01.10 | Περὶ Αγάπης – Βιβλία Αλήθειας – Truth Legacy Books

10. Περὶ Ἀγάπης

ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ: ΑΦΘΑΡΤΑ – Δοκίμιο στὴν Ἀνθρώπινη Φύση

A- A A+

Θὰ ἦταν τουλάχιστον ἀπρονοησία νὰ ἐπιχειρήσει κανεὶς νὰ γράψει γιὰ τὴν Ἀγάπη, ὅταν τὸ κεφάλαιο αὐτὸ τὸ σφραγίζει τὸ πνεῦμα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ποὺ δὲν προσεγγίζει ἁπλῶς τὸ τέλειο, ἀλλὰ εἶναι τὸ τέλειο. Ὅμως εἶναι ἀνάγκη νὰ διευκρινίσουμε γιὰ ποιὰ ἀγάπη μιλᾶ ὁ μεγάλος Ἀπόστολος καὶ νὰ τὴ διαχωρίσουμε ἀπὸ κάθε ἄλλου εἴδους ἀγάπη ποὺ βιώνει ὁ καθημερινὸς ἄνθρωπος.

Ὁ ἐξαίσιος Διάδοχος, Ἐπίσκοπος Φωτικῆς, ἀναφέρεται σὲ δύο διαφορετικὰ εἴδη ἀγάπης: α) τὴ φυσικὴ ἀγάπη, καὶ β) τὴν πνευματικὴ ἀγάπη.

Ἄλλη εἶναι ἡ φυσικὴ ἀγάπη ποὺ ἔχει ἡ ψυχὴ καὶ ἄλλη ἐκείνη ποὺ ἔρχεται σ’ αὐτὴ μὲ τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ πρώτη κινεῖται ὅταν θέλομε, ἀνάλογα μὲ τὴ θέλησή μας, καὶ γι’ αὐτὸ εὔκολα λεηλατεῖται ἀπὸ τὰ πονηρὰ πνεύματα, ὅταν δὲν κρατᾶμε μὲ τὴ βία τὴν ἀγαπητική μας προαίρεση. Ἡ ἄλλη ὅμως ποὺ γίνεται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, διεγείρει τόσο πολὺ τὴν ψυχὴ πρὸς τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὥστε ὅλα τὰ μέρη τῆς ψυχῆς νὰ προσκολλῶνται μὲ ἀνέκφραστο τρόπο στὴν ἀγαθότητα τοῦ θείου πόθου, μὲ μιὰ ἀπέραν- τη ἁπλότητα διαθέσεως. Γιατὶ τότε ὁ νοῦς, γεμάτος ἀπὸ τὴν πνευματικὴ ἐνέργεια, σὰν νὰ κυοφορεῖ, ἀναβλύζει κάποια πηγὴ ἀγάπης καὶ χαρᾶς. (Ἅγιος Διάδοχος Φωτικῆς)94

Ἡ πρώτη, μᾶς λέει ὁ Ἅγιος, κινεῖται σὲ ἕνα φάσμα ἔντασης καὶ ποιότητας. Δὲν ἀντέχει σὲ δοκιμασίες. Μεταβάλλεται καὶ παύει νὰ ὑπάρχει ὅταν δὲν συντηρεῖται μὲ προσοχή. Ἡ δεύτερη κινεῖται μόνο στὴν κλίμακα τῆς ἔντασης καὶ τῆς καθαρότητας. Οὐδέποτε ἐκπίπτει. Αὐτὴ κινεῖται πρὸς τὸν Θεὸ καὶ κατ’ ἀναλογία καὶ πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Τότε ὁ νοῦς γίνεται πηγὴ ποὺ ἀναβλύζει ἀγάπη καὶ χαρά.

Ὁ ἄνθρωπος, χωρὶς τὴν αὐτεπίγνωση καὶ τὴν ἐπίγνωση τοῦ Θείου καὶ τὴν πλήρη ὑποταγή του στὸ δεύτερο, εἶναι ἕνα σῶμα ἀκέφαλο. Ὅταν ὅμως ἀρχίζει νὰ κατανοεῖ τὴν ὕπαρξή του καὶ νὰ ἐγκαταλείπει θεληματικὰ ἀκόμα καὶ τὴν ἐλεύθερη βούλησή του, ἀφήνοντας τὸν ἑαυτό του στὰ χέρια Ἐκείνου γιὰ νὰ γίνει τὸ θέλημά Του, στρέφεται πρὸς τὴν ἐσωτερικὴ εἰρήνη, τὴν ὁποία ὅμως τότε μόνο θὰ μπορέσει νὰ ἀποκτήσει, ὅταν ἐγκαταλείποντας μὲ τὴ θέλησή του τὸν φυσικὸ χῶρο, στραφεῖ πρὸς ἐκεῖνο τὸν κόσμο τὸν ἀόρατο, τὸν φαινομενικὰ ἀπροσπέλαστο, καὶ προσπαθήσει νὰ ἀντλήσει ἀπὸ αὐτὸν δυνάμεις καὶ εἰρήνη «πέραν τοῦ νοῦ».

[…] εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν. (Κατὰ Ἰωάννην 14:27)

Πρέπει λοιπὸν κανείς, πέρα ἀπὸ τὴ φυσικὴ ἀγάπη, νὰ ἀγωνιστεῖ γιὰ τὴν ἀπόκτηση τῆς πνευματικῆς, πάντοτε μέσω τῆς ἐσωτερικῆς ἐμπειρίας.

Εἶναι καταπληκτικὸ νὰ κατανοήσει κανεὶς ὅτι μέσα του ἐνεργεῖ ὁ Θεός, εἶναι κάτι ποὺ ὁ ὀρθολογιστὴς ἄνθρωπος ὄχι μόνο τὸ ἀπορρίπτει, ἀλλὰ οὔτε κὰν τὸ ὑποπτεύεται.

[…] ἡμεῖς δὲ κηρύσσομεν Χριστὸν ἐσταυρωμένον, Ἰουδαίοις μὲν σκάνδαλον, Ἕλλησι δὲ μωρίαν. (Ἀπ. Παύλου, Πρὸς Κορινθίους Α΄ 1:23)

Ὡστόσο, οἱ ἐσωτερικὲς ἐμπειρίες τῶν Ἁγίων ἀλλὰ καὶ πολλῶν ἄλλων, οἱ ὁποῖοι διαβιοῦν σὲ κατώτερα ἀπὸ ἐκείνους ἐπίπεδα, συνεπικουρούμενες ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν ἐνδείξεων καὶ τῶν τεκμηρίων ποὺ ἀναφέρονται στὶς Γραφές, ἀποδεικνύουν ὅτι ἐντός μας εἶναι ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.

