01.15 | Περί Ταπείνωσης – Βιβλία Αλήθειας – Truth Legacy Books

15. Περὶ Ταπείνωσης

ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ: ΑΦΘΑΡΤΑ – Δοκίμιο στὴν Ἀνθρώπινη Φύση

A- A A+

Ἡ ταπείνωση εἶναι ἡ ὁδὸς ποὺ διανοίγει τὴ θύρα τῆς ἐσωτερικῆς εἰρήνης, τῆς πραότητας. Ὅμως ἂς μὴ νομίσει κανεὶς ὅτι εὔκολα μπορεῖ νὰ ἀποκτήσει αὐτὴν τὴ χάρη. Ἡ ταπείνωση εἶναι γέννημα τῆς γνώσης καὶ ἡ γνώση γέννημα τῆς ἐμπειρίας. Αὐτὸς ποὺ γνωρίζει τὸν ἑαυτό του, μόνο αὐτὸς μπορεῖ νὰ γνωρίσει τὰ πάντα, ἑπομένως καὶ τὴν ταπείνωση. Αὐτὸς ποὺ θὰ κατανοήσει ὅτι εἶναι ἕνα πλάσμα εὐμετάβλητο, καὶ ὡς ἐκ τούτου ὑπόκειται σὲ διακυμάνσεις πρὸς τὰ πάνω ἢ πρὸς τὰ κάτω, οὐδέποτε θὰ ὑπερηφανευτεῖ γιὰ κάτι.

Ἡ ἐμπειρία μᾶς διδάσκει τὴν πολύπλευρη ὄψη τῶν πραγμάτων καί, κυρίως, μᾶς διδάσκει ὅτι τὸ καθετὶ ἔχει τὴ φαινομενικὴ καὶ τὴν οὐσιαστική του πλευρά.

Ὅλες οἱ Γραφὲς περιέχουν ἕνα ἐξωτερικὸ καὶ ἕνα ἐσωτερικὸ νόημα. Τὸ πρῶτο ἀντιστοιχεῖ στὸ γράμμα, στὴν ἐπιφάνεια, τὸ δεύτερο στὸ πνεῦμα, στὴν οὐσία.

Εἶναι βέβαια παράλογο, νομίζω, καὶ ἀνοησία νὰ μὴν προσέχουμε στὴ δύναμη τοῦ σκοποῦ παρὰ στὶς λέξεις. (Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης)123

Ὁ Λόγος δὲν ἐπιδέχεται καμία ἑρμηνεία, εἶναι δεκτικὸς μόνο κυριολεκτικῆς κατανόησης καὶ ὄχι διανοητικῆς ἢ ψυχολογικῆς.

Ἆρά γε γινώσκεις ἃ ἀναγινώσκεις; (Πράξεις 8:30)

Πολλοὶ διαβάζουν τὶς Γραφὲς καὶ πολλοὶ τὶς ἀκοῦν. Ὅμως λίγοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ μποροῦν νὰ κατανοήσουν τὸ περιεχόμενό τους. Καὶ ἄλλοτε μὲν οἱ ἀναγνώστες ἰσχυρίζονται ὅτι ὅσα ἀναφέρονται σὲ αὐτὲς εἶναι ἀδύνατα ἢ ἀκατανόητα ἢ ἀντιφατικὰ καὶ ἄλλοτε ὅσα ἀνάγονται στὸ παρὸν τὰ ἀνάγουν στὸ μέλλον καὶ τὸ ἀντίθετο. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἶναι προσκολλημένος στὴν ὕλη δὲν μπορεῖ νὰ κατανοήσει τὶς Γραφὲς καὶ τὸ πνευματικὸ νόημά τους.

