03α.05 | Ο Μετασχηματισμός – Βιβλία Αλήθειας – Truth Legacy Books

5. Ὁ Μετασχηματισμός

ΒΙΒΛΙΟ ΤΡΙΤΟ: ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΒΙΒΛΙΟ – Μηνύματα Ἀγάπης
MΕΡΟΣ Α’

A- A A+

Ἡ ἀναζήτηση ἔχει σὰν σκοπὸ τὴν ἀνεύρεση τῆς ἀλήθειας. Καὶ Ἀλήθεια εἶναι αὐτὸ ποὺ πράγματι ὑπάρχει καὶ ποὺ ὁ ἀναζητητὴς τὸ ἀναγνωρίζει ὅταν ἀποκτήσει τὴν ἰδιαιτερότητα τῆς Χάρης.

Νὰ θεωρεῖς ὅτι γνώση τῆς ἀλήθειας εἶναι κυρίως ἡ αἴσθηση τῆς χάρης. Ὅλες οἱ ἄλλες γνώσεις πρέπει νὰ ἀποκαλοῦνται ἀποτελέσματα νοήσεως καὶ ἀποδείξεις πραγμάτων. (Ἅγιος Γρηγόριος Σιναΐτης)329

Ἡ γένεση τῆς σάρκας [σάρκωση τῆς ψυχῆς] συνδέεται μὲ τὴ φθορά. Ἡ λήψη τροφῆς, ἡ ἀποβολὴ περιττωμάτων, ἡ ἀνησυχία καὶ ὁ ὕπνος, εἶναι φυσικὲς ἰδιότητες τῶν θηρίων καὶ τῶν κτηνῶν. Μ’ αὐτὲς καὶ ἐμεῖς γίναμε ὅμοιοι μὲ τὰ κτήνη ἐξαιτίας τῆς παρακοῆς, ξεπέσαμε ἀπὸ τὰ δικά μας θεόσδοτα ἀγαθὰ καὶ γίναμε ἀπὸ λογικοὶ κτηνώδεις, καὶ ἀπὸ θεϊκοὶ θηριώδεις. (Ἅγιος Γρηγόριος Σιναΐτης)330

Ἡ σάρκωση τῆς ψυχῆς συνδέεται μὲ τὴ φθορά. Καὶ ὅταν ἡ ζωή μας περιορίζεται στὶς παραπάνω διαδικασίες, φυσικά, γινόμαστε καὶ ἐμεῖς ζῶα.

Ὁ Θεὸς ἔπλασε τὴν ψυχὴ λογικὴ καὶ νοερή, δὲν τὴν ἔπλασε νὰ ἔχει θυμὸ καὶ ἐπιθυμία ζωώδη, ἀλλὰ τὴν προίκισε μὲ δύναμη ἐπιθυμίας γιὰ νὰ θέλγεται ἀπὸ τὸν Οὐρανό. Αὐτὰ ἡ ψυχὴ τὰ προσέλαβε μετὰ τὴν πτώση. Ἡ ψυχὴ μετὰ τὴν πτώση γεννᾶ καὶ τὶς ἀρετὲς καὶ τὰ πάθη. Καὶ τὶς μὲν ἀρετὲς σύμφωνα μὲ τὴ φύση της, τὰ δὲ πάθη παρὰ τὴ φύση της. Ἡ ψυχή, δηλαδή, ἔχει τὴν αἰτία τῆς γένεσης τοῦ καλοῦ ἢ τοῦ κακοῦ, αὐτὰ ἔρχονται σὰν ροπὴ τῆς ψυχῆς. Ἡ πρόθεση τοῦ ἀνθρώπου ὑπόκειται καὶ στὶς δύο ἐνέργειες, ἀφοῦ ἡ πρόθεση αὐτή, κακὴ ἢ καλή, ἐναπόκειται στὴν ἐλεύθερη βούλησή του.

