔρευνα τῆς ἐπιστήμης περιορίζεται στὴν ἔρευνα τοῦ σύμπαντος μόνο ὡς φυσικοῦ φαινομένου καὶ ἀγνοεῖ μονίμως τὴν ἄλλη ὄψη τῆς ζωῆς, τὴν πνευματική, ποὺ εἶναι ὄχι μόνο καὶ ἡ πραγματική, ἀλλὰ καὶ ἡ αἰώνια ἀναλλοίωτη.

Βέβαια, στὸ πλαίσιο τῆς καθημερινῆς ζωῆς, οἱ ἄνθρωποι δὲν συνειδητοποιοῦν τὴν ἑνότητα αὐτὴ τῶν πραγμάτων καὶ ἔτσι χωρίζουν τὸν κόσμο σὲ χωριστὰ ἀντικείμενα καὶ συμβάντα, ὥστε νὰ μποροῦν νὰ ἀντιμετωπίσουν ἀποτελεσματικὰ τὴν καθημερινότητα. Αὐτὴ ἡ ψευδαίσθηση τῆς ὕπαρξης τοῦ χωριστοῦ καὶ τῆς πολλαπλότητας εἶναι δημιούργημα τοῦ ἐγκεφαλικοῦ νοῦ καὶ ἐκπορεύεται ἀπὸ τὴν ἄγνοια γιὰ τὸ πραγματικὰ ὑπάρχον. Ὁ κύριος στόχος λοιπὸν τοῦ ἀναζητητῆ τῆς Ἀλήθειας εἶναι ὁ ἐπαναπροσανατολισμὸς τοῦ νοῦ μὲ τὴ βοήθεια τῆς ἠρεμίας καὶ τῆς προσευχῆς. Ἐπαναπροσανατολισμὸς καὶ κίνηση τοῦ νοῦ γιὰ τὴν προσέγγιση καὶ τελικὴ ἕνωση τοῦ κυττάρου μὲ τὸν πυρήνα του.

Αὐτὴ ἡ θεμελιώδης μοναδικότητα τοῦ Σύμπαντος τόσο στὴ φυσική του, ὅσο καὶ στὴν πνευματική του ὑπόσταση, εἶναι στὴν ἔρευνά μας τὸ βασικὸ χαρακτηριστικὸ τῆς κάθε πνευματικῆς ἐμπειρίας, μιᾶς ἐμπειρίας ποὺ βιώνεται, ἀπὸ ὅσους βιώνεται, ὅμοια, ἀνεξάρτητα τῶν μερικότερων ἀπόψεων ἢ δογματικῶν διαφορῶν ποὺ ἐμφανίζουν οἱ θρησκευτικὲς δοξασίες καὶ παραδόσεις στὰ διάφορα σημεῖα τοῦ πλανήτη μας.

Παράλληλα ὅμως, ἡ διαπίστωση αὐτὴ ἀποτελεῖ καὶ τὴ σημαντικότερη διαπίστωση τῆς φυσικῆς καὶ τῆς μοριακῆς βιολογίας καὶ κάνει ἤδη τὴν ἐμφάνισή της στὸ ἀτομικὸ ἐπίπεδο, γιὰ νὰ γίνει ἀκόμα πιὸ φανερὴ στὸν κόσμο τῶν ὑποατομικῶν σωματιδίων. Ἀπὸ τὴ μελέτη αὐτῶν τῶν σωματιδίων προκύπτει ἡ ἴδια πάντοτε ἀλήθεια, ὅτι τὰ συστατικὰ στοιχεῖα τῆς ὕλης καὶ ὅλα τὰ φαινόμενα ποὺ συνδέονται μαζί τους διατηροῦν σχέσεις ἀλληλουχίας καὶ ἀλληλεξάρτησης, ὥστε νὰ μὴ μποροῦν νὰ συλληφθοῦν σὰν ἀπομονωμένες ὀντότητες παρὰ μόνο σὰν ἀδιαχώριστα τμήματα τοῦ συνόλου. Ὁλόκληρο τὸ σύμπαν, ἰδωμένο σὰν ἕνα σύνολο, ἀποτελεῖ τὴ θεμελιώδη πραγματικότητα.

Αὐτὴ τὴν ἀλήθεια τῆς ἑνότητας τοῦ Σύμπαντος μᾶς ἀποκάλυψε πρῶτος ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὅταν εἶπε ὅτι ὅλα τὰ πράγματα, κάθε εἶδος μορφῆς ζωῆς, κάθε πνοὴ ζωῆς ἀντλοῦν τὴν ὕπαρξή τους ἀπὸ τὸ Ὑπέρτατο Ὄν, μὲ τὸ ὁποῖο διατηροῦν τὴν ἀμοιβαία ἐξάρτηση καί, ἀκόμα, ὅτι τίποτα, δηλαδὴ καμία μορφὴ ζωῆς δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἀπὸ μόνη της – «ἐν Αὐτῷ ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμέν».

Ἵνα πάντες ἓν ὦσι […] καθὼς ἡμεῖς ἕν ἐσμεν. (Κατὰ Ἰωάννην 17:21-22)

Αὐτὴ τὴν Ἀλήθεια, ποὺ εἶναι διάχυτη στὰ Ἱερὰ Εὐαγγέλια, διακηρύττουν ὅλοι σχεδὸν οἱ Νηπτικοὶ Πατέρες τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καὶ ἀρκετοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἐξέφρασαν τὴ σχετικὴ πνευματικὴ ἐμπειρία τους μὲ λόγια ποὺ εἶναι σχεδὸν ταυτόσημα μὲ ἐκεῖνα τῶν σύγχρονων φυσικῶν. Ἐπαναλαμβάνουμε, ὅπως μᾶς διαβεβαιώνει ὁ Μέγας Κάλλιστος:

Τὰ πάντα, μετὰ τὴν ἔκλαμψή τους, ἂς ποῦμε ἔτσι, ἀπὸ τὸ ὑπερκόσμιο Ἕνα, δὲν ἀπομακρύνθηκαν ὁλότελα ἀπὸ Αὐτό, ἀπὸ τὸ ὁποῖο πῆραν τὴ γένεση, ἀλλὰ σ’ Ἐκεῖνο μέσα ὅπως ἔγιναν, ἔτσι καὶ συγκρατοῦνται καὶ τελειοποιοῦνται. […] Καὶ ὅλα κηρύττουν μεγαλόφωνα τὸ Ἕνα καὶ ὅλα κλίνουν πρὸς τὸ Ἕνα, καὶ αὐτὸ τὸ ὑπερκόσμιο Ἕνα προβάλλει τὸν ἑαυτό του διὰ μέσου ὅλων τῶν ὄντων στὸ νοῦ. (Ἅγιος Κάλλιστος Καταφυγιώτης [Ἀγγελικούδης])358

Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ ψυχὴ στὴν κατάσταση ποὺ βιώνει ἔξω ἀπὸ τὸν χωροχρόνο δὲν ἔχει τὴν αἴσθηση μιᾶς ξεχωριστῆς ταυτότητας ἀπὸ τὸν Δημιουργό της, τὴν αἴσθηση αὐτὴ τὴν ἀποκτᾶ μόνο ὅταν ἀρχίσει τὴν περιπλάνησή της στὴ Γῆ. Ἐδῶ στὴ Γῆ, ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη, στὸ σύνολό της σχεδόν, ἔπαψε νὰ ἀντιλαμβάνεται αὐτὴ τὴν ἑνότητα. Ἐδῶ καὶ πολλοὺς αἰῶνες ὁ ἄνθρωπος ζεῖ στὴ δική του «ἔρημο». Ἐλάχιστοι στὴν πορεία τοῦ χρόνου συνειδητοποίησαν αὐτὴ τὴν ἀλήθεια. Λίγοι Ἅγιοι, λίγοι ἐπιστήμονες, λίγοι καλλιτέχνες. Ἡ ἀνθρωπότητα ὁδεύει τὸν δικό της δρόμο. Ἔτσι βρεθήκαμε παγιδευμένοι στὴν ἐπίγνωση μιᾶς πραγματικότητας ποὺ ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τὴν Ἀλήθεια, μιᾶς πραγματικότητας ποὺ ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ πραγματικότητα. Ἔχουμε ταυτίσει τὴν ὕπαρξή μας μὲ τὴν ὕλη καὶ μόνο, μὲ τὴ δυστυχία ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὴν ὕλη, μὲ τὸ ἄγχος ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὴν ὕλη λόγω τοῦ σκοταδισμοῦ ποὺ μᾶς διακατέχει.

Σὲ αὐτὴ τὴν πραγματικότητα ποὺ ἐμεῖς νομίζουμε ὅτι εἶναι ἡ μοναδική, εἴμαστε κατακερματισμένοι, νομίζουμε ὅτι ἀποτελούμαστε ἀπὸ ἕνα πλῆθος ὄντων καὶ ξεχνᾶμε μονίμως ὅτι ἀποτελοῦμε τμήματα ἑνὸς δικτύου ἀλληλεπιδράσεων ποὺ ἑνώνει κάθε μορφὴ ζωῆς μέσα σὲ ἕνα ἄπειρο ἀντικειμενικὸ σύστημα καὶ ὅτι ὅλα ἀποτελοῦν μέρος αὐτοῦ τοῦ συστήματος.

Εἶναι, ἑπομένως, οὐσιῶδες νὰ ἀντιληφθοῦμε ὅτι ἡ γέννηση καὶ ὁ θάνατός μας δὲν εἶναι παρὰ ἀρχὴ καὶ τέλος ἑνὸς ρεύματος κινήσεων στὸν νοῦ μας –ποὺ ἑρμηνεύονται ὡς γεγονότα στὸν χωροχρόνο– καὶ ὅ,τι εἴμαστε εἶναι ἄχρονο, ἄχωρο καὶ μὴ ἀντιληπτὸ ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις.

Ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου ἔχει στραφεῖ σταθερὰ πρὸς τὰ ἔξω καὶ ἀπέκτησε τὴν τάση νὰ ἀναζητᾶ τὰ πράγματα μέσα ἀπὸ τὰ πράγματα. Ὅταν ὅμως αὐτὸς ὁ νοῦς κατευθύνεται πρὸς τὴν πηγή του, ποὺ εἶναι μέσα μας, τότε εἶναι σχεδὸν σὰν νὰ γίνεται ἕνα θαῦμα, σὰν νὰ ἀρχίζει μιὰ καινούρια ζωή, καὶ ὁ ἀναζητητὴς ἀντιλαμβάνεται ὅτι αὐτὸ ποὺ ἀναζητεῖται εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτός του. Γιὰ αὐτὴν ὅμως τὴ διαπίστωση τῆς ἀλήθειας, ὁ ἀναζητητὴς πρέπει νὰ ἔχει πίστη, μιὰ πίστη ποὺ θὰ τοῦ ἐπιτρέψει νὰ συλλάβει τὰ βασικὰ χαρακτηριστικὰ τῆς Ἀλήθειας. Καὶ ἡ πίστη αὐτὴ πρέπει νὰ εἶναι τοῦ εἴδους ποὺ ἀποδέχεται τὸν Λόγο ὡς ἀλήθεια τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ. Ἡ πίστη εἶναι τὸ πρῶτο βῆμα πού, ἂν δὲν γίνει, δὲν εἶναι δυνατὴ καμία περαιτέρω πρόοδος.

Ὅλοι ὑπάρχουμε, ὅπως λέει ὁ Μέγας Κάλλιστος, ὡς ἀπόρροια τοῦ Ὑπέρτατου Ἑνὸς καὶ δὲν ὑπάρχει κανένα ἀπὸ ὅλα τὰ ὄντα στὸ ὁποῖο νὰ μὴν ὑπάρχει, ἔστω καὶ ἀπειροελάχιστα, ἡ δύναμη αὐτοῦ τοῦ Ἑνός. Ὅλα ὑπάρχουν καὶ κινοῦνται καὶ εὑρίσκονται σὲ αὐτὸ τὸ Ἕνα καὶ ὅλα καταλήγουν ἐκεῖ – «ἐν Αὐτῷ ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμέν».

Εἶναι πολὺ σημαντικό, ἀπαραίτητα ἀναγκαῖο, νὰ ἐπανέλθουμε στὴν ἀντίληψη τοῦ πραγματικοῦ ἑαυτοῦ μας. Γιατὶ ἂν ἐξακολουθήσουμε νὰ μὴ συνειδητοποιοῦμε τὴν ταυτότητά μας καὶ τὴν ταύτισή μας μὲ τὸν Δημιουργό μας, τὰ αἰσθητήρια ὄργανά μας θὰ ἀπορροφηθοῦν ἀπὸ τὴν ὕλη καὶ τελικὰ θὰ συγχωνευθοῦν μὲ τὴ δική της μάζα, ὥστε ὁ ἄνθρωπος, αὐτὸ τὸ θεῖο πλάσμα, νὰ μετατραπεῖ –ὅπως ἤδη ἔχει μετατραπεῖ– σὲ ἕνα ὂν ποὺ θὰ ἀντιλαμβάνεται μόνο ὅ,τι τοῦ χρειάζεται γιὰ νὰ ἀκούει, νὰ βλέπει καὶ νὰ ἀγγίζει, σὲ ἕνα ὂν ποὺ ἐλάχιστα θὰ διαφέρει ἀπὸ τὰ ἐξελιγμένα ζῶα. Εἶναι πολὺ σημαντικό, λοιπόν, νὰ ἀντιληφθοῦμε ὅτι ἡ ὕπαρξή μας μόνο σὲ ταύτιση μὲ τὸν Θεὸ εἶναι ἡ πραγματικότητα ἀπὸ τὴν ὁποία πηγάζει κάθε μορφὴ ζωῆς.