Γιατὶ πῶς εἶναι δυνατὸν ποτὲ ἢ νὰ τὰ μάθουν ἢ νὰ τὰ γνωρίσουν ἢ νὰ τὰ ἐννοήσουν τελείως ἐκεῖνοι ποὺ λένε πὼς δὲν γνώρισαν καμία φορὰ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος; […] Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ καταλάβουν αὐτὰ τὰ μυστήρια ἐκεῖνοι ποὺ δὲν γνώρισαν ὁλότελα καμία φορά, πῶς ἔγινε στὸν ἑαυτό τους ἡ ἀναγέννηση, ἡ ἀνάπλαση, ἡ ἀνακαίνιση καὶ ἡ ἀλλοίωση ποὺ γίνεται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα; (Ὅσιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος)124

Ὁ Θεῖος Λόγος διδάχτηκε γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ἀνθρώπους τοῦ τότε, τοὺς τωρινοὺς καὶ τοὺς μελλοντικούς, καὶ κλείνει μέσα του τὴν αἰωνιότητα. Ὁ Χριστὸς σαρκώθηκε ὡς Δημιουργικὸς Λόγος γιὰ νὰ μπορέσει νὰ λυτρώσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν ἄγνοια, νὰ τὸν ἐλευθερώσει ἀπὸ τὰ δεσμά του, τὰ δεσμὰ τῆς ὕλης, ἀπὸ τὸ γράμμα τοῦ νόμου, τὴν ἐπιφάνεια.

Ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον.125 (Κατὰ Ἰωάννην 16:33)

Ὁ Θεῖος Λόγος ἦρθε γιὰ νὰ μᾶς διδάξει τὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς, νὰ μᾶς προτρέψει νὰ ξεχάσουμε τὸν παλιὸ ἑαυτό μας καὶ νὰ ξαναγεννηθοῦμε ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ. Μᾶς ἀπάλλαξε ἀπὸ τὴ δαμόκλειο σπάθη τοῦ παλαιοῦ Νόμου καὶ μᾶς χάρισε τὴν Ἀγάπη Του καὶ τὴν Εἰρήνη Του. Ὅμως γιὰ νὰ γίνει κάτι τέτοιο, θὰ πρέπει νὰ συμβάλουμε καὶ ἐμεῖς. Γιατὶ οὔτε χωρὶς τὴν ἄνωθεν βοήθεια μπορεῖ νὰ γίνει κάτι οὔτε ἡ ἄνωθεν βοήθεια δίνεται σὲ αὐτοὺς ποὺ δὲν τὴν ἐπιθυμοῦν. Ὅλα στὴ ζωὴ ἔχουν τὴ διπλή τους ὄψη. Πράξη καὶ γνώση, προαίρεση καὶ χάρη, φόβος καὶ ἐλπίδα, ἄθλος καὶ ἔπαθλον. Οὔτε τὰ δεύτερα γίνονται πρὶν νὰ γίνουν τὰ πρῶτα.

Παρόλο ποὺ ἡ διδασκαλία τοῦ Λόγου δὲν μπορεῖ νὰ διακριθεῖ σὲ οὐσιώδη καὶ ἐπουσιώδη –γιατὶ κάθε λόγος, κάθε λέξη, κάθε ὄνομα καὶ κάθε ἀριθμὸς ἔχει τὴ δική του, πολλὲς φορὲς πολλαπλὴ ἔννοια–, ὡστόσο θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ κανεὶς ὅτι ἡ καρδιὰ τοῦ Εὐαγγελίου χτυπᾶ στὴν Ἐπὶ τοῦ Ὄρους Ὁμιλία.

Ἡ Ἐπὶ τοῦ Ὄρους Ὁμιλία δὲν ἀπευθύνεται στὸν ὄχλο, γιατὶ σὲ αὐτὸν ὁ Κύριος μίλησε μὲ παραβολές, οὔτε στοὺς γραμματεῖς ἢ στοὺς Φαρισαίους. Ἀπευθύνεται πρὸς τοὺς μαθητές.

Ἰδὼν δὲ τοὺς ὄχλους ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος, καὶ καθίσαντος αὐτοῦ προσῆλθον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καὶ ἀνοίξας τὸ στόμα αὐτοῦ ἐδίδασκεν αὐτοὺς λέγων· μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. (Κατὰ Ματθαῖον 5:1-3)

Αὐτὸς εἶναι ὁ πρῶτος μακαρισμὸς πού, μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους ἑπτά, μᾶς δίνει τὸν τύπο τοῦ μακαριστοῦ ἀνθρώπου, τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὁποῖος ἀνέβηκε ἀπὸ τὸ πρῶτο σκαλοπάτι, τὴν ταπείνωση, μέχρι τὸ τελευταῖο – τὴν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς, τὴν καθαρότητα τοῦ νοῦ.