Ὁ ἀναζητητὴς τῆς Ἀλήθειας πρέπει νὰ εἶναι ὁπλισμένος μὲ πολλὴ δύναμη, σωματικὴ καὶ ψυχική, ὑγεία καὶ ἀποκλειστικὴ στροφὴ στὸν πνευματικὸ τομέα. Ἐφόσον τὰ καθημερινὰ ἐπηρεάζουν τὴ λαχτάρα καὶ τὴν προσπάθεια στὸν ἀγώνα, στὸν χῶρο τῆς πραγματικῆς ὑπαρκτῆς ὑλικῆς μας κατάστασης, μὲ ὅλες τὶς ἀνάγκες καὶ τὰ ὑπαρκτὰ προβλήματα, δὲν εἶναι εὔκολη ἡ προσέγγιση τῆς Ἀλήθειας, δὲν εἶναι εὔκολη ἡ ἐπαφὴ μὲ τὸν πνευματικὸ χῶρο ποὺ ἔχει καθοριστικὴ σχέση μαζί μας. Ἂς ἀγαπήσουμε λοιπὸν περισσότερο αὐτὴ τὴν ἀναζήτηση καὶ ἂς γίνει αὐτὸ εἰς βάρος ἄλλων ὑλικῶν ἀναζητήσεων, ἀναγκαίων καὶ ἔντονων μέν, ὄχι ὅμως σὲ σημεῖο ποὺ νὰ μὴ μποροῦμε νὰ τὶς παρακάμψουμε.

Ἡ κάθε προσπάθεια θὰ πρέπει νὰ ξεκινᾶ ἀπὸ τὴν ἐργασία πάνω στὰ συναισθήματα καὶ νὰ τείνει στὴ μεταστοιχείωση αὐτῶν τῶν συναισθημάτων. Αὐτὴ ἡ μεταστοιχείωση θὰ βοηθήσει στὴν ἐκλέπτυνση τῆς ὕλης, τῶν δομικῶν δηλαδὴ στοιχείων ποὺ ἀπαρτίζουν τὸ ἀνθρώπινο ὑλικὸ σῶμα. Ἂν ἐπιτύχουμε αὐτὸν τὸν μετασχηματισμό, μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἔχουμε κατορθώσει αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο πασχίζουμε.

Ἡ κάθε προσπάθεια ποὺ ξεκινᾶμε γιὰ τὴν ἐκλέπτυνση τῆς ὕλης θὰ πρέπει νὰ εἶναι ἠθελημένη, δηλαδὴ νὰ εἶναι προϊὸν τῆς ἐλεύθερης βούλησής μας, καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθεῖ μόνο μετὰ ἀπὸ μακροχρόνια ἄσκηση καὶ ἀφοῦ προηγουμένως ἔχουμε ρυθμίσει τὴ λειτουργία τοῦ ὀργανισμοῦ μας ὅπως τὴ δημιούργησε ἡ φύση – πράγμα ποὺ προϋποθέτει ὅτι πρῶτα θὰ πρέπει νὰ ἀρχίσουμε μὲ τὴν ἐγκράτεια καὶ στὴ συνέχεια μὲ τὴ διαπαιδαγώγηση τῶν συναισθημάτων.

Μετὰ τὴν ἐγκράτεια καὶ τὴν ἐργασία μὲ τὰ συναισθήματα –καὶ ποτὲ πρίν–, θὰ ἀρχίσει ἡ ἐργασία γιὰ τὸν ἔλεγχο τοῦ νοῦ. Αὐτὸς εἶναι ὁ δρόμος ποὺ ἀκολουθεῖ ὁ ἀναζητητὴς καὶ αὐτὸς ὁ δρόμος ποτὲ δὲν φτάνει σὲ κάποιο τέρμα πρὶν ἀπὸ τὴν ἐργασία τοῦ ἐλέγχου τοῦ νοῦ.