Ὁ καιρὸς ἐπείγει. Τὸ κάλεσμα τοῦ Χριστοῦ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους νὰ ἀκολουθήσουν τὸν ἄφθαρτο δρόμο τῆς ἀγάπης καὶ νὰ ἐφαρμόσουν στὴν καθημερινή τους ζωὴ τὴ διδασκαλία Του χάθηκε, πνίγηκε στὴν πυκνὴ σκόνη ποὺ δημιούργησε ἡ διαστρέβλωση αὐτῆς τῆς διδασκαλίας. Τὸ κάλεσμα τοῦ Ἰησοῦ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους νὰ ἐγκαταλείψουν τὶς ἐξαρτήσεις ἀπὸ τὴν ὕλη καὶ νὰ ὑψωθοῦν στὴ ζωὴ τοῦ πνεύματος θάφτηκε ἐπιμελῶς ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἴδιους ποὺ πρωτοστάτησαν στὴ Σταύρωσή Του καὶ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ τοὺς διαδέχτηκαν. Στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ἀναβίωσε ὁ φαρισαϊσμὸς καὶ ἔθνη ὁλόκληρα στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ λάτρεψαν καὶ λατρεύουν θεοὺς ἀλλότριους. Ἔθνη ὁλόκληρα ἰσχυρίζονται ὅτι ζοῦν σύμφωνα μὲ τὴ διδασκαλία Ἐκείνου, ἐνῶ ζοῦν μὲ τὴ δική τους ἀλήθεια, ζοῦν μὲ ψευδαισθήσεις καὶ ἀκολουθοῦν δρόμους πολὺ διαφορετικοὺς ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ὁ Χριστὸς χάραξε.

Οἱ ἄνθρωποι ξέχασαν ὅτι ἡ ζωὴ ἔχει ἕνα βαθύτερο νόημα, ὅτι ὑπάρχει τάξη καὶ ἁρμονία στὸ Σύμπαν, ξέχασαν πὼς ὑπάρχει ἕνας Ὑπέρτατος Νομοθέτης ποὺ ρυθμίζει καὶ προνοεῖ γιὰ τὴ ζωὴ αὐτήν.

 


331 Σωφρόνιος Σαχάρωφ, Περὶ Προσευχῆς, ὅ.π., «Γιὰ τὴν προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ», σ. 128.

332 Σωφρόνιος Σαχάρωφ, Περὶ Προσευχῆς, ὅ.π., «Ἡ προσευχὴ ὡς ἡ ὁδὸς πρὸς τὴ γνώση», σ. 74.

333 Φῶς οὖν νοητὸν λέγεται τὸ ὑπὲρ πᾶν φῶς ἀγαθόν, ὡς ἀκτὶς πηγαία καὶ ὑπερβλύζουσα φωτοχυσία, πάντα τὸν ὑπερκόσμιον καὶ περικόσμιον, καὶ ἐγκόσμιον νοῦν, ἐκ τοῦ πληρώματος αὐτῆς καταλάμπουσα, καὶ τὰς νοερὰς αὐτῶν ὅλας ἀνανεάζουσα δυνάμεις, καὶ πάντας περιέχουσα τῷ ὑπερτετάσθαι, καὶ πάντων ὑπερέχουσα τῷ ὑπερκεῖσθαι· καὶ ἁπλῶς, πᾶσαν τῆς φωτιστικῆς δυνάμεως τὴν κυρείαν, ὡς ἀρχίφωτος καὶ ὑπέρφωτος, ἐν ἑαυτῇ συλλαβοῦσα, καὶ ὑπερέχουσα, καὶ προέχουσα, καὶ τὰ νοερὰ καὶ τὰ λογικὰ πάντα συνάγουσα, καὶ ἀολλῆ ποιοῦσα. Καὶ γὰρ ὥσπερ ἡ ἄγνοια διαιρετικὴ τῶν πεπλανημένων ἐστίν, οὕτως ἡ τοῦ νοητοῦ φωτὸς παρουσία, συναγωγὸς καὶ ἑνωτικὴ τῶν φωτιζομένων ἐστί, καὶ τελειωτική, καὶ ἔτι ἐπιστρεπτικὴ πρὸς τὸ ὄντως ὄν, ἀπὸ τῶν πολλῶν δοξασμάτων ἐπιστρέφουσα, καὶ τὰς ποικίλας ὄψεις, ἢ κυριώτερον εἰπεῖν, φαντασίας, εἰς μίαν ἀληθῆ καὶ καθαράν, καὶ μονοειδῆ συνάγουσα γνῶσιν, καὶ ἑνὸς καὶ ἑνωτικοῦ φωτὸς ἐμπιπλῶσα. Τοῦτο τἀγαθὸν ὑμνεῖται πρὸς τῶν ἱερῶν θεολόγων καὶ ὡς καλόν, καὶ ὡς κάλλος, καὶ ὡς ἀγάπη καὶ ὡς ἀγαπητόν […]. Τὸ δὲ καλὸν καὶ κάλλος διαιρετέον ἐπὶ τῆς ἐν ἑνὶ τὰ ὅλα συνειληφυίας αἰτίας. Ἐκ τοῦ καλοῦ τούτου πᾶσι τοῖς οὖσι τὸ εἶναι, κατὰ τὸν οἰκεῖον λόγον ἕκαστα καλά, καὶ διὰ τὸ καλὸν αἱ πάντων ἐφαρμογαί, καὶ φιλίαι, καὶ κοινωνίαι· καὶ τῷ καλῷ τὰ πάντα ἥνωται (Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, Συγγράμματα, ὅ.π., Περὶ Θείων Ὀνομάτων, Κεφ. Δ΄, «Περὶ ἀγαθοῦ, φωτός, καλοῦ, ἔρωτος, ἐκστάσεως, ζήλου· καὶ ὅτι τὸ κακὸν οὔτε ὄν, οὔτε ἐξ ὄντος, οὔτε ἐν τοῖς οὖσι», §VI-VII, σσ. 408-411, δίγλωσση ἔκδοση).

334 Πάντα τὰ ὄντα ἐκ τοῦ καλοῦ καὶ ἀγαθοῦ· καὶ πάντα τὰ οὐκ ὄντα, ὑπερουσίως ἐν τῷ καλῷ καὶ ἀγαθῷ· καὶ ἔστι πάντων ἀρχή, καὶ πέρας ὑπεράρχιον, καὶ ὑπερτελές. Ὅτι ἐξ αὐτοῦ, καὶ δι’ αὐτοῦ, καὶ ἐν αὐτῷ, καὶ εἰς αὐτὸ τὰ πάντα, ὥς φησιν ὁ ἱερὸς λόγος (Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, Συγγράμματα, ὅ.π., Περὶ Θείων Ὀνομάτων, Κεφ. Δ΄, «Περὶ ἀγαθοῦ, φωτός, καλοῦ, ἔρωτος, ἐκστάσεως, ζήλου· καὶ ὅτι τὸ κακὸν οὔτε ὄν, οὔτε ἐξ ὄντος, οὔτε ἐν τοῖς οὖσι», §Χ, σσ. 416-417, δίγλωσση ἔκδοση).