Ἰδοὺ γὰρ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστιν. (Κατὰ Λουκᾶν 17:21)

Ἀντίθετα μὲ τὴν ἀγάπη, ποὺ τὴ διαχωρίζουμε σὲ δύο ἐπίπεδα, δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε τὸ ἴδιο καὶ μὲ τὸ ἀντίθετό της ποὺ εἶναι ἡ κακία, γιατὶ ἡ κακία ὑπάρχει μόνο στὸ φυσικὸ πεδίο. Εἶναι ἰδιότητα ποὺ ἀποκτᾶ τὸ ἄτομο κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ βίου του καὶ ὑπάρχει ὅταν λείπει ἡ ἀγάπη –δὲν συνυπάρχουν–, ὅπως ὑπάρχει ἡ ἄγνοια ὅταν λείπει ἡ γνώση, ὅπως ὑπάρχει τὸ σκοτάδι ὅταν λείπει τὸ φῶς. Δὲν ἔχουν, δηλαδή, δική τους ὕπαρξη, ἀλλὰ φύονται ὅπως τὰ παράσιτα ὅταν ἀπουσιάζει ἡ καλλιέργεια, ὅταν ἀπουσιάζει ὁ γεωργός.

Ἂν μερικοὺς τοὺς μισεῖς, καὶ μερικοὺς οὔτε τοὺς ἀγαπᾶς οὔτε τοὺς μισεῖς […] ἀπ’ αὐτὴ τὴν ἀνισότητα μάθε ὅτι εἶσαι μακριὰ ἀπὸ τὴν τέλεια ἀγάπη, ἡ ὁποία διδάσκει νὰ ἀγαπήσεις κάθε ἄνθρωπο ἐξίσου. (Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής)95

Δὲν ἔχει τέλεια ἀγάπη ἐκεῖνος ποὺ ἀλλάζει διάθεση πρὸς τοὺς ἀνθρώπους ἀνάλογα μὲ τὸ χαρακτήρα τους. (Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής)96

Ἡ τέλεια ἀγάπη δὲν διαχωρίζει κατὰ τὶς διαθέσεις τῶν ἐπιμέρους ἀνθρώπων τὴ μία καὶ κοινὴ ἀνθρώπινη φύση, ἀλλὰ ἀποβλέποντας σ’ αὐτήν, ἀγαπᾶ ἐξίσου ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Ἀγαπᾶ τοὺς ἐνάρετους ὡς φίλους· τοὺς κακοὺς τοὺς ἀγαπᾶ ὡς ἐχθρούς, καὶ τοὺς εὐεργετεῖ καὶ μακροθυμεῖ καὶ ὑπομένει ἂν τὴ βλάψουν… γιὰ νὰ τοὺς κάνει καὶ αὐτοὺς φίλους, ἂν εἶναι δυνατόν. Ἂν δὲν τὸ κατορθώσει, δὲν ἀλλάζει τὴ διάθεσή της, ἀλλὰ φανερώνει τοὺς καρποὺς τῆς ἀγάπης ἐξίσου πρὸς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. (Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής)97

Θαυμάστε τὴ θεία ἔμπνευση τοῦ ποιητῆ, ποὺ ταυτίζεται μὲ ἐκείνη τοῦ Ἁγίου:

Τὸν γάμο τῶν πιστῶν ψυχῶν αἰτία μὴ μοῦ δώσεις
Νὰ ἐμποδίσω: Ἡ ἀγάπη δὲν ἦταν ἀγάπη
Ἂν ἔσπευσε ν’ ἀλλοιωθεῖ στὶς πρῶτες ἀλλοιώσεις,
Ἢ ἂν μὲ τὴν πρώτη ἐκτροπὴ ἀμέσως ἐξετράπη.
Ὤ, ὄχι! σημάδι στὴ στεριὰ εἶναι ποὺ δὲν κουνιέται·
Ἀκράδαντη κι ἀκλόνητη τὴν τρικυμία ἀτενίζει·
Εἶν’ ἄστρο γιὰ τὴν κάθε βάρκα ποὺ περιπλανιέται·
Ὅλοι γνωρίζουν τὸ ὕψος της, ἀλλ’ ὄχι πόσο ἀξίζει.
Ὁ ἔρως δὲν εἶν’ τρελὸς τοῦ Χρόνου: μὲς στὴν ἐπήρεια ἂς λειώνουν
Τοῦ στρογγυλοῦ τοῦ δρεπανιοῦ τὰ μάγουλα, τὰ χείλη.
Τὸν ἔρωτα ὧρες καὶ βδομάδες δὲν τὸν ἀλλοιώνουν·
Θ’ ἀντέξει μέχρι τὸ στερνὸ τοῦ κόσμου μας τὸ δείλι.
Ἂν εἶναι πλάνη ὅλ’ αὐτὰ καὶ κάποιος τ’ ἀποδείξει,
Ποτὲ δὲν ἔγραψα κι οὐδεὶς ἔχει ποτὲ ἀγαπήσει.98

Ἀλλὰ καλύτερα ἂς θαυμάσουμε τὸ ὑπέροχο ΙΓ΄ κεφάλαιο τῆς Πρὸς Κορινθίους Α΄ Ἐπιστολῆς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, περὶ ἀγάπης, ποὺ ὅμοιό του δὲν γράφτηκε ποτέ.

Ἐὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν Ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον.

Ἐὰν μιλῶ ὅλες τὶς γλῶσσες τῶν ἀνθρώπων, ὅλων τῶν ἐθνῶν τοῦ κόσμου καὶ τῶν Ἀγγέλων –ὄχι πὼς οἱ Ἄγγελοι μιλοῦν κάποια γλώσσα, ἀφοῦ σὲ αὐτοὺς γλώσσα εἶναι ἡ νοερὴ δύναμη–, δὲν ἔχω ὅμως ἀγάπη, εἶμαι χαλκὸς ποὺ βγάζει μόνο ἦχο καὶ κύμβαλο ἀλαλάζον.

Καὶ ἐὰν ψωμίσω πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου, καὶ ἐὰν παραδῶ τὸ σῶμα μου ἵνα καυθήσομαι, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδὲν ὠφελοῦμαι.

Καὶ ἂν δώσω ἐλεημοσύνη ὅλα τὰ ὑπάρχοντά μου καὶ ἂν παραδώσω τὸ σῶμα μου γιὰ νὰ καεῖ, ἀλλὰ δὲν ἔχω ἀγάπη, δὲν ὠφελοῦμαι σὲ τίποτα. Δῶσε λοιπὸν τὴν κάποια ἐλεημοσύνη ποὺ προαιρεῖσαι μὲ τὸ δικό σου χέρι στὸν φτωχὸ καὶ ἀκούμπα τὴν καρδιά σου στὴ δική του, δῶσε του τὴν ἀγάπη σου μὲ μιὰ καλή, παρηγορητικὴ κουβέντα καὶ μὲ τὸν ὀβολό σου, ἀλλὰ προπαντὸς προσπάθησε νὰ ἐξομοιωθεῖς ἔστω καὶ λίγο μὲ αὐτόν, νὰ τὸν συμπονέσεις, ἀλλιῶς ἡ ἐλεημοσύνη δὲν σὲ ὠφελεῖ.

Ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, χρηστεύεται, δηλαδὴ αὐτὸς ποὺ ἀγαπᾶ μπορεῖ νὰ ὑποφέρει τὰ πάντα, νὰ εἶναι καρτερικὸς καὶ ἄκακος.

Ἡ ἀγάπη οὐ ζηλοῖ, δηλαδὴ δὲν ἔχει φθόνο καὶ κτητικότητα.

Οὐ περπερεύεται, δηλαδὴ δὲν ματαιοπονεῖ, δὲν προσφεύγει παρὰ μόνο στὸ ἀναγκαῖο.

Οὐ φυσιοῦται, δηλαδὴ δὲν ὑπερηφανεύεται.

Οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς, οὐ παροξύνεται. Δὲν ἐπιθυμεῖ τίποτα γιὰ λογαριασμό της, δὲν παροξύνεται, δὲν θυμώνει.

Οὐ λογίζεται τὸ κακόν, δηλαδὴ δὲν σκέπτεται ποτὲ τὴν ἐκδίκηση πρὸς ἐκείνους ποὺ τὴν κακοποιοῦν, ἀλλὰ οὔτε σκέπτεται ὅτι εἶναι κακὸ τὸ ὅ,τι ὑπάρχει.

Πάντα στέγει, δηλαδὴ ὑποφέρει τὰ πάντα, καὶ ὕβρεις καὶ ἀτιμίες, διότι ἡ μακροθυμία χαρίζει τὴν ὑπομονὴ γιὰ ὅλα.

Πάντα πιστεύει, δηλαδὴ ὅσα καὶ ἂν ἀκούσει ἀπὸ τὸν ἀγαπημένο ὅλα τὰ πιστεύει, διότι καλύπτεται ἀπὸ τὴν ἐμπιστοσύνη ποὺ περιέχει ἡ ἀγάπη. Ποτὲ δὲν ὑπολαμβάνει ὅτι ὁ ἀγαπημένος λέει κάτι διαφορετικὸ ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ πιστεύει.

Πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει, δηλαδὴ δὲν ἀπελπίζεται μὲ τίποτα, δὲν ἀπογοητεύεται, ἀλλὰ ἐλπίζει καὶ πιστεύει πάντοτε ὅτι ὁ ἀγαπημένος τελικὰ θὰ προοδεύσει.

Ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει, δηλαδὴ δὲν διαλύεται, δὲν διακόπτεται, δὲν παύει οὔτε μὲ τὸν χωρισμὸ ἀπὸ τὸν ἀγαπημένο, ἀλλὰ εἶναι κτῆμα παντοτινὸ ἐκείνου ποὺ ἀγάπησε, θησαυρὸς κρυμμένος στὴν καρδιά του.

Διώκετε τὴν ἀγάπην. Ἐπιδιώκετε τὴν ἀγάπη.

Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀγάπη ποὺ κατὰ πρῶτο λόγο στρέφεται πρὸς τὸν Θεὸ «ἐξ ὅλης καρδίας, ἐξ ὅλης διανοίας, ἐξ ὅλης δυνάμεως» καὶ κατὰ δεύτερο πρὸς τοὺς ἀνθρώπους, κατὰ μίμηση τῆς πρὸς τὸν Θεὸ ἀγάπης. Εἶναι ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν φίλο, πρὸς τὸν ἐρωμένο, πρὸς τὸν πλησίον, τὸν ἄγνωστο, πρὸς τὸν καθένα καὶ τὸ καθετί, πάντοτε ἀνιδιοτελής, πάντοτε ὡς προσφορά, πάντοτε ὡς προαίρεση ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὰ βάθη τοῦ εἶναι μας καὶ ὄχι ὡς ἀνάγκη νὰ ὑπακούσουμε στὸν Θεῖο Νόμο.

Καὶ ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου. Αὕτη πρώτη ἐντολή. Καὶ δευτέρα ὁμοία, αὕτη· ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν. Μείζων τούτων ἄλλη ἐντολὴ οὐκ ἔστι. (Κατὰ Μᾶρκον 12:30-31)

Δὲν πρέπει νὰ ἔχουμε κτητικότητα ὅταν ἀγαπᾶμε. Πολλοὶ τρέμουν μήπως χάσουν τὸν σύντροφο ἂν αὐτὸς μοιραστεῖ τὴν τρυφερότητά του μὲ ἄλλους καὶ ἔτσι ἐμφανίζεται ἡ ζήλια, ὁ φόβος μήπως χάσουν αὐτὸ τὸ ὁποῖο νομίζουν ὅτι τοὺς ἀνήκει. Ὁ φόβος μήπως χάσει κανεὶς τὴν ὕπαρξη ποὺ ἀγαπᾶ εἶναι αἰτία γιὰ ὅλες τὶς παρεξηγήσεις. Στὴν πραγματικότητα, αὐτὸ ποὺ νομίζετε ὅτι σᾶς ἀνήκει καὶ φοβάστε μήπως χάσετε, αὐτὸ ποὺ κρατᾶτε τόσο ζηλότυπα εἶναι τὸ σῶμα τοῦ ἀγαπημένου, τὸ σῶμα καὶ τίποτα περισσότερο. Αὐτὸ ὅμως ποὺ ἀποτελεῖ τὸν ἀληθινὸ πλοῦτο τοῦ ἀνθρώπου –οἱ σκέψεις του, τὰ συναισθήματά του–, δὲν μποροῦν νὰ ἀποτελέσουν ἀντικείμενο διεκδίκησης, δὲν μποροῦν νὰ φυλακιστοῦν, γιατὶ ἡ ἀνθρώπινη ψυχὴ δὲν φυλακίζεται. Λέει ὁ θεῖος Μάξιμος:

Γιὰ τὶς ἑξῆς πέντε αἰτίες οἱ ἄνθρωποι ἀγαποῦν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο μὲ τρόπο εἴτε ἀξιέπαινο, εἴτε ἀξιοκατηγόρητο. Δηλαδὴ ἢ γιὰ τὸ Θεό, ὅπως ὁ ἐνάρετος τοὺς ἀγαπᾶ ὅλους, καὶ ὅπως ἀγαπᾶ τὸν ἐνάρετο κάποιος ποὺ δὲν εἶναι ἀκόμα ἐνάρετος· ἢ γιὰ φυσικοὺς λόγους, ὅπως οἱ γονεῖς ἀγαποῦν τὰ παιδιά τους καὶ ἀντιστρόφως· ἢ ἀπὸ κενοδοξία, ὅπως ἐκεῖνος ποὺ δοξάζεται ἀγαπᾶ ἐκεῖνον ποὺ τὸν δοξάζει· ἢ ἀπὸ φιλαργυρία, ὅπως ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶ τὸν πλούσιο, ἐπειδὴ ἔλαβε κάτι ἀπ’ αὐτόν· ἢ ἀπὸ φιληδονία, ὅπως ἐκεῖνος ποὺ ἱκανοποιεῖ ἀπὸ ἄλλον τὴν κοιλιά του ἢ τὴ σαρκική του ἐπιθυμία. Ἡ πρώτη αἰτία εἶναι ἀξιέπαινη· ἡ δεύτερη, οὔτε ἀξιέπαινη οὔτε ἀξιοκατηγόρητη· οἱ ὑπόλοιπες εἶναι ἐμπαθεῖς. (Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής)99

Ὅμως πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι στὴν πορεία μας πρὸς τὴν ἀναζήτηση ὅλα ἀρχίζουν, συνεχίζονται καὶ τελειώνουν μὲ τὴν ἀνιδιοτελὴ ἀγάπη, τὴν ἀγάπη ἐκείνη ποὺ καλύπτει μὲ τὸ πέπλο της τρυφερὰ κάθε ὕπαρξη καὶ φωτίζει ὅ,τι ἀγαπᾶ, γιατὶ ἡ Ἀγάπη εἶναι τὸ Φῶς.