Ὅταν ἐπιτύχει ὁ ἄνθρωπος τὴν ἀνάβαση αὐτῆς τῆς τριπλῆς κλίμακας –ἐγκράτεια, συναίσθημα, νόηση–, ὅταν δηλαδὴ γίνει ἐγκρατὴς στὶς ὁποιεσδήποτε ἐπιθυμίες τῆς ὑλικῆς του πλευρᾶς, ὅταν ἐκλεπτύνει καὶ ἐξυψώσει τὰ συναισθήματά του καὶ ἑστιάσει τὸν νοῦ του καὶ τὰ ἐνδιαφέροντά του στὸν ἐπιδιωκόμενο σκοπό, τότε γεύεται προσωρινὰ ἀπὸ τὰ πρῶτα κιόλας στάδια νέες ἰδέες, νέα συναισθήματα –ποὺ ἦταν τελείως ἄγνωστα σὲ αὐτὸν ἕως τώρα καὶ ποὺ δὲν ἔχει λέξεις γιὰ νὰ περιγράψει οὔτε νὰ ἐκφράσει ὁ νοῦς– καὶ ἀκούει μέσα του φωνὲς νὰ μιλοῦν καὶ νὰ τὸν καλοῦν σὲ ἀνώτερα ἐπίπεδα. Ὅλα συμβαίνουν ἀνάλογα μὲ τὴν προσωπικότητα, τὴν πρόθεση, τὴ δεκτικότητα, τὴ μόρφωση, τὴ διάνοια καὶ τὶς δυνατότητες –πνευματικὲς καὶ ὑλικὲς– τοῦ καθενός μας καὶ πάντοτε σὲ ἀναφορὰ μὲ τὴ Θεϊκὴ Δύναμη, ὑπὸ τὴν ἔννοια ὅτι ἡ βούλησή μας θὰ πρέπει νὰ ταυτίζεται μὲ τὴ Θεία Βούληση, νὰ εἶναι καθ’ ὅλα σύμφωνη μὲ αὐτή, νὰ συμπράττει ἔστω καὶ ἂν τὸ καθετὶ ἐμφανίζεται ὡς προϊὸν τῆς δικῆς μας διάνοιας. Ὁ ἀναζητητὴς πρέπει, μὲ λίγα λόγια, νὰ ταυτίζεται ἀπεριόριστα καὶ ἀπόλυτα μὲ τὴν ἀναζήτηση καὶ νὰ πάψει νὰ ἔχει πλέον ἄλλα ἐνδιαφέροντα, πλὴν τοῦ μεγαλειώδους ἐνδιαφέροντος ποὺ ζεῖ, ἐκπέμπει, φωτίζει καὶ ἀνοίγει διάπλατα τὴν ἀνθρώπινη διάνοια μὲ κύριο ρόλο πάντοτε τὴν ἀναζήτηση καὶ μεταφορὰ μηνυμάτων σὲ εὐρύτερα στρώματα, ποὺ θὰ ἀπαρτίζονται ἀπὸ ἐπιλεγμένα ἄτομα μὲ κύριο χαρακτηριστικὸ τὴν ἀναζήτηση τῆς Ἀλήθειας.

Ἡ Ἀλήθεια πρέπει νὰ ἐρευνᾶται καὶ νὰ ἀποδεικνύεται, νὰ γίνεται ὁρατή, ὑπαρκτή, τρισδιάστατη μὲ ἕνα εἶδος μορφῆς καὶ ὕλης ποὺ θὰ τὴν καθιστοῦν αἰσθητὴ καὶ ὁρατή.

Πρέπει βαθμιαῖα ὁ ἀναζητητὴς νὰ ἀποκτήσει ἀνυπέρβλητα νοητικὰ πεδία ἐπεξεργασίας τῶν διάφορων συμπαντικῶν μηνυμάτων καὶ στὰ ἐγκεφαλικά του ἐργαστήρια νὰ παράγεται ἐκεῖνο ποὺ ἐπιθυμεῖ ἡ Θεία Βούληση, ἀφήνοντας πάντοτε τὸν ἑαυτό του στὴν ἀγαθὴ προαίρεση τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ ἡ προαίρεση εἶναι ἡ ἐπιτυχία τοῦ σκοποῦ καὶ ἡ ὁριοθέτηση τῶν πραγμάτων μὲ ἔντονα ὁρόσημα ἐκπομπῆς συμπαντικῶν μηνυμάτων ποὺ ἀκτινοβολοῦν σὲ ἀκτίνα φωτὸς ἀνυπολόγιστης ἀπόστασης. Καὶ δὲν πρέπει ποτὲ νὰ ξεχνᾶ κανεὶς ὅτι μπορεῖ νὰ ἔχει ἀπεριόριστες δυνατότητες, πλὴν ὅμως τὸ πόσο ἀκτινοβολεῖ ἡ σκέψη καὶ ἡ διάνοιά του εἶναι πάντα ἔργο τῆς Θείας Βούλησης.