335 Ἔστι δὲ καὶ ἐκστατικὸς ὁ θεῖος ἔρως, οὐκ ἐῶν ἑαυτῶν εἶναι τοὺς ἐραστάς, ἀλλὰ τῶν ἐρωμένων. Καὶ δηλοῦσι, τὰ μὲν ὑπέρτερα τῆς προνοίας γιγνόμενα τῶν καταδεεστέρων· καὶ τὰ ὁμόστοιχα τῆς ἀλλήλων συνοχῆς· καὶ τὰ ὑφειμένα τῆς πρὸς τὰ πρῶτα θειοτέρας ἐπιστροφῆς. Διὸ καὶ Παῦλος ὁ μέγας, ἐν κατοχῇ τοῦ θείου γεγονὼς ἔρωτος, καὶ τῆς ἐκστατικῆς αὐτοῦ δυνάμεως μετειληφώς, ἐνθέῳ στόματι· Ζῶ ἐγώ, φησίν, οὐκ ἔτι, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός (Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, Συγγράμματα, ὅ.π., Περὶ Θείων Ὀνομάτων, Κεφ. Δ΄, «Περὶ ἀγαθοῦ, φωτός, καλοῦ, ἔρωτος, ἐκστάσεως, ζήλου· καὶ ὅτι τὸ κακὸν οὔτε ὄν, οὔτε ἐξ ὄντος, οὔτε ἐν τοῖς οὖσι», §ΧII, σσ. 422-423, δίγλωσση ἔκδοση).

336 Πρῶτον ὁ νοῦς ζητεῖ καὶ εὑρίσκει· εἶτα ἑνοῦται τῷ εὑρεθέντι καὶ τὴν μὲν ζήτησιν ποιεῖται διὰ τοῦ λόγου, τὴν δὲ ἕνωσιν διὰ τῆς ἀγάπης. Καὶ ἡ μὲν διὰ τοῦ λόγου ζήτησις γίνεται διὰ τὴν ἀλήθειαν· ἡ δὲ τῆς ἀγάπης ἕνωσις διὰ τὸ ἀγαθόν (Ὅσιος Θεόληπτος Φιλαδελφείας, στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Δ΄ [1961], σ. 15:ζ΄). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Δ΄ [2008], «Κεφάλαια», σ. 157:7.

337 Εἰ γάρ τοι μὴ τῆς χρείας χάριν ἀπήρξατο τῆς τῶν ὄντων γενέσεως ὁ Δημιουργός, ἀλλὰ τοῦ ἰδίου δυνατοῦ καὶ σοφοῦ, ἐνδόξου τε καὶ μεγαλοπρεποῦς μόνον, τάχ’ ἂν θᾶττον μυρίους ἀνθ’ ἑνὸς ἑώρακας Κόσμους· μᾶλλον μὲν οὖν οὐδὲ κόσμους, οἷον ὁ νῦν ὁρώμενος, ἀλλὰ τινὰς ξένους, ὑπερφυεῖς τε καὶ ὑπὲρ νόησιν· ὧν τοῦ κάλλους καὶ τῆς σοφῆς ποικιλίας, οὐδ’ ἂν ψυχὴ τὴν δόξαν τε καὶ στιλπνότητα ἐκ τοῦ ῥᾴστου ὑπενεγκεῖν ἠδύνατο, ἀλλ’ ἐξέφυγεν ἐκ τοῦ σώματος ἐξ ἐκπλήξεων. […] ἐν ἐκείνῳ μέντοι τῷ αἰῶνι τηρεῖται τὰ μᾶλλον ἔνδοξά τε καὶ κρείττονα ἅτινα ἵνα ὑπενέγκῃ ὁρᾶν ψυχή, ὡς διὰ χωνείας τῷ τάφῳ διὰ θανάτου μεταχαλκεύεται καὶ γίνεται ἄνθρωπος καινὸς ἐπὶ καινοῖς χρήμασι καὶ τρυφαῖς καὶ ὁράσεσι (Πατριάρχης Κάλλιστος [Ἀγγελικούδης], στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Δ΄ [1961], σ. 315:κζ΄). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Ε΄ [2002], «Περὶ θεωρίας», σ. 50:27.

338 Πάντα τὰ ὄντα ἐκ τοῦ πεποιηκότος αὐτὰ κατὰ λόγον τὴν σφῶν αὐτῶν εἴληφε κίνησιν καὶ τὸ φυσικὸν ἴδιον· ὅθεν ἀκολούθως καὶ ὁ νοῦς· ἀλλ’ ἡ τοῦ νοῦ κίνησις ἔχει τὸ ἀεί· τὸ δ’ ἀεὶ ἄπειρον καὶ ἀόριστον· παρὰ τὴν ἰδίαν ἄρα ἀξίαν καὶ τὸ πεφυκὸς κυρίως αὐτῷ, ἔσται κινουμένῳ πεπερασμένως ἢ ὡρισμένως· τοῦτο δὲ πείσεται, εἴπερ ἐν πεπερασμένοις κινοῖτο καὶ ὡρισμένοις· οὐ γάρ ἐστιν, εἶναι μὲν τὸ πρᾶγμα πεπερασμένον καὶ ὡρισμένον, ἡ δ’ ἐπ’ αὐτό, ἢ περὶ αὐτὸ κίνησις τοῦ νοῦ προϊέναι ἐπ’ ἄπειρον· δεῖται δὴ ἄρα τὸ τοῦ νοὸς ἀεικίνητον γιγνομένως ἀπείρου καὶ ἀορίστου τινός, πρὸς ὃ κατὰ λόγον καὶ τὸ σφέτερον πεφυκός, εἴη γ’ ἂν κινούμενον· ἀλλὰ μὴν ἄπειρον καὶ τῷ ὄντι ἀόριστον ἔστιν οὐδέν, πλὴν τοῦ Θεοῦ, φύσει καὶ κυρίως ὄντως ἑνός· πρὸς ἄρα τὸ κυρίως ἄπειρον ἕν, τὸν Θεόν, ἀνατετάσθαι καὶ ἀφορᾶν καὶ κινεῖσθαι τὸν νοῦν χρή· τοῦτο γὰρ κυρίως πέφυκεν αὐτῷ (Ἅγιος Κάλλιστος Καταφυγιώτης [Ἀγγελικούδης], στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Ε΄ [1963], σ. 4:γ΄). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Ε΄ [2002], «Περὶ τῆς ἑνώσεως μὲ τὸ Θεό…», σ. 218:3.