Ἡ ἐνέργεια, ἡ δύναμη τῆς ἀνιδιοτελοῦς ἀγάπης εἶναι ἐκείνη ποὺ κινεῖ τὰ πάντα. Τὸν Ἕναν πρὸς ὅλους, ὅλους πρὸς τὸν Ἕναν. Ὁ Θεὸς προνοεῖ γιὰ κάθε ἄνθρωπο.

Ἡ Πρόνοια ὡστόσο ἐνεργεῖ ἀνάμεσα σὲ ὅλα τὰ ὄντα καὶ κανένα ἀπὸ τὰ ὄντα δὲν εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴν ἐνέργειά της. (Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης)100

Ἡ Θεία Οἰκονομία ποὺ κατευθύνει τοὺς ἀνθρώπους:

Ἀπὸ Αὐτὸν καὶ μέσω Αὐτοῦ καὶ μέσα σ’ Αὐτὸν ὑπάρχουν καὶ πρὸς Αὐτὸν ἐπιστρέφουν τὰ πάντα […]· [Ἐκεῖνος ὠθεῖ] ἐξαιτίας Του καὶ γιὰ χάρη Του, τὰ κατώτερα νὰ ἐρωτεύονται τὰ ἀνώτερα μὲ τάση τὴν ἐπιστροφή τους, τὰ ὅμοια τὸ ἕνα πρὸς τὸ ἄλλο γιὰ τὴν ἐπικοινωνία καὶ τὴν ἕνωση, καὶ τὰ ἀνώτερα τὰ κατώτερά τους γιὰ τὴν προνοητικὴ φροντίδα καὶ τὸ καθένα ξεχωριστὰ τὰ στοιχεῖα τοῦ ἑαυτοῦ του γιὰ λόγους συνοχῆς. (Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης)101

Μάθετε νὰ ἀγαπᾶτε χωρὶς νὰ περιμένετε νὰ σᾶς ἀγαπήσουν, γιατὶ τότε εἶστε ἐλεύθεροι. Μὴ ζητᾶτε μέσω τῆς ἀγάπης τὴ δέσμευση, τὴν ἀπώλεια τῆς ἐλευθερίας σας. Αὐτὸ ποὺ ἐνδιαφέρει στὴν ἀγάπη εἶναι νὰ περάσει ἡ ἐνέργειά της σὲ αὐτὸν ποὺ ἀγαπᾶτε καὶ νὰ νιώσει χαρά, ἀνακούφιση, θαυμασμό. Τὸ μόνο σημαντικὸ εἶναι νὰ ἀγαπᾶτε, νὰ ἀγαπᾶτε ὁποιονδήποτε, νὰ ἀφήνετε τὴν ἐνέργεια τῆς ἀγάπης νὰ ρέει αὐτόματα ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς καρδιᾶς σας. Δὲν ἔχει σημασία γιὰ ποιὸν ρέει, σημασία ἔχει νὰ μὴ σταματᾶ. Γιὰ νὰ ἀγαπήσετε, μὴν περιμένετε νὰ βρεῖτε τὸν ἰδανικὸ ἄνδρα ἢ τὴν ἰδανικὴ γυναίκα, γιατὶ ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη εἶναι πάνω καὶ πέρα ἀπὸ τὴ μορφή, εἶναι μιὰ συνειδησιακὴ κατάσταση.

Ἀντίθετα, ἡ ἕλξη εἶναι θέμα μήκους κύματος καὶ ἐξαρτᾶται ἀπὸ καθαρὰ φυσικὰ στοιχεῖα, ὅμως διαρκεῖ ὅσο φυσᾶ τὸ ρεῦμα. Πάνω ἀπὸ τὴν ἕλξη εἶναι τὸ συναίσθημα, ὅμως οὔτε καὶ στὸ συναίσθημα πρέπει νὰ σταθοῦμε. Τὸ συναίσθημα ποικίλλει, ὑπόκειται στὸ «μοῦ ἀρέσει, δὲν μοῦ ἀρέσει», ὅμως τὴ μία μέρα ἀγαπᾶς, τὴν ἄλλη δὲν ἀγαπᾶς – ἡ ἀγάπη αὐτὴ διαρκεῖ μόνο ὅσο ἡ εἰκόνα ποὺ δημιουργήσαμε γιὰ τὸ ἀγαπημένο πρόσωπο ἐξακολουθεῖ νὰ προβάλλεται μπροστά μας.

Πάνω ἀπὸ τὸ συναίσθημα εἶναι ἡ σκέψη, ἡ διανόηση. Ἀγαπᾶς ὄχι γιατὶ σοῦ ἀρέσει, ἀλλὰ κυρίως γιατὶ τὸ ἀγαπημένο πρόσωπο συγκεντρώνει τὶς προϋποθέσεις ποὺ ἐσὺ θέτεις ὡς ἀναγκαῖες γιὰ τὴν ἀγάπη σου, δηλαδὴ τὴν ἐμφάνιση, τὴ μόρφωση, τὴν οἰκονομικὴ ἄνεση, τὸ συνταίριασμα τοῦ χαρακτήρα, τὰ κοινὰ ἐνδιαφέροντα. Ὅμως καὶ αὐτὴ ἡ ἀγάπη εἶναι πρόσκαιρη καὶ διαρκεῖ ὅσο ἐμεῖς καὶ ὁ ἄλλος ἐξακολουθοῦμε νὰ ἔχουμε τὶς ἴδιες ἀντιλήψεις, τὰ ἴδια ἐνδιαφέροντα – πράγμα ποὺ συμβαίνει πολὺ σπάνια, γιατὶ καὶ ἐσεῖς καὶ ὁ ἄλλος ἀλλάζετε, εἴτε τὸ θέλετε εἴτε ὄχι. Ἀλλάζετε ἐσωτερικά, ἀλλάζετε ἐξωτερικά, ἀλλάζετε γενικά, γίνεστε σωματικὰ ὁπωσδήποτε χειρότεροι, ἐσωτερικὰ μπορεῖ νὰ μένετε ἴδιοι –ὁπότε θὰ ἔχετε βαρεθεῖ σὲ λίγο ὄχι μόνο τὸν ἄλλον, ἀλλὰ καὶ τὸν ἑαυτό σας– ἢ μπορεῖ νὰ εἶστε καλύτεροι – ὁπότε, ἂν καὶ ἐφόσον καὶ ὁ σύντροφός σας καλυτερεύσει, μπορεῖ νὰ μετουσιωθεῖ ἡ ἀγάπη σας καὶ νὰ γίνει διαρκής.