Ὁ προσδιορισμὸς καὶ ἡ ὁριοθέτηση τοῦ πνευματικοῦ δρόμου ποὺ ἀκολουθεῖ ὁ καθένας μας καὶ τοῦ σκοποῦ ποὺ ἀναλαμβάνει νὰ φέρει εἰς πέρας ὁ ἄνθρωπος εἶναι δύσκολος συνήθως, γιατὶ ὁ ἄνθρωπος, στὴν ἀδιάκοπη περιπλάνησή του στὴ Γῆ, διαδραματίζει καὶ ἕναν διαφορετικὸ ρόλο κάθε φορά. Πρόκειται ὅμως γιὰ ἕναν ρόλο ποὺ ἔχει σχέση ἀλλὰ καὶ ἐξάρτηση ἀπὸ τοὺς προηγούμενους μερικότερους ρόλους του, ἐξάρτηση πάντοτε συνυφασμένη μὲ τὴν ἐλευθερία τῆς βούλησής του.

Καθοριστικὴ ἐπιρροὴ στὴν ἀναζήτησή μας ἀσκεῖ ἡ εἰλικρίνεια τοῦ σκοποῦ καὶ ἡ ἀπεξάρτησή μας ἀπὸ καθετὶ ποὺ ἔχουμε δημιουργήσει σὲ ὁποιοδήποτε σημεῖο τοῦ χρόνου καὶ τοῦ χώρου.

Τὸ καθετὶ θὰ τὸ γνωρίσουμε μέσα ἀπὸ τὸ φῶς τῆς ψυχῆς. Ἡ ψυχὴ μπορεῖ καὶ πρέπει νὰ γίνει γνωστὴ σὲ ἐμᾶς. Συνεπῶς, ὀφείλουμε νὰ ζητήσουμε τὸ φῶς τῆς δικῆς μας ψυχῆς καὶ νὰ ἀναγνωρίσουμε τὴν ψυχή μας σὰν τὸν καθοδηγητή μας. Ὅταν ἑδραιωθεῖ αὐτὴ ἡ ψυχικὴ ἐπαφή, τότε ἡ ψυχὴ θὰ μᾶς ὁδηγήσει, καθοδηγούμενη καὶ αὐτὴ ἀπὸ τὴ Θεία Πρόνοια. Πρέπει ὅμως νὰ ἀντιληφθοῦμε ὅτι δὲν πρόκειται νὰ δεχτοῦμε καμία βοήθεια πρὶν ἐμεῖς ἐξαντλήσουμε τὴν προσπάθειά μας καὶ χρησιμοποιήσουμε ἐξαντλητικὰ τὴ γνώση ποὺ ἔχουμε ἀποκτήσει ἀπὸ τὶς Γραφές. Δὲν ἀπαιτεῖται δηλαδὴ μόνο γνώση τῶν Γραφῶν, ἀλλὰ καὶ ἐφαρμογὴ τῶν ἐντολῶν ποὺ περιέχονται σὲ αὐτές.

Τὸ φῶς τῆς ψυχῆς ποὺ ἀντανακλᾶται στὸν ἐγκεφαλικὸ νοῦ καὶ ἡ ἐνέργεια τῆς μορφῆς, ὅπως ἐκδηλώνεται στὸ γήινο ἐπίπεδο, ἀποτελοῦν δύο φαινομενικὰ διαφορετικὲς πραγματικότητες. Πρέπει νὰ γνωρίσουμε, ὅμως, ὅτι αὐτὴ ἡ κατάσταση εἶναι φαινομενικὴ καὶ ὅτι βαθμιαῖα ὀφείλουμε νὰ ἀπελευθερωθοῦμε, σιγὰ-σιγὰ δηλαδὴ νὰ διαλύσουμε τὴν πλάνη τῶν δύο πραγματικοτήτων.

Ἡ δυαδικότητα δὲν εἶναι παρὰ ἕνα στάδιο στὸ τόξο τῆς ἐξέλιξης, ποὺ ὁδηγεῖ μὲ τὸν καιρὸ στὴν πραγμάτωση τῆς ἑνότητας.

Ἡ φύση τοῦ ἐγκεφαλικοῦ νοῦ εἶναι ποὺ προκαλεῖ αὐτὴ τὴν αἴσθηση τῆς πολλαπλότητας, γιατὶ ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἐκεῖνος ποὺ τὸν ὁδηγεῖ μέχρι τὴν πόρτα τοῦ παραδείσου ἤ, ἀντίθετα, τοῦ κλείνει τὴν εἴσοδο στὸν κόσμο τῆς πνευματικῆς πραγματικότητας.