339 Εἷς ὢν ὁ νοῦς τὴν φύσιν, εἰ καὶ πολλὰ ταῖς νοήσεσιν, ἀνατεινόμενος, καὶ οἷον κινούμενος πρὸς Θεόν, τὸν ἕνα τὴν φύσιν καὶ πολλὰ τὴν ἐνέργειαν, ἀνένδεκτον χαίρειν ὁλοσχερῶς, πρὶν ἂν ἐν τῷ πεφυκότως ἀορίστῳ ἑνὶ διὰ πνεύματος γένοιτο, ἀπὸ τῶν πολλῶν ὥσπερ διαβάς (Ἅγιος Κάλλιστος Καταφυγιώτης [Ἀγγελικούδης], στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Ε΄ [1963], σ. 5:δ΄). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Ε΄ [2002], «Περὶ τῆς ἑνώσεως μὲ τὸ Θεό…», σ. 219:4.

340 Πᾶσα οἱουδήτινος κτιστοῦ κίνησις καὶ δὴ καὶ αὐτοῦ νοῦ, πρὸς στάσιν καὶ ἠρεμίαν γιγνομένως σπεύδει καὶ ἀφορᾷ καὶ τὸ στῆναι γενέσθαι καὶ ἠρεμῆσαι κατ’ αὐτήν, καὶ τέλος καὶ ἐξ ἐφαμίλλου ἀνάπαυσις τῷ κτιστῷ· ἀλλὰ μὴν ὅ γε νοῦς, εἷς ὢν τῶν κτιστῶν, ἐν κτιστοῖς στάσεως καὶ ἠρεμίας μετειληχέναι κινούμενος οὐ δεδύνηται· […] καὶ ἥκιστα τὸ παράπαν ἕξει τὸ ἠρεμεῖν ἢ τοῦ ἰδίου τέλους ἐπιτυχεῖν ἢ τὸ ἀεικίνητον οὐχ ἕξει μεθ’ ἑαυτοῦ κατὰ τὰ προκείμενα, τοῖς ὡρισμένοις καὶ πεπερασμένοις συμπεριληφθείς· ὅπερ πόρρω τοῦ κατὰ νοῦν φυσικοῦ, περιφανῶς ἀεικινήτου τυγχάνοντος· οὐκ ἄρα ἐστὶν εἰκὸς εὑρηκέναι τὸ ἤρεμον, ἢ στῆναι νοῦν ἐν δήπου κτιστοῖς γινόμενον· ποῦ τοίνυν χρήσαιτ’ ἂν ὁ νοῦς τῷ ἑαυτοῦ ἰδικῷ, τῷ διὰ κινήσεως ἵστασθαι δηλαδή, καὶ οὕτως ἠρεμεῖν καὶ εἰρήνην ἄγειν καὶ ἀναπαύλης δεδέχθαι αἴσθησιν ἀσφαλῶς, εἰ μὴ ἔν γε ἀκτίστῳ καὶ ἀπεριγράφῳ γένοιτο; τοῦτο δέ ἐστιν ὁ Θεὸς κυρίως καὶ ὑπερκοσμίως ἓν ὤν· ἐν ἄρα τουτῳὶ τῷ ἑνὶ καὶ ἀπεριγράπτῳ γίνεσθαι διὰ κινήσεως τὸν νοῦν δεῖ, ὡς ἂν τὴν σφετέραν φυσικὴν ἠρεμίαν ἐξευρηκότα, ἐν ἀναπαύσει τῇ νοερᾷ κατὰ τὸ εἰκός· στάσις γὰρ διὰ πνεύματος ἐκεῖ καὶ ξενότροπος ἀνάπαυσις καὶ πάντων πέρας τὸ ἄπειρον καὶ κίνησις ἐν τῷ ἑνὶ γινομένῳ ἐκείνῳ οὐκ ἀπολείπεται οὐδαμῶς παντὶ νῷ, τὸ ἀόριστον καὶ ἀπέραντον πεφθακότι, τό τε ἀπερίγραπτον, ἀνείδεον καὶ ἀσχημάτιστον καὶ ἀπολύτως ἁπλοῦν· τοιοῦτο γὰρ τὸ εἰρημένον ἕν, τοὐτέστιν ὁ Θεός (Ἅγιος Κάλλιστος Καταφυγιώτης [Ἀγγελικούδης], στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Ε΄ [1963], σ. 5:ε΄). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Ε΄ [2002], «Περὶ τῆς ἑνώσεως μὲ τὸ Θεό…», σ. 219:5.

341 Εἰ ἐξ αὐτοῦ καὶ δι’ αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν τὰ πάντα, ἔστι δὲ καὶ ὁ νοῦς τῶν ἁπάντων ἕν, ἄρα ἐξ αὐτοῦ καὶ δι’ αὐτοῦ καὶ οὑτωσὶ καὶ μάλιστα προσεχέστερόν γε ἐξ αὐτοῦ καὶ δι’ αὐτοῦ αὐτὸς διὰ τὸ θεοείκελον. Οὐκοῦν καὶ μᾶλλον οὗτος ἀφορᾶν ὀφείλει γ’ εἰς αὐτόν. Τὸ δὲ εἰς αὐτὸν λεγόμενον, εἰς τὴν τοῦ ὑπερκοσμίου ἑνὸς χρῆναι ἔμφασιν ἐπιστρεπτικῶς ἀφορᾶν δηλοῖ. Εἰς τὸ ἓν ἄρα ὁ νοῦς ὀφείλει ἀφορᾶν (Ἅγιος Κάλλιστος Καταφυγιώτης [Ἀγγελικούδης], στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Ε΄ [1963], σ. 9:ιγ΄). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Ε΄ [2002], «Περὶ τῆς ἑνώσεως μὲ τὸ Θεό…», σ. 223:13.

342 Τῶν πάντων ἐφετῶν ἄκρον ἡ μετὰ τῆς ψυχῆς θεία καὶ ὑπὲρ νοῦν ἕνωσις (Ἅγιος Κάλλιστος Καταφυγιώτης [Ἀγγελικούδης], στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Ε΄ [1963], σ. 12:ιθ΄). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Ε΄ [2002], «Περὶ τῆς ἑνώσεως μὲ τὸ Θεό…», σ. 227:19.

343 Τὰ πάντα ἐκ τοῦ ὑπερκοσμίου ἑνὸς ὥσπερ ἐκλάμψαντα οὐκ ἀπέστησαν, ὅθεν ἔσχον τὴν γένεσιν τρόπῳ παντί, ἀλλ’ ἐν ἐκείνῳ ὥσπερ ἐγένοντο, οὕτω καὶ συνέχονται καὶ τελειοῦνται· καὶ οὐδέν ἐστιν ἐν οὐδενὶ τῶν ἁπάντων, ἐν ᾧ οὐκ ἔστιν ἀπόρροια καὶ ὡσανεί τις ὀσμὴ ἐκείνου τοῦ ποιητικοῦ καὶ ὄντως ἑνός· καὶ πάντα τὰ ὄντος μετέχοντα μονονουχὶ φωνὴν ἀφιᾶσι, παραδεικνῦντα οὐχὶ τὸ ὑπερκόσμιον ἕν· (τοῦτο γὰρ ὑπερίδρυται πάσης τῆς ὁποιασοῦν εἴτε θεωρίας, εἴτε νοήσεως) ἀλλά τινα ἀκτῖνα τοῦ ὑπερκοσμίου ἑνός (Ἅγιος Κάλλιστος Καταφυγιώτης [Ἀγγελικούδης], στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Ε΄ [1963], σ. 13:κα΄). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Ε΄ [2002], «Περὶ τῆς ἑνώσεως μὲ τὸ Θεό…», σ. 228:21.