Πάνω ὅμως καὶ ἀπὸ αὐτὸ τὸ τρίτο εἶδος τῆς ἀγάπης, ὑπάρχει ἡ πνευματικὴ ἀγάπη, ποὺ διαρκεῖ ὅσο καὶ ἡ αἰώνια ζωή μας. Αὐτὴ τὴν ἀγάπη πρέπει νὰ συναντήσουμε, μιὰ ἀγάπη ποὺ θὰ πηγάζει ἀπὸ τὴν καρδιά μας, μιὰ ἀγάπη ποὺ δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ κανέναν ἐξωτερικὸ παράγοντα, ποὺ δὲν κάμπτεται, δὲν λυγίζει καὶ ἀντέχει, ὅπως λέει καὶ ὁ ποιητής, μέχρι «τὸ στερνὸ τοῦ κόσμου μας τὸ δείλι». Μιὰ ἀγάπη ποὺ δὲν ἐκπίπτει ποτέ, ὅπως λέει ὁ Μέγας Ἀπόστολος.

Ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη δὲν ἔχει σχέση μὲ τὴ σεξουαλικότητα, γιατὶ στὴν περίπτωση αὐτὴ δὲν ἀγαπᾶμε τὸ σῶμα, ἀλλὰ τὴν ψυχὴ τοῦ ἄλλου. Διαβάστε τὸν J. Goethe στὶς Ἐκλεκτικὲς συγγένειες, διαβάστε τὸν A. Gide στὴ Στενὴ Πύλη καὶ θὰ καταλάβετε τί σᾶς λέω.

Ἡ ἀγάπη εἶναι ἕνας τρομερὸς χείμαρρος ποὺ δὲν παρασύρει, ἀλλὰ καθαρίζει τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὶς μελαγχολίες, τὶς ἀυπνίες, τὶς διαταραχὲς καὶ σπάει τὰ φράγματα τῆς πλήξης, τῆς ἀνίας καὶ τῆς «περίφημης», πλέον, ἀνασφάλειας. Ἀγαπᾶτε συνεχῶς ὅλα τὰ ὄντα, μὴν κλείνεστε στὸν ἑαυτό σας, μὴ σπαταλᾶτε τὴ ζωὴ ποὺ σᾶς δόθηκε ἀκριβῶς γιὰ νὰ ἀγαπήσετε, μὴ θάβετε στὴ Γῆ τὸ τάλαντο ποὺ σᾶς ἐμπιστεύθηκε ὁ Κύριος. Γίνετε ἀγαπημένοι σύζυγοι, ἐραστές, ἀγαπημένοι συγγενεῖς, φίλοι, προστάτες, ὁτιδήποτε, ἀρκεῖ νὰ μὴν εἶστε ἔξω ἀπὸ τὸ παιχνίδι. Ὅσο πατᾶτε σὲ τούτη τὴ Γῆ κάντε ὅλα αὐτὰ καὶ συγχρόνως προσπαθῆστε νὰ εἶστε ἐλεύθεροι, ἀδέσμευτοι γιὰ νὰ ξεπεράσετε γρήγορα τὸ καθετί, ὥστε νὰ μπορέσετε μὲ τὶς βιωμένες αὐτὲς ἐμπειρίες νὰ κατανοήσετε γιατὶ κάνατε τὸ καθετὶ καὶ νὰ ἀποδώσετε τὴν ἀγάπη σας, στὴν τελική της φάση, σὲ Αὐτὸν ποὺ σᾶς ἔδωσε τὴ δύναμη, τὴ χαρά, τὴ δυνατότητα νὰ κάνετε ὅλα αὐτὰ καὶ νὰ ἀποκτήσετε τὶς ἀνάλογες ἐμπειρίες.

Ὅλος ὁ κόσμος, Οὐρανὸς καὶ Γῆ, προσφέρεται γιὰ τὴν ἀγάπη γιὰ τὴν ὁποία μιλᾶμε, εἶναι ἀνοιχτός. Γίνετε καὶ ἐσεῖς ἀνοιχτοὶ γιὰ νὰ δώσετε καὶ νὰ δεχτεῖτε, ὁ καθένας στὸ μέτρο πού, ἀνάλογα μὲ τὶς δυνατότητες τοῦ νοῦ του, εἶναι δεκτικός.

Ἡ μεγαλύτερη δυστυχία σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο εἶναι ἡ ἔλλειψη ἀγάπης, ἀλλὰ ἀκόμα μεγαλύτερη δυστυχία εἶναι τὸ νὰ φαντάζεται κανεὶς ὅτι ἔχει τὴν ἀγάπη. Στατιστικὰ ἐλάχιστοι ὑπῆρξαν ἀνοιχτοὶ στὴν Ἀγάπη, οἱ πολλοὶ ἀκολούθησαν αὐτὸ ποὺ ἡ κοινωνία ἢ ἁπλῶς οἱ περιστάσεις τοὺς ἐπέβαλαν. Τὴ θυσία, δηλαδή, τῆς ἀγάπης στὸν βωμὸ τοῦ συμφέροντος. Ἔτσι, ἀρκέστηκαν σὲ αὐτὲς τὶς ἀνταλλαγές, σὲ αὐτὰ τὰ δοσίματα ποὺ τόσο ἐπιπόλαια εὐχήθηκαν νὰ ἔχουν. Ἀπέκτησαν αὐτὲς τὶς ἀρετὲς καὶ ἔζησαν αὐτὲς τὶς χαρὲς πού, στὸν ἀνάλογο βαθμό, προσιδιάζουν καὶ στὰ ζῶα. Γέννηση, συντήρηση, ἀναπαραγωγή, θάνατος.

Μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδεὶς ἔχει, ἵνα τις τὴν ψυχὴν αὐτοῦ θῇ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ (Κατὰ Ἰωάννην 15:13), δηλαδὴ μεγαλύτερη ἀγάπη δὲν ὑπάρχει ἀπὸ τὸ νὰ δώσει κανεὶς τὴ ζωή του ὑπὲρ ἐκείνων ποὺ ἀγαπᾶ.

Τὸ ἴδιο ἐκφράζει καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, λέγοντας ὅτι «ἐπιθυμοῦμε νὰ μεταδώσουμε σὲ ἐσᾶς ὄχι μόνο τὸ Εὐαγγέλιο, ἀλλὰ καὶ τὴν ψυχή μας».