Καὶ ὅμως αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ ψευδαίσθηση εἶναι ποὺ τελικὰ ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν ἀπελευθέρωση, στὴν ἀλήθεια καὶ στὴ γνώση. Ὅλη μας ἡ προσπάθεια συνίσταται στὸ νὰ ἀντιληφθοῦμε καὶ νὰ κατανοήσουμε, στὴ συνέχεια, ὅτι αὐτὴ ἡ δυαδικότητα εἶναι πλάσμα τῆς φαντασίας μας καὶ ὅτι πρέπει νὰ δώσουμε ἕνα τέλος σὲ αὐτὴ γιὰ νὰ διανοιχθεῖ ἔτσι ἡ εἴσοδος πρὸς τὸ φῶς καὶ νὰ καταδειχθεῖ ὅτι Πνεῦμα καὶ Ὕλη εἶναι δύο πραγματικότητες ποὺ συνιστοῦν μία ἑνότητα, δύο ὄψεις τοῦ ἴδιου πράγματος.

Πέραν ὅμως τῆς πίστης καὶ τῆς χρησιμοποίησής της ὡς μοχλοῦ προόδου, εἶναι ἀνάγκη νὰ προσδιορίσουμε ἕνα σημαντικὸ χαρακτηριστικὸ ποὺ ἐμπεριέχεται στὸν ἑκάστοτε ρόλο ποὺ καλεῖται νὰ διαδραματίσει ὁ ἄνθρωπος – καὶ αὐτὸ τὸ χαρακτηριστικὸ εἶναι ὁ πόνος, ποὺ κατὰ κανόνα πλεονάζει στὸ γήινο ἐπίπεδο. Ὁ πόνος, ποὺ πάντα ἔχει τὸν λόγο του καὶ παίζει τὸν δικό του ρόλο σὲ κάθε περίπτωση, ποτίζει καὶ ἐμπλουτίζει μὲ θεϊκὴ δροσιὰ τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη στὸν κόσμο τῆς ὕλης. Ὁ πόνος προσδίδει στὸν ἄνθρωπο σκέψη, σοφία, προβληματισμό, ἀγάπη καὶ συγκίνηση, κυρίως ὅταν ἔρχεται ὁ ἄνθρωπος ἀντιμέτωπος μὲ τὸν καθολικὸ πόνο, ὑπὸ τὴν ἔννοια ὅτι ὁ δικός του πόνος θὰ γίνει ἡ αἰτία κάποτε νὰ ὑποφέρει ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν πόνο τοῦ ἄλλου, γιὰ τὸν καθολικὸ πόνο. Ὁ πόνος τοῦ ἄλλου δὲν μᾶς ἀγγίζει εὔκολα ἐφόσον δὲν βιώσουμε τὸ μεγαλεῖο τοῦ πόνου στὸν δικό μας ρόλο.

Μιλώντας γιὰ τὸν πόνο, τὴν ἀγωνία καὶ τὴ συνειδητὴ παρόρμηση πρὸς τὴν καλυτέρευση καὶ τὴν ἀλλαγὴ τῶν συνθηκῶν τῆς ζωῆς, πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι αὐτὲς οἱ καταστάσεις συναντῶνται μόνο στὶς ἀνθρώπινες ὑπάρξεις ποὺ βιώνουν τὸ γήινο ἐπίπεδο. Φυσικά, ὑπάρχει τὸ ἀντίστοιχο τοῦ πόνου καὶ στὰ κατώτερα βασίλεια, ἀλλὰ αὐτὸ ὑπάγεται σὲ μιὰ ἄλλη διαφοροποίηση. Οἱ ὑπανθρώπινες μορφὲς ὑποφέρουν καὶ ὑπόκεινται στὴν ἀγωνία, ἀλλὰ στεροῦνται μνήμης καὶ πρόβλεψης καὶ δὲν διαθέτουν τὴ νοητικὴ ἐκείνη ἀντίληψη ποὺ θὰ τοὺς ἐπέτρεπε νὰ συσχετίσουν τὸ παρὸν καὶ τὸ παρελθὸν καὶ νὰ προδιαγράψουν τὸ μέλλον.