344 Ὅθεν, ἐπεὶ διὰ πάντων ἐπιβοᾶται τὸ ἕν, καὶ πάντα νεύει πρὸς ἕν, καὶ αὐτὸ τὸ ὑπερκόσμιον ἓν διὰ πάντων τῶν ὄντων προφαίνει ἑαυτὸ τῷ νοΐ, ἀνάγκη χειραγωγεῖσθαι καὶ ποδηγεῖσθαι καὶ ἄγεσθαι πρὸς τὸ ὑπερκόσμιον ἓν τὸν νοῦν (Ἅγιος Κάλλιστος Καταφυγιώτης [Ἀγγελικούδης], στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Ε΄ [1963], σ. 13:κα΄). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Ε΄ [2002], «Περὶ τῆς ἑνώσεως μὲ τὸ Θεό…», σ. 228:21.

345 Ἐπιστρεπτέον οὖν, ἀγαθῇ τύχῃ, ὃ δὴ λέγεται, ἐν Πνεύματι πρὸς τὴν τοῦ μόνου ἑνὸς εὕρεσιν καὶ γνῶσιν, ὅθεν πάντων αἱ ἀρχαὶ καὶ ὅπου πάντων τὰ πέρατα· καὶ πάντως αὐτομάτη, ἡ τῆς θείας ἀγάπης πύλη ἡμῖν, χάριτι τοῦ Χριστοῦ, ἀνοιγήσεται καὶ εἰσελευσόμεθα εἰς τὴν κατάπαυσιν τοῦ Κυρίου ἡμῶν ἐν εὐφροσύνῃ καὶ ἀγαλλιάσει πολλῇ, καὶ τὴν τοῦ ἑνὸς ἀπόλαυσιν ἐπιγνωσόμεθα καὶ θείας τρυφῆς ἐν γεύσει ἐσόμεθα, ἓν καὶ αὐτοὶ γεγονότες καὶ οὐκ εἰς πολλὰ σχιζόμενοι ἢ διαιρούμενοι, κατὰ τὴν τοῦ Σωτῆρος πρὸς τὸν Πατέραν παράκλησιν, ἵνα ὦσι, φάσκοντος, ἕν, καθὼς ἡμεῖς ἓν ἐσμέν (Ἅγιος Κάλλιστος Καταφυγιώτης [Ἀγγελικούδης], στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Ε΄ [1963], σ. 14:κδ΄). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Ε΄ [2002], «Περὶ τῆς ἑνώσεως μὲ τὸ Θεό…», σ. 229:24.

346 Ὑπὲρ τὴν ἑαυτοῦ φύσιν τότε ὁ νοῦς γίνεται, ὅταν εἰς τὸ ὑπὲρ νοῦν γένηται παντελῶς, ἀνείδεός τε καὶ ἀσχημάτιστος καὶ τὸ ὅλον ἐνθέως ἀμόρφωτος καταστάς, ἄναρχός τε καὶ ἄπειρος, καὶ ὡς ἔπος εἰπεῖν, ὑπὲρ τὴν ἰδίαν ἕνωσιν· ὅταν δὲ τὸ σφέτερον διανοούμενον ἔχῃ μεθ’ ἑαυτοῦ, κἂν τοῖς θείοις εἴη καὶ νοητοῖς ἀσχολούμενον, τότε φυσικῶς λέγεται κινεῖσθαι καὶ ἐνεργεῖν καὶ εἰς τὴν ἑαυτοῦ φύσιν ἵστασθαι· κατὰ πολὺ δὲ ὑπέρκειται τὸ ὑπὲρ φύσιν τοῦ κατὰ φύσιν καὶ ἔστι πάνυ ἀνώτερον. Δεῖ δὴ φιλεῖν τοῦ ὑπὲρ φύσιν γενέσθαι ἐπείγεσθαι, ὡς μᾶλλόν γε κρείττονος κατὰ τὴν φάσκουσαν ἐντολήν, ζηλοῦν γε τὰ κρείττονα τῶν χαρισμάτων· ἀλλὰ μὴν δηλονότι ὁ νοῦς εἰς τὸ ὑπὲρ φύσιν ὤν, ἔστιν ἐν τῷ Θεῷ· ἐξώτερος γάρ τοι γιγνομένως φύσεως ὁ Θεὸς ἁπάσης, ὃς δῆτά ἐστι τὸ ἀρχαίτατον καὶ ἁπλῶς ἕν. Δεῖ ἄρα πρὸς τὸ ἀρχαίτατον καὶ ἁπλῶς ἓν τὸν νοῦν ἀνατείνεσθαι καὶ ἐπείγεσθαι ἀφορᾶν καὶ ἀνάγεσθαι, ὡς ἂν εἰς τὸ ὑπερφυὲς ἕν, ὑπὲρ τὴν σφετέραν φυσικὴν ἐνέργειαν ἀναβεβηκώς, βέλτιον ἕξῃ, ἤπερ εἰς τὸ ἑαυτοῦ κατὰ φύσιν ἱστάμενος (Ἅγιος Κάλλιστος Καταφυγιώτης [Ἀγγελικούδης], στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Ε΄ [1963], σ. 16:κστ΄). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Ε΄ [2002], «Περὶ τῆς ἑνώσεως μὲ τὸ Θεό…», σ. 231:26.

347 Τότε τοίνυν εἰς ἀληθινὰς εὐφροσύνας ὁ νοῦς ἐλεύσεται φυσικῶς καὶ γάννος ἕξει οὔ τοι βραχὺ καὶ ἀναπαύσεται κατὰ κράτος, ὅταν πάντα διαβὰς καὶ καταλιπών, εἰς τὴν ἑναρχικὴν ἐκείνην καὶ πρωτίστην αἰτίαν ἀνατεθείη, κἀκεῖ γένοιτο δι’ ἐπιστροφῆς νοερᾶς, τὴν ἐξ ἧς πάντα τε καὶ τὰ πάντων γεγόνασιν, ἀρχαί τε καὶ μέσα καὶ τὰ τέλη· καὶ ἐν ᾗ πάντα ὑφέστηκε καὶ διακρατεῖται καὶ δι’ ἧς πρὸς τέλος ἴδιον ἄγεται τὰ τελειούμενα (Ἅγιος Κάλλιστος Καταφυγιώτης [Ἀγγελικούδης], στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Ε΄ [1963], σ. 16:κζ΄). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Ε΄ [2002], «Περὶ τῆς ἑνώσεως μὲ τὸ Θεό…», σ. 232:27.