Οὕτως ὁμειρόμενοι ὑμῶν εὐδοκοῦμεν μεταδοῦναι ὑμῖν οὐ μόνον τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ τὰς ἑαυτῶν ψυχάς, διότι ἀγαπητοὶ ἡμῖν γεγένησθε. (Ἀπ. Παύλου, Πρὸς Θεσσαλονικεῖς Α΄ 2:8)

Ὁ δὲ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἡ πηγὴ ἐκείνου τοῦ πλούτου, στὴ Β΄ μιλία του περὶ τῆς Πρὸς Θεσσαλονικεῖς Α΄ Ἐπιστολῆς, πλέκοντας τὸν ὕμνο τῆς ἀγάπης αὐτῆς γράφει:

Ἔτσι πρέπει νὰ ἀγαπᾶ ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶ, ὥστε, ἐὰν τοῦ ζητηθεῖ νὰ δώσει καὶ τὴν ψυχή του καὶ εἶναι δυνατό, νὰ μὴ διστάσει νὰ τὸ κάνει. Δὲν λέω νὰ τοῦ ζητηθεῖ αὐτό, ἀλλὰ νὰ εἶναι ὁλοπρόθυμος σὲ μία τέτοια διάθεση τῆς ψυχῆς του. Γιατὶ τίποτε, τίποτε δὲ θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρξει γλυκύτερο ἀπὸ μία τέτοια ἀγάπη· δὲ θὰ συμβεῖ ἐκεῖ τίποτε τὸ λυπηρό. Πράγματι, «ὁ πιστὸς φίλος εἶναι τὸ φάρμακο τῆς ζωῆς»· πράγματι, «ὁ πιστὸς φίλος εἶναι προστασία ἰσχυρή». Γιατὶ τί δὲ θὰ ἔκανε ὁ γνήσιος φίλος; Πόση εὐχαρίστηση δὲ θὰ προκαλοῦσε; Καὶ πόση ὠφέλεια; Καὶ πόση ἀσφάλεια; Κι ἂν ἀκόμα ἀναφέρεις ἀμέτρητους θησαυρούς, τίποτα δὲν εἶναι ἰσάξιο τοῦ γνήσιου φίλου. Καὶ ἂς ποῦμε πρῶτα τὰ γνωρίσματα αὐτῆς τῆς φιλίας, πόση εὐχαρίστηση περιέχει. Λάμπει ἀπὸ χαρὰ βλέποντας αὐτὸν καὶ γίνεται εὐχάριστος, συνδέεται πρὸς αὐτὸν μὲ τέτοια ψυχικὴ σύνδεση, ἡ ὁποία δημιουργεῖ τόση χαρά, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ λεχθεῖ· καὶ μόνο νὰ θυμηθεῖ αὐτόν, ἐξυψώνεται ἡ σκέψη του καὶ ἐμψυχώνεται. Ἐννοῶ τοὺς γνήσιους φίλους, τοὺς ὁμόψυχους, γιὰ ἐκείνους ποὺ προτιμοῦν νὰ πεθάνουν γιὰ ἄλλους, ποὺ ἀγαποῦν θερμά. Μή, παρακαλῶ, σκεπτόμενοι τοὺς ἁπλοὺς φίλους, τοὺς ὁμοτράπεζους γιὰ τὸ κοινὸ φαγητὸ καὶ πιοτὸ καὶ τοὺς κατ’ ὄνομα μόνο φίλους νομίζετε ὅτι δὲν εἶναι συνετὰ τὰ λόγια μου αὐτά. Ἐὰν κανεὶς ἔχει τέτοιο φίλο ποὺ λέω, θ’ ἀντιληφθεῖ τὰ λόγια μου· καὶ ἂν ἀκόμη τὸν βλέπει κάθε μέρα, δὲν τὸν χορταίνει· εὔχεται γι’ αὐτὸν τὰ ἴδια ποὺ εὔχεται καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό του […]. Γιατὶ ὅπως τὰ λαμπερὰ σώματα σκορπίζουν λαμπρότητα στοὺς γύρω τόπους, ἔτσι κι οἱ φίλοι, στοὺς τόπους ποὺ παρευρίσκονται, σκορπίζουν τὴ δική τους χάρη. Καὶ πολλὲς φορὲς ποὺ βρεθήκαμε στοὺς τόπους ἐκείνους χωρὶς τοὺς φίλους μας, δακρύσαμε, ἐπειδὴ θυμηθήκαμε τὶς μέρες ἐκεῖνες τῆς συναναστροφῆς μας καὶ ἀναστενάξαμε. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραστήσω μὲ τὰ λόγια πόση χαρὰ χαρίζει ἡ συντροφία τῶν φίλων· τὸ γνωρίζουν μόνο ἐκεῖνοι ποὺ τὸ ἔχουν δοκιμάσει. Εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τὸ φίλο καὶ χάρη νὰ ζητήσει κανείς, καὶ νὰ λάβει χάρη σὲ ἀνύποπτο χρόνο. Ὅταν μᾶς ζητοῦν κάτι τότε τοὺς ὀφείλουμε εὐγνωμοσύνη, ὅταν διστάζουν τότε στενοχωριόμαστε πολύ. Τίποτα δὲν ἔχουμε ποὺ δὲν εἶναι δικό τους. Πολλὲς φορές, ἐνῶ περιφρονοῦμε ὅλα τὰ ἐδῶ ἀγαθά, δὲν θέλουμε νὰ ἀπέλθουμε ἀπὸ ἐδῶ ἐξαιτίας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι πιὸ ποθητοὶ κι ἀπὸ τὸ φῶς. Γιατὶ πραγματικὰ ὁ φίλος εἶναι πιὸ ποθητὸς καὶ ἀπὸ τὸ φῶς αὐτό, ἐννοῶ τὸ γνήσιο φίλο. Καὶ μὴν ἀπορήσεις γιατὶ εἶναι καλύτερο σὲ μᾶς νὰ σβήσει ὁ ἥλιος, παρὰ νὰ στερηθοῦμε τοὺς φίλους· εἶναι καλύτερο νὰ ζοῦμε στὸ σκοτάδι, παρὰ νὰ εἴμαστε χωρὶς φίλους. Καὶ πῶς εἶναι καλύτερο, θὰ σᾶς τὸ πῶ ἐγώ. Πολλοὶ δηλαδή, ἂν καὶ βλέπουν τὸν ἥλιο, βρίσκονται μέσα στὸ σκοτάδι, ἂν ὅμως ἔχουν πολλοὺς φίλους, δὲ θὰ βρεθοῦν σὲ θλίψη. Ὁμιλῶ γιὰ τοὺς φίλους τοὺς πνευματικούς, οἱ ὁποῖοι δὲν προτιμοῦν τίποτε ἀπὸ τὴ φιλία. (Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος)102

Αὐτὸ εἶναι ἡ φιλία: Ὅταν θεωρεῖ κανεὶς ὅτι τὰ δικά του δὲν εἶναι δικά του, ἀλλὰ τοῦ φίλου.