Μόνο οἱ ἄνθρωποι γνωρίζουν καὶ βλέπουν, ἀκοῦν καὶ ὑπομένουν τὸν πόνο τοῦ περιορισμοῦ τους. Ὁ πόνος καὶ ἡ ἀρρώστια, ἡ φτώχεια καὶ ὁ θάνατος ἀντιμετωπίζονται σὰν συμφορὲς καὶ ἐναντίον τους κάθε ἄνθρωπος ἐπαναστατεῖ. Βαθιὰ ὅμως στὴν κάθε ἀνθρώπινη ὕπαρξη, στὰ μύχια τοῦ συνειδητοῦ, ὑπάρχει κάτι ἐνάντιο σὲ αὐτὴ τὴν ἐπανάσταση. Πρόκειται γιὰ τὴ διαίσθηση ὅτι ὑπῆρξε καὶ θὰ ὑπάρξει μιὰ κατάσταση, ἕνα εἶδος ζωῆς στὸ ὁποῖο ὁ πόνος θὰ εἶναι ἄγνωστος, ὅτι θὰ ὑπάρξει μιὰ ζωὴ ποὺ δὲν θὰ τὴν ἀγγίζει ἡ ἀρρώστια, ἡ φθορά, ἡ ὀδύνη καὶ ὁ θάνατος. Καὶ αὐτὴν τὴ ζωὴ προσπαθεῖ ἐναγώνια νὰ προσεγγίσει ὁ ἄνθρωπος. Μὲ τὴν πτωτικὴ ὅμως πορεία ποὺ ἀκολουθεῖ, μὲ τὴν ἀναζήτηση τῶν αἰτιῶν σὲ παράγοντες ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, βρίσκεται σὲ ἀδιέξοδο, καὶ τὸ ἀδιέξοδο αὐτὸ ξεπερνιέται μόνο ὅταν ἀρχίζει τὴν ἀνοδική του πορεία – μιὰ πορεία πρὸς τὸν ἑαυτό του καί, μέσω αὐτοῦ, στὸ Ἄπειρο.

Ὁ πόνος ἔχει πάντα προορισμό, εἶναι ὁ ἀγώνας πρὸς τὰ ἄνω, ποὺ φέρνει τὸν ἄνθρωπο στὰ πόδια τοῦ Πατέρα.

Ὁ πόνος ἀσφαλῶς ἐνέχει ὀδύνη, ἀλλὰ ὁδηγεῖ στὸν Κύριο, στὴν κορυφὴ τοῦ Ἱεροῦ Βουνοῦ.

Ὁ πόνος εἶναι ἡ προσπάθεια τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία μας, ὅταν δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος ἀφύπνισής μας.

Ὁ πόνος εἶναι ἡ παγωνιὰ τῆς ἀπομόνωσης ποὺ φέρνει τὴ ζεστασιὰ τοῦ ἥλιου.

Ὁ πόνος εἶναι τὸ κάψιμο στὸ καμίνι γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ γνωρίσουμε τελικὰ τὴ δροσιὰ τοῦ ὕδατος τῆς ζωῆς.

Ὁ πόνος εἶναι τὸ ταξίδι στὴ μακρινὴ χώρα ποὺ ὁδηγεῖ στὸν Οἶκο τοῦ Πατέρα.

Ὁ πόνος εἶναι ἡ πλάνη τῆς ἀποκήρυξης τοῦ Θεοῦ.

Ὁ πόνος εἶναι ὁ σταυρὸς τῆς ὁλοκληρωτικῆς ἀπάρνησης ποὺ μᾶς δίνει τὰ πλούτη τῆς αἰώνιας ἀφθονίας.

Ὁ πόνος εἶναι τὸ μαστίγιο ποὺ ἀναγκάζει τὸν ἀναζητητὴ-οἰκοδόμο νὰ φέρει εἰς πέρας τὸ χτίσιμο τοῦ Ναοῦ.

Ὁ πόνος εἶναι ὁ Γολγοθᾶς ποὺ ὁδηγεῖ στὸν σταυρὸ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὸν θρίαμβο τῆς ἀνάστασης.

Οἱ ὠφέλειες τοῦ πόνου εἶναι πολλὲς καὶ ὁδηγοῦν τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη βαθμιαῖα ἔξω ἀπὸ τὸ σκοτάδι καὶ μέσα στὸ φῶς, ὁδηγοῦν τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὰ δεσμὰ στὴν ἀπελευθέρωση, ἀπὸ τὴν ἀγωνία στὴ γαλήνη. Αὐτὴ ἡ γαλήνη καὶ αὐτὸ τὸ φῶς ἀνήκουν σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους καὶ δόθηκαν σὰν ὑπόσχεση ἀδιάψευστη, σὰν κληρονομιὰ ἀπὸ Ἐκεῖνον ποὺ ἔκανε βίωμά Του τὸν Καθολικὸ Πόνο καὶ τὸν σήκωσε πάνω Του στὸν Σταυρὸ τοῦ Μαρτυρίου, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ μᾶς δείξει ἔμπρακτα ὅτι καὶ ἐμεῖς μποροῦμε νὰ κάνουμε τὸ ἴδιο, μποροῦμε νὰ κατακτήσουμε αὐτὸ τὸ φῶς, αὐτὴν τὴ γαλήνη.