348 Μετὰ δὲ ταῦτα ἡ θεία καὶ ὑπὲρ νοῦν αὐτῷ ἕπεται ἀφθεγξία καὶ σιγὴ καὶ ἔκπληξις καί, συνελόντα φάναι, τοῦ ὑπερκοσμίου ἑνὸς ἡ ἀποβλέψις καὶ θεωρία καὶ ὑπὲρ νόησιν ἕνωσις, ἡ τῆς ἡσυχίας κορωνίς, τὸ ἄκρον καὶ τέλειον ἐφετόν, ὅσον ἐν τῇ παρούσῃ ζωῇ· τῆς ἀληθείας τὸ πέρας, τῆς πίστεως ἡ ἐπικαρπία, ἡ διαυγὴς ἔλλαμψις τῆς ἐλπιζομένης δόξης, ὁ τῆς ἀγάπης θεμέλιος, ἡ τοῦ νοὸς στάθμη, ἡ στάσις τῆς κατ’ αὐτὸν ἀεικινησίας καὶ ἀνεννόητος παῦλα καὶ ἑνοειδὴς κατάστασις, ἡ ὡς ἐν ἀρραβῶνι ἐργασία τοῦ αἰῶνος τοῦ μέλλοντος, τὸ αἴτιον τῆς ἀφαντάστου χαρᾶς, […] τὸ ἀποστάσιον τῆς ἐμπαθοῦς ζωῆς, ἡ συμφυΐα τῆς ἀπαθείας, τῆς ψυχῆς τὸ εὐφρόσυνον ἀγαλλίαμα καὶ τῶν ἑαυτῆς κινήσεων καὶ δυνάμεων ἡ συναγωγή, ἀνάπαυσίς τε καὶ φρουρά· καὶ ὁλικῶς εἰπεῖν, ἡ θεία γνῶσις καὶ ἡ ἀπάθεια (Ἅγιος Κάλλιστος Καταφυγιώτης [Ἀγγελικούδης], στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Ε΄ [1963], σ. 24:λστ΄). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Ε΄ [2002], «Περὶ τῆς ἑνώσεως μὲ τὸ Θεό…», σ. 239:36.

349 Ἀλλὰ τοῦτον τὸν τρόπον λέγεται ἵστασθαι, αὐτόσε γεγονότα τὸν νοῦν, ὅτι ἀμεταβάτως ἔχει τῷ ἓν θεωρῶν καὶ τῇ τοῦ ἑνὸς ἀγλαΐᾳ καὶ προσπάσχων καὶ χαίρων καὶ λαμπρυνόμενος καὶ ἵστασθαι μὴ κινούμενος· οὐ μὴν μύων τὴν σφετέραν τῆς θεωρίας ἀπόλαυσιν. […] Ἡ δ’ εἰρημένη στάσις τοῦ νοῦ, κατὰ ἀπρόσιτον φωτὸς ἔλλαμψιν γίνεται· καὶ θεωρία ἐστί, μὴ ζητοῦσα μετάβασιν, ἀλλὰ παῦλαν καὶ στάσιν (Ἅγιος Κάλλιστος Καταφυγιώτης [Ἀγγελικούδης], στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Ε΄ [1963], σ. 27:μγ΄). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Ε΄ [2002], «Περὶ τῆς ἑνώσεως μὲ τὸ Θεό…», σ. 245:43.

350 Οἷς δὲ […] διὰ θείας τε χάριτος διηύγασε νοερὸν φῶς, τοὺς τῆς καρδίας αὐτῶν ὀφθαλμοὺς […] ὡς εἰκὸς τούτοις καὶ μάλα τρανῶς ἐνορᾶται, ἄλλα τε πάμπολα θεῖα καὶ νοητὰ καὶ πνευματικῆς ἐποψίας ἐπάξια· πρὸς δέ, καὶ ἡ μέλλουσα αἰώνιος καὶ ἀπαρέγκλιτος ἀποκατάστασις […]· ὅπως ἔσται οὐ μόνον οὐκ αἰσθητή, ἀλλ’ ἤδη καὶ ὑπὲρ νοῦν. Πάντῃ γὰρ ἀλλοιωθήσονται τὸ τηνικάδε ὅλοι τοῦ ὑπὲρ νοῦν γιγνόμενοι καὶ τῆς ὑπὲρ πᾶσαν ἔννοιαν καὶ ζωῆς καὶ τρυφῆς· θεοὶ θέσει καθάπερ, ἐνώπιον τοῦ φύσει Θεοῦ ἐπεντρυφῶντες καὶ χαίροντες τοῖς ὑπὲρ φύσιν ἀγαθοῖς, προβαλλομένοις ἐκ τοῦ ἄκρου καὶ μόνου φύσει Θεοῦ· τούτου κύκλῳ περιιστάμενοι καὶ πανιέρως ἄγοντες εὐαγῶς ὅτι μάλιστα τὴν θείαν καὶ ὑπὲρ νοῦν ἑορτήν […] (Ἅγιος Κάλλιστος Καταφυγιώτης [Ἀγγελικούδης], στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Ε΄ [1963], σ. 32:ν΄). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Ε΄ [2002], «Περὶ τῆς ἑνώσεως μὲ τὸ Θεό…», σ. 249:50.

351 Σωτηρία δηλαδὴ ψυχῶν κυρίως ἐστὶ τὸ τέλος τῆς πίστεως· τέλος δὲ πίστεως ἐστὶν ἡ τοῦ πιστευθέντος ἀληθὴς ἀποκάλυψις· ἀληθὴς δὲ τοῦ πιστευθέντος ἐστὶν ἀποκάλυψις ἡ κατ’ ἀναλογίαν τῆς ἐν ἑκάστῳ πίστεως ἀρρήτως τοῦ πεπιστευμένου περιχώρησις· περιχώρησις δὲ τοῦ πεπιστευμένου καθέστηκεν ἡ πρὸς τὴν ἀρχὴν κατὰ τὸ τέλος τῶν πεπιστευκότων ἐπάνοδος· ἡ δὲ πρὸς τὴν οἰκείαν ἀρχὴν κατὰ τὸ τέλος τῶν πεπιστευκότων ἐπάνοδός ἐστιν, τῶν πρὸς Θεὸν δηλονότι κινουμένων, ἡ τῆς ἐφέσεως πλήρωσις· ἐφέσεως δὲ πλήρωσίς ἐστιν ἡ περὶ τὸ ἐφετὸν τῶν ἐφιεμένων ἀεικίνητος στάσις· ἀεικίνητος δὲ στάσις περὶ τὸ ἐφετὸν τῶν ἐφιεμένων ἐστὶν ἡ τοῦ ἐφετοῦ διηνεκής τε καὶ ἀδιάστατος ἀπόλαυσις· ἀπόλαυσις δὲ διηνεκής τε καὶ ἀδιάστατος τοῦ ἐφετοῦ ἡ τῶν ὑπὲρ φύσιν θείων καθέστηκε μέθεξις· […] ἡ δὲ θέωσίς ἐστι, καθ’ ὑπογραφῆς λόγον πάντων τῶν χρόνων καὶ τῶν αἰώνων, καὶ τῶν ἐν χρόνῳ καὶ αἰῶνι, περιοχὴ καὶ πέρας (Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Β΄ [1958], σ. 150:ιθ΄). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Β΄ [2006], «ΣΤ΄ ἑκατοντάδα περὶ Θεολογίας», σ. 211:19.