Εἰλικρινὴς φίλος εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος συμμερίζεται στὴν ὥρα τοῦ πειρασμοῦ τὶς θλίψεις, τὶς ἀνάγκες καὶ τὶς συμφορὲς τοῦ πλησίον ποὺ φέρνει ἡ περίσταση, σὰν νὰ εἶναι δικές του, μὲ τρόπο ἀθόρυβο καὶ ἀτάραχο. (Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής)103

 


94 Ἄλλη ἐστὶν ἡ ἀγάπη τῆς ψυχῆς ἡ φυσικὴ καὶ ἄλλη ἡ ἐκ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος αὐτῇ προσγινομένη. Ἡ μὲν γὰρ καὶ ἐκ τῆς ἡμετέρας, ὅτε θέλομεν, συμμέτρως κινεῖται θελήσεως· διόπερ καὶ εὐχερῶς ὑπὸ τῶν πονηρῶν πνευμάτων, ἡνίκα μὴ βίᾳ κρατῶμεν τῆς ἑαυτῶν προαιρέσεως, διαρπάζεται. Ἡ δέ, τοσοῦτον ἐκκαίει τὴν ψυχὴν πρὸς τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ, ὥστε
πάντα τὰ τῆς ψυχῆς μέρη τῇ τοῦ θείου πόθου ἀλαλήτῳ ἐγκολλᾶσθαι χρηστότητι, ἐν ἀπείρῳ τινὶ ἁπλότητι διαθέσεως. Ἐγκύμων γὰρ ὥσπερ ὁ νοῦς τότε ὑπὸ τῆς πνευματικῆς ἐνεργείας γινόμενος, πηγήν τινα ἀγάπης καὶ χαρᾶς ἀναβλύζει
(Ἅγιος Διάδοχος Φωτικῆς, στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Α΄ [1957], σ. 244:λδ΄). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Α΄ [2004], «Λόγος Ἀσκητικὸς… σὲ 100 κεφάλαια», σ. 295:34.

95 Ἐὰν τινὰς μὲν μισῇς, τινὰς δὲ οὐδὲ ἀγαπᾷς, οὐδὲ μισῇς […] ἐκ ταύτης τῆς ἀνισότητος γνῶθι, ὅτι μακρὰν εἶ τῆς τελείας ἀγάπης, ἥτις ὑποτίθεται πάντα ἄνθρωπον ἐξ ἴσου ἀγαπῆσαι (Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Β΄ [1958], σ. 15:ι΄). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Β΄ [2006], «Β΄ ἑκατοντάδα περὶ Ἀγάπης», σ. 61:10.

96 Οὕπω ἔχει τελείαν τὴν ἀγάπην, ὁ ἔτι ταῖς γνώμαις τῶν ἀνθρώπων συνδιατιθέμενος (Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Β΄ [1958], σ. 10:ο΄). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Β΄ [2006], «Α΄ ἑκατοντάδα περὶ Ἀγάπης», σ. 55:70. [Προσθήκη τοῦ Ἐπιμελητῆ]

97 Ἡ τελεία ἀγάπη, οὐ συνδιασχίζει τὴν μίαν τῶν αὐτῶν ἀνθρώπων φύσιν, ταῖς διαφόραις αὐτῶν γνώμαις, ἀλλ’ εἰς αὐτὴν ἀεὶ ἀποβλεπομένη, πάντας ἀνθρώπους ἐξ ἴσου ἀγαπᾷ. Τοὺς μὲν σπουδαίους, ὡς φίλους, τοὺς δὲ φαύλους, ὡς ἐχθροὺς ἀγαπᾷ, εὐεργετοῦσα καὶ μακροθυμοῦσα, ὑπομένουσα τὰ παρ’ αὐτῶν ἐπαγόμενα, τὸ κακὸν τὸ σύνολον μὴ λογιζομένη, ἀλλὰ καὶ πάσχουσα ὑπὲρ αὐτῶν, εἰ καιρὸς καλέσειεν. Ἵνα καὶ αὐτοὺς ποιήσῃ φίλους, εἰ οἷόν τε· εἰ δὲ μή, τῆς γε ἰδίας διαθέσεως οὐκ ἐκπίπτει, τοὺς τῆς ἀγάπης καρποὺς ἀεὶ ἐξ ἴσου πρὸς πάντας ἀνθρώπους ἐνδεικνυμένη (Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Β΄ [1958], σ. 10:οα΄). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Β΄ [2006], «Α΄ ἑκατοντάδα περὶ Ἀγάπης», σ. 55:71. [Προσθήκη τοῦ Ἐπιμελητῆ]

98 Shakespeare, William, Τὰ Σονέτα, εἰσαγ.-μτφρ. Λένια Ζαφειροπούλου, Ἀθήνα: Gutenberg, 2016, Σονέτο 116, σ. 253, δίγλωσση ἔκδοση.

99 Διὰ τὰς πέντε ταύτας αἰτίας οἱ ἄνθρωποι ἀγαπῶσιν ἀλλήλους, εἴτε ἐπαινετῶς, εἴτε ψεκτῶς· οἷον, ἢ διὰ τὸν Θεόν, ὡς ὁ ἐνάρετος πάντας καὶ ὡς ὁ τὸν ἐνάρετον κἂν μήπω ἐνάρετος· ἢ διὰ φύσιν, ὡς οἱ γονεῖς τὰ τέκνα καὶ ἔμπαλιν· ἢ διὰ κενοδοξίαν, ὡς ὁ δοξαζόμενος τὸν δοξάζοντα· ἢ διὰ φιλαργυρίαν, ὡς ὁ τὸν πλούσιον διὰ λῆψιν· ἢ διὰ φιληδονίαν, ὡς ὁ τὴν γαστέραν θεραπευόμενος καὶ τὰ ὑπὸ γαστέρα. Καὶ ἡ μὲν πρώτη, ἐπαινετή· ἡ δευτέρα, μέση· αἱ δὲ λοιπαί, ἐμπαθεῖς (Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Β΄ [1958], σ. 15:θ΄). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Β΄ [2006], «Β΄ ἑκατοντάδα περὶ Ἀγάπης», σ. 61:9.

100 Ἐν πᾶσι τοῖς οὖσιν ἡ θεία πρόνοια, καὶ οὐδὲν τῶν ὄντων ἀπρονόητον (Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, Συγγράμματα, εἰσαγ.-μτφρ. Ι. Μ. Σακαλῆς, Θεσσαλονίκη: Ἐκδόσεις Παναγιώτη Σ. Πουρναρᾶ, 1988, Περὶ Θείων Ὀνομάτων, Κεφ. Δ΄, «Περὶ ἀγαθοῦ, φωτός, καλοῦ, ἔρωτος, ἐκστάσεως, ζήλου· καὶ ὅτι τὸ κακὸν οὔτε ὄν, οὔτε ἐξ ὄντος, οὔτε ἐν τοῖς οὖσι», §XXXIII, σσ. 456-457, δίγλωσση ἔκδοση).