Ὅσο ἡ ψυχὴ συνεχίζει τὴν περιπλάνησή της στὴ Γῆ καὶ συγκατοικεῖ μὲ κάποιο συγκεκριμένο σῶμα, τόσο θὰ δέχεται καὶ τὸν ρόλο ποὺ θὰ πρέπει νὰ βιώσει. Ὁ κάθε ρόλος ἔχει τὴν ἔννοια ὅτι, ἐφόσον τὸν ὑποδύεται ὁ ἄνθρωπος, ζεῖ μὲ αὐτόν, ἐνσωματώνεται μαζί του στὸν ὑλικὸ καὶ πνευματικὸ χῶρο καὶ παρέχει τὴ δυνατότητα τῆς γνώσης τοῦ ἑαυτοῦ μας σὰν μεμονωμένης ὕπαρξης στὸν ὑλικὸ κόσμο, ἀνάλογα μὲ τὰ συγκεκριμένα ὅρια τῆς γνώσης, τῆς νόησης καὶ τῆς γνώσης τοῦ πραγματικοῦ σκοποῦ, ποὺ κατευθύνει τὶς ὑπάρξεις μας καὶ τὶς ὠθεῖ πλέον στὸν ἀδιάβλητο κόσμο τοῦ πνεύματος. Ἀπὸ τοὺς πολλαπλοὺς ρόλους δημιουργοῦνται οἱ ἐμπειρίες πού, στὴν κατάλληλη στιγμή, θὰ βοηθήσουν νὰ δοθεῖ στὸν ἄνθρωπο ὁ μεγάλος, ὁ ἀληθινός, ὁ μεγαλειώδης ρόλος, ποὺ θὰ τὸν καταξιώσει πλέον ἀπέναντι στὸν Οὐράνιο Πατέρα καὶ θὰ τοῦ χαρίσει τὸν τελικὸ ρόλο στὸν Οὐράνιο Κόσμο. Κάποτε ἔρχεται τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ὅταν ὁ ἄνθρωπος δοκιμαστεῖ καὶ ἀποκομίσει μὲ σύνεση καὶ προβληματισμὸ ὅλα τὰ θετικὰ ἀπὸ τὴν ἀξιολόγηση τῶν ἐμπειριῶν – καὶ ἰδιαίτερα τῶν δυσάρεστων. Τότε ὡριμάζει καὶ εἶναι σὲ θέση νὰ ἀπολαύσει τοὺς καρποὺς τῆς γνώσης.

Ἡ γνώση συντελεῖ στὴν πορεία πρὸς τὸν Οὐρανό, ἀφοῦ ἡ ἴδια ἡ Γνώση εἶναι ὁ Οὐρανός, ὁ σοφὸς Οὐρανὸς μὲ τὴν ἄπειρη ἀγάπη καὶ τοὺς ἄπειρους θησαυρούς του. Ὁ Οὐρανὸς ἐνέχει τὴν ἔννοια τοῦ Ὑπέρτατου Μεγαλείου τῆς Θείας Ὕπαρξης.

Στὸ πλαίσιο πάντοτε τῆς ἀνάλυσης τοῦ ἀνθρώπινου ρόλου στὴ γήινη περιπλάνηση τοῦ ἀνθρώπινου ὄντος –τοῦ ρόλου ποὺ ἐξυπηρετεῖ, ὅπως εἴπαμε, τὸν σκοπὸ ποὺ ὁδηγεῖ στὴ γνώση–, θὰ πρέπει πάντοτε νὰ ἀποδεχόμαστε εὐχάριστα καὶ ἀγόγγυστα, καρτερικὰ καὶ μὲ ἀνεξάντλητη ὑπομονὴ τὸν ρόλο ποὺ κάθε φορὰ μᾶς παραχωρεῖ ὁ Θεὸς καὶ ποὺ μᾶς ἀναλογεῖ ἀπόλυτα καὶ νὰ εὐχαριστοῦμε γιὰ τὸν κάθε πόνο ποὺ βιώνουμε, ἀφοῦ ὁ πόνος αὐτὸς ἔχει τὸν δικό του ρόλο στὸν σοφὸ κόσμο τῆς Δημιουργίας, ἔχει τὸ καθοριστικό του μεγαλεῖο καὶ σφραγίζει ἀνεξίτηλα τὴν ἀνθρώπινη ψυχή – καὶ ἡ σφραγίδα αὐτὴ συνοδεύει τὴν ψυχὴ στὸν Οὐρανό.