352 Ὁ μὲν Θεός, κατὰ μίαν ἀπειροδύναμον τῆς ἀγαθότητος βούλησιν, πάντας συνέξει, καὶ Ἀγγέλους καὶ ἀνθρώπους, ἀγαθούς τε καὶ πονηρούς. Οὗτοι δὲ πάντες οὐκ ἴσως μεθέξουσι Θεοῦ, τοῦ διὰ πάντων ἀσχέτως χωρίσαντος, ἀλλ’ ἀναλόγως ἑαυτοῖς (Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Β΄ [1958], σ. 158:νγ΄). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Β΄ [2006], «ΣΤ΄ ἑκατοντάδα περὶ Θεολογίας», σ. 220:53.

353 Οἱ μὲν τῇ φύσει φυλάξαντες διὰ πάντων ἰσονομοῦσαν τὴν γνώμην καὶ τῶν τῆς φύσεως λόγων κατ’ ἐνέργειαν δεκτικὴν αὐτὴν καταστήσαντες καθ’ ὅλον τὸν τοῦ εὖ εἶναι λόγον, […] ὅλως μεθέξουσι τῆς ἀγαθότητος […]. Οἱ δὲ τῇ φύσει ποιήσαντες ἀνισονομοῦσαν διὰ πάντων τὴν γνώμην καὶ τῶν τῆς φύσεως λόγων κατὰ τὴν ἐνέργειαν σκεδαστικὴν αὐτὴν ἀποδείξαντες καθ’ ὅλον τὸν τοῦ εὖ εἶναι λόγον, διὰ τὴν πρὸς τὴν θείαν βούλησιν τῆς γνώμης ἀντιπάθειαν, ὅλης ἐκπεσοῦνται τῆς ἀγαθότητος κατὰ τὴν ἐμφαινομένην αὐτοῖς πρὸς τὸ εὖ εἶναι τῆς γνώμης οἰκείωσιν (Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Β΄ [1958], σ. 158:νδ΄). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Β΄ [2006], «ΣΤ΄ ἑκατοντάδα περὶ Θεολογίας»,  σ. 220:54.

354 Ζυγὸς τῆς ἑκάστου γνώμης ἔσται κατὰ τὴν κρίσιν ὁ τῆς φύσεως λόγος, τὴν πρὸς τὸ φεῦ ἢ εὖ αὐτῆς διελέγχων κίνησιν, καθ’ ἣν ἡ τῆς θείας ζωῆς μέθεξις ἢ ἀμεθεξία γίνεσθαι πέφυκε. Κατὰ γὰρ τὸ εἶναι καὶ ἀεὶ εἶναι, πάντας συνέξει παρὼν ὁ Θεός· κατὰ δὲ τὸ ἀεὶ εὖ εἶναι, μόνους ἰδιοτρόπως τοὺς Ἁγίους Ἀγγέλους τε καὶ ἀνθρώπους, τὸ ἀεὶ φεῦ εἶναι τοῖς μὴ τοιούτοις ὡς γνώμης καρπὸν ἀφεὶς ἐπικιρνώμενον (Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Β΄ [1958], σ. 158:νε΄). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Β΄ [2006], «ΣΤ΄ ἑκατοντάδα περὶ Θεολογίας», σ. 221:55.

355 Νοῦς ἐστιν ὁ Θεὸς καὶ αἰτία τῆς τοῦ παντὸς ἀεικινησίας, καὶ πάντες οἱ νόες ἐν αὐτῷ τῷ πρώτῳ νοῒ τήν τε στάσιν ἔχουσι μόνιμον καὶ τὴν κίνησιν ἀκατάληκτον (Ὅσιος Νικήτας Στηθάτος, στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Γ΄ [1960], σ. 332:κη΄). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Δ΄ [2008], «Γ΄ ἑκατοντάδα γνωστικῶν κεφαλαίων», σ. 117:28)

356 Ὁ ἡμέτερος νοῦς […] διὸ φιλεῖ πως ἐν τοῖς περὶ Θεοῦ ἐμφιλοχωρεῖν καὶ αὑτῷ ἑνοῦσθαι ζητεῖ, ἐξ οὗ τὴν ἀρχὴν ἔσχε καὶ δι’ οὗ κινεῖται καὶ πρὸς ὃν ἀνατρέχει ταῖς φυσικαῖς ἰδιότησι […] (Ὅσιος Νικήτας Στηθάτος, στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Γ΄ [1960], σ. 329:ιβ΄). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Δ΄ [2008], «Γ΄ ἑκατοντάδα γνωστικῶν κεφαλαίων», σ. 113:12.

357 Ἵστανται καὶ κινοῦνται κύκλῳ περὶ Θεὸν αἱ ψυχαί, ὅσαι τὸ λογιζόμενον κοῦφον τῆς ὕλης εἰργάσαντο […]. Καὶ κύκλῳ μὲν ἀλήκτως κινοῦνται περὶ Θεόν, ὡς πρὸς κέντρον καὶ τῆς τοῦ κύκλου κινήσεως αἴτιον. Ἵστανται δὲ μονίμως καὶ ἀρρεπῶς, ὡς πρὸς κύκλον, μὴ διασκεδασθῆναι δυνάμεναι ἐκ τῆς ἰδίας ἐπὶ τὸ αὐτὸ συνοχῆς, πρὸς τὴν αἴσθησιν καὶ τὴν κάτω πλάνην τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων (Ὅσιος Νικήτας Στηθάτος, στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Γ΄ [1960], σ. 332:κθ΄). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Δ΄ [2008], «Γ΄ ἑκατοντάδα γνωστικῶν κεφαλαίων», σ. 117:29.

358 Τὰ πάντα ἐκ τοῦ ὑπερκοσμίου ἑνὸς ὥσπερ ἐκλάμψαντα οὐκ ἀπέστησαν, ὅθεν ἔσχον τὴν γένεσιν τρόπῳ παντί, ἀλλ’ ἐν ἐκείνῳ ὥσπερ ἐγένοντο, οὕτω καὶ συνέχονται καὶ τελειοῦνται· […] ἐπεὶ διὰ πάντων ἐπιβοᾶται τὸ ἕν, καὶ πάντα νεύει πρὸς ἕν, καὶ αὐτὸ τὸ ὑπερκόσμιον ἓν διὰ πάντων τῶν ὄντων προφαίνει ἑαυτὸ τῷ νοΐ […] (Ἅγιος Κάλλιστος Καταφυγιώτης [Ἀγγελικούδης], στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Ε΄ [1963], σ. 13:κα΄). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Ε΄ [2002], «Περὶ τῆς ἑνώσεως μὲ τὸ Θεό…», σ. 228:21.

ΚΕΦΑΛΑΙΑ