101 Ὅτι ἐξ αὐτοῦ, καὶ δι’ αὐτοῦ, καὶ ἐν αὐτῷ, καὶ εἰς αὐτὸ τὰ πάντα […]· καὶ δι’ αὐτό, καὶ αὐτοῦ ἕνεκα, καὶ τὰ ἥττω τῶν κρειττόνων ἐπιστρεπτικῶς ἐρῶσι, καὶ κοινωνικῶς τὰ ὁμόστοιχα τῶν ὁμοταγῶν, καὶ τὰ κρείττω τῶν ἡττόνων προνοητικῶς, καὶ αὐτὰ ἑαυτῶν ἕκαστα συνεκτικῶς […] (Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, Συγγράμματα, ὅ.π., Περὶ Θείων Ὀνομάτων, Κεφ. Δ΄, «Περὶ ἀγαθοῦ, φωτός, καλοῦ, ἔρωτος, ἐκστάσεως, ζήλου· καὶ ὅτι τὸ κακὸν οὔτε ὄν, οὔτε ἐξ ὄντος, οὔτε ἐν τοῖς οὖσι», §Χ, σσ. 416-417, δίγλωσση ἔκδοση).

102 Οὕτω δεῖ φιλεῖν τὸν φιλοῦντα, ὡς, εἰ καὶ τὴν ψυχὴν αἰτηθῇ, καὶ δυνατὸν ᾖ μὴ κωλῦσαι. Οὐ λέγω, αἰτηθῇ, ἀλλ’ ὥστε αὐτὸν ἐπιτρέχειν τῇ τοιαύτῃ δόσει. Οὐδὲν γάρ, οὐδὲν τῆς τοιαύτης ἀγάπης γλυκύτερον γένοιτ’ ἄν· οὐδὲν ἐκεῖ λυπηρὸν συμπεσεῖται. Ὄντως, «φίλος πιστὸς φάρμακον ζωῆς»· ὄντως, «φίλος πιστὸς σκέπη κραταιά». Τί γὰρ οὐκ ἂν ἐργάσαιτο φίλος γνήσιος; Πόσην μὲν οὐκ ἂν ἐμποιήσειεν ἡδονήν; Πόσην δὲ ὠφέλειαν; Πόσην δὲ ἀσφάλειαν; Κἂν μυρίους θησαυροὺς εἴπῃς, οὐδὲν ἀντάξιον γνησίου φίλου. Καὶ τὰ αὐτῆς πρῶτον εἴπωμεν τῆς φιλίας πόσην ἔχει τὴν ἡδονήν. Γάννυται ὁρῶν αὐτὸν καὶ διαχεῖται, συμπλέκεται συμπλοκὴν αὐτῷ τινα κατὰ τὴν ψυχὴν ἄρρητον ἔχουσαν τὴν ἡδονήν· κἂν ἀναμνησθῇ μόνον αὐτοῦ, διανέστη τῇ διανοίᾳ καὶ ἀνεπτερώθη. Περὶ τῶν φίλων λέγω τῶν γνησίων, τῶν ὁμοψύχων, τῶν αἱρουμένων καὶ ὑπεραποθανεῖν, τῶν θερμῶς φιλούντων. Μή μοι τοὺς ἁπλῶς φίλους ἐννοοῦντες, τοὺς κοινωνοὺς τῶν τραπεζῶν καὶ ἀπὸ προσηγορίας φίλους, νομίζετε τὸν λόγον ἐλέγχεσθαι. Εἴ τις ἔχει φίλον οἷον λέγω, ἐπιγνώσεται τὰ ῥήματα· κἂν ἴδῃ τοῦτον καθ’ ἑκάστην ἡμέραν, οὐκ ἐμπίπλαται· ταῦτα αὐτῷ ἐπεύχεται, ἅπερ καὶ ἑαυτῷ. […] Καθάπερ γὰρ τὰ λαμπρὰ τῶν σωμάτων ἄνθος ἀπορρεῖ εἰς τοὺς πλησίον τόπους, οὕτω καὶ οἱ φίλοι, οἷς ἂν παραγένωνται τόποις, τὴν ἑαυτῶν χάριν ἀφιᾶσι. Καὶ πολλάκις χωρὶς φίλων ἐπιστάντες τοῖς τόποις ἐκείνοις, ἐδακρύσαμεν τῶν ἡμερῶν ἀναμνησθέντες, ἐν αἷς συνεγενόμεθα, καὶ ἐστενάξαμεν. Οὐκ ἔνι τῷ λόγῳ παραστῆσαι τὴν ἡδονὴν ὅσην ἐντίθησι συνουσία φίλων· μόνοι δὲ οἱ πεῖραν ἔχοντες ἴσασι. Καὶ χάριν αἰτῆσαι, καὶ χάριν λαβεῖν ἀνυπόπτως παρὰ φίλου ἔνι. Ὅταν ἡμῖν ἐπιτάττωσι, τότε αὐτοῖς χάριν ἴσμεν· ὅταν ὀκνῶσι, τότε ἀλύομεν. Οὐδὲν ἔχομεν ὅπερ μὴ ἐκείνων ἐστί. Πάντων πολλάκις τῶν ἐνταῦθα καταφρονοῦντες, δι’ ἐκείνους οὐ βουλόμεθα ἀπελθεῖν ἐντεῦθεν· καὶ τοῦ φωτὸς ἐκεῖνοι ποθεινότεροι. Καὶ γὰρ ὄντως καὶ τοῦ φωτὸς αὐτοῦ ποθεινότερος φίλος· τὸν γνήσιον λέγω. Καὶ μὴ θαυμάσῃς· βέλτιον γὰρ ἡμῖν σβεσθῆναι τὸν ἥλιον, ἢ φίλων ἀποστερηθῆναι· βέλτιον ἐν σκότῳ διάγειν, ἢ φίλων εἶναι χωρίς. Ὅτι πολλοὶ τὸν ἥλιον ὁρῶντες ἐν σκότῳ εἰσί, φίλων δὲ εὐποροῦντες, οὐδ’ ἂν ἐν θλίψει γένωνται· περὶ φίλων λέγω τῶν πνευματικῶν, τῶν οὐδὲν προτιμώντων φιλίας (Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, «Πρὸς Θεσσαλονικεῖς Ὁμιλία Β΄», στὸ Ἔργα, τόμ. 22, Θεσσαλονίκη: Πατερικαὶ Ἐκδόσεις «Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς», 1983, σσ. 388-391, δίγλωσση ἔκδοση).

103 Φίλος ἐκεῖνός ἐστι γνήσιος, ὁ τὰς ἐκ περιστάσεως θλίψεις καὶ ἀνάγκας καὶ συμφοράς, ἐν καιρῷ πειρασμοῦ, συνυποφέρων τῷ πλησίον ὡς ἰδίας, ἀθορύβως καὶ ἀταράχως (Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Β΄ [1958],  σ. 38:οη΄). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Β΄ [2006], «Γ΄ ἑκατοντάδα περὶ Ἀγάπης», σ. 87:78. [Προσθήκη τοῦ Ἐπιμελητῆ]

ΚΕΦΑΛΑΙΑ