Ὅσο ἐδῶ στὴ Γῆ θὰ ὑπάρχει πόνος, τόσο ἡ ἐλπίδα τῆς σωτηρίας θὰ ἀνθίζει καὶ θὰ εὐωδιάζει.

Θὰ πρέπει νὰ ποῦμε ἀκόμα ὅτι ὁ κάθε ρόλος ποὺ μᾶς δίνεται θὰ πρέπει νὰ παιχτεῖ μὲ σύνεση, σοβαρότητα καὶ ὑπευθυνότητα. Εἶναι δύσκολο νὰ ξεφύγουμε ἀπὸ τὸν ρόλο μας καὶ ὁποιαδήποτε ὑπεκφυγὴ θὰ ὁδηγήσει στὴν ἐπανάληψη –μέσα στὴν ἀτέλειωτη ἁλυσίδα τοῦ χρόνου–, εἴτε μὲ τὶς ἴδιες εἴτε μὲ παρόμοιες συνθῆκες. Γιὰ τὸν λόγο αὐτόν, πρέπει νὰ ἀποκτήσουμε ὡριμότητα, νὰ ἀδιαφορήσουμε γιὰ τὰ ἀσήμαντα ποὺ θεωροῦμε σημαντικὰ καὶ νὰ φροντίσουμε νὰ εἴμαστε πάντοτε ζωντανοί, νηφάλιοι καὶ δυνατοί.

Ὁ Θεὸς φροντίζει πάντοτε γιὰ ὅλους. Ἔρχεται ἀρωγὸς ὅταν ὁ ἄνθρωπος Τὸν ἀγαπήσει. Ὁ Θεὸς ποτὲ δὲν καταδικάζει, γιατὶ ἡ Οὐσία Του εἶναι Ἀγάπη. Ἀντίθετα, γνωρίζει τὴ φύση τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν ἐπιπολαιότητά του, ποὺ ὁδηγεῖ σὲ λάθη μικρὰ ἢ μεγάλα. Γνωρίζει καὶ συγχωρεῖ τὰ λάθη του. Γνωρίζει τὸν πόνο, τὶς ἀμφιβολίες, τὴν πίστη, γνωρίζει τὸ καθετὶ ποὺ μᾶς ἀφορᾶ.

 


329 Γνῶσιν ἀληθείας, τὴν τῆς χάριτος αἴσθησιν εἶναι κυρίως νόμισον· τὰς δὲ λοιπάς, νοήσεων ἐμφάσεις καὶ πραγμάτων ἀποδείξεις ἀποκαλεῖν δεῖ (Ἅγιος Γρηγόριος Σιναΐτης, στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Δ΄ [1961], σ. 31:γ΄). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Δ΄ [2008], «137 Ὠφέλιμα κεφάλαια», σ. 176:3.

330 Φθορὰ γὰρ σαρκὸς γένεσις· ἐσθίειν δὲ καὶ περιττωματεῖν καὶ γαυριᾶν καὶ κοιμᾶσθαι, θηρίων καὶ κτηνῶν φυσικαὶ ἰδιότητες· ἀνθ’ ὧν διὰ τὴν παρακοὴν τοῖς κτήνεσιν ὁμοιωθέντες, τῶν οἰκείων καὶ θεοσδότων ἀγαθῶν ἐκπεπτώκαμεν· κτηνώδεις ἐκ λογικῶν καὶ θηριώδεις γεγονότες ἐκ θείων (Ἅγιος Γρηγόριος Σιναΐτης, στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Δ΄ [1961], σ. 32:θ΄). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Δ΄ [2008], «137 Ὠφέλιμα κεφάλαια», σ. 177:9.

ΚΕΦΑΛΑΙΑ