Ἀλλὰ τί σημαίνει «πτωχὸς τῷ πνεύματι»; Δὲν σημαίνει, φυσικά, τὸν πνευματικὰ ἀνάπηρο, τὸν ἰδιώτη –μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἰδιωτείας– ἢ κάτι τέτοιο, ἀλλὰ οὔτε καὶ ἔχει σχέση μὲ τοὺς πραγματικὰ πτωχούς, ταπεινοὺς καὶ καταφρονεμένους. «Πτωχὸς τῷ πνεύματι» σημαίνει τὸ νὰ γνωρίζει καὶ νὰ κατανοεῖ ὁ ἄνθρωπος ὅτι οἱ δυνάμεις οἱ δικές του, συγκρινόμενες μὲ ἐκεῖνες τοῦ Ζωοδότη Πατρός του, εἶναι κάτι τὸ ἀπειροελάχιστο, κάτι τὸ πολὺ ἀσήμαντο. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀποδίδει τὰ πάντα στὸν ἑαυτό του, ποὺ εἶναι πλούσιος μέσα στὴν ἴδια του τὴν αὐτοϊκανοποίηση καὶ αὐτοεκτίμηση, ποὺ ἀκολουθεῖ τὴν ἀγάπη γιὰ τὸν ἑαυτό του, τὴ ματαιοδοξία του καὶ ἔχει τὴν αἴσθηση ὅτι εἶναι καλύτερος ἀπὸ τοὺς ἄλλους, εἶναι ὁ πλούσιος τῷ πνεύματι. Ἀντίθετα, ὁ ἄνθρωπος ποὺ αἰσθάνεται βαθιὰ μέσα του ὅτι δὲν γνωρίζει τίποτα καὶ ὅτι δὲν εἶναι τίποτα καὶ ὅτι δὲν ἀξίζει τίποτα καί, ταυτόχρονα, ἐπιθυμεῖ νὰ κατανοήσει περισσότερα καὶ νὰ γίνει διαφορετικός, ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀντιλαμβάνεται τὴν ἄγνοιά του, τὴ μηδαμινότητα καὶ τὴν ἀσημαντότητα τοῦ νοῦ του καὶ τῆς κατανόησής του, εἶναι ὁ πτωχὸς τῷ πνεύματι. Εἶναι ἀνοιχτὸς γιὰ νὰ δεχτεῖ, γνωρίζει τὴν ἄγνοιά του καὶ γι’ αὐτὸ θέλει καὶ μπορεῖ νὰ ἀκούσει καὶ νὰ κατανοήσει τὸν Θεῖο Λόγο καὶ τὶς ἐπαγγελίες Του.

Ἀλλὰ ὅταν εἶναι γεμάτος ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, ἂν εἶναι κλειστός, ὅπως εἶναι οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι, τί μπορεῖ νὰ ἀκούσει, τί μπορεῖ νὰ καταλάβει; Ἀκούει συνέχεια τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν ἐπιβραβεύει. Ἀκούει τὶς φωνὲς τῆς ματαιοδοξίας του καὶ τῆς ἀνικανοποίητης ἀγάπης γιὰ τὸν ἑαυτό του.

Ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος καὶ ὁ ἕτερος τελώνης. Ὁ Φαρισαῖος σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο. […] Καὶ ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστὼς οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι […]. (Κατὰ Λουκᾶν 18:10-11, 13)

Ὁ Φαρισαῖος στράφηκε πρὸς τὸν ἑαυτό του καὶ ὄχι πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἡ προσευχή του δὲν εἰσακούστηκε. Ἀντίθετα, ὁ τελώνης ἀγνόησε τὴν ἀσημαντότητα τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ στράφηκε πρὸς τὸν Θεὸ καὶ εἰσακούστηκε.

Ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται. (Κατὰ Λουκᾶν 18:14)

Ὅταν ὁ Κύριος εἶπε στὸν πλούσιο νεανία νὰ πουλήσει τὰ ὑπάρχοντά του, δὲν ἐννοοῦσε τὰ ὑλικὰ ὑπάρχοντα μόνο, ἀλλὰ κυρίως ἐκείνη τὴν πλευρὰ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ τὸν κάνει νὰ πιστεύει ὅτι εἶναι καλύτερος ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἐπειδὴ εἶναι πιὸ μορφωμένος νοητικά, ἀνώτερος κοινωνικὰ καὶ ἔχει πολλὰ ὑλικὰ ἀγαθά. Τὸν ἄνθρωπο ποὺ νιώθει ὅτι εἶναι ἰδιαίτερα ἱκανός, ἀνεξάρτητος, πλούσιος καὶ ὅτι μπορεῖ νὰ ἀντεπεξέλθει σὲ ὁποιαδήποτε δυσκολία μόνος του. Ποὺ νιώθει ἱκανοποιημένο τὸ ἐγώ του, μὲ τὴ ματαιοδοξία του καὶ τὴν ἱκανοποίηση ποὺ αὐτὴ τοῦ δίνει.

Δὲν πρέπει, ὅμως, νὰ νομίζει κανεὶς ὅτι μπορεῖ νὰ γίνει ταπεινὸς εὔκολα.

Ἡ ταπείνωση εἶναι γέννημα τῆς γνώσης καὶ ἡ γνώση τῆς δοκιμασίας. Αὐτὸς ποὺ γνωρίζει τὸν ἑαυτό του καὶ μόνο αὐτὸς μπορεῖ νὰ γνωρίσει τὰ πάντα.

Σ’ ἐκεῖνον ποὺ γνώρισε τὸν ἑαυτό του, δίνεται ἡ γνώση τῶν πάντων. (Ὅσιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός)126

Ἐὰν κανεὶς δὲν γευτεῖ ἕνα πράγμα δὲν μπορεῖ νὰ γνωρίζει τί εἶναι τὸ πράγμα αὐτό. Ὡστόσο, καὶ αὐτὸς ποὺ τὸ γεύεται πρέπει νὰ γνωρίζει ὅτι ἕνα μέρος μόνο ἀντιλαμβάνεται καὶ ἡ ἀντίληψη αὐτὴ γίνεται αἰτία γνώσης καὶ ταπείνωσης.

Αὐτὸς ποὺ θὰ γνωρίσει τὸν ἑαυτό του, ὅτι δηλαδὴ εἶναι κτίσμα τοῦ Θεοῦ, εὐμετάβλητο, ὅτι εἶναι μιὰ ψυχὴ ποὺ ἔχει ἕνα σῶμα καὶ ὅτι ἡ ψυχὴ αὐτὴ εἶναι αἰώνια καὶ τὸ σῶμα φθαρτό, αὐτὸς ποὺ θὰ κατανοήσει ὅτι εἶναι μιὰ ἀπειροελάχιστη κουκκιδίτσα σὲ ἕνα ἀπέραντο καὶ ἀπύθμενο Σύμπαν, πτυχὴ τῆς Θείας Δύναμης, αὐτὸς καὶ μόνο θὰ μπορεῖ νὰ μὴν ὑπερηφανεύεται γιὰ τίποτα, γιατὶ θὰ γνωρίσει ὅτι ἀνήκει στὸν Κτίσαντα.

Ἐκεῖνοι ποὺ λένε ἢ κάνουν κάτι χωρὶς ταπείνωση, μοιάζουν σὰν νὰ κτίζουν μέσα στὸ χειμώνα ἢ χωρὶς λάσπη. Εἶναι πολὺ λίγοι αὐτοὶ ποὺ βρίσκουν καὶ μαθαίνουν τὴν ταπείνωση μὲ τὴν πείρα καὶ τὴ γνώση. […] Ἡ πραγματικὴ ταπείνωση οὔτε ταπεινολογία ἔχει, οὔτε ταπεινοσχημία· οὔτε βιάζει τὸν κάτοχό της νὰ φρονεῖ ταπεινὰ ἢ νὰ μέμφεται τὸν ἑαυτό του γιὰ νὰ δείξει ταπείνωση. Κι αὐτὰ βέβαια, σὰν διάφοροι τρόποι, εἶναι ἀφορμὲς καὶ σχήματα ταπεινώσεως, ἐντούτοις ἡ ταπείνωση εἶναι χάρη καὶ δωρεὰ ποὺ δίνεται ἄνωθεν. Ὅπως λένε οἱ Πατέρες, ὑπάρχουν δυὸ εἰδῶν ταπεινώσεις: νὰ θεωρεῖ κανεὶς τὸν ἑαυτό του κατώτερο ὅλων καὶ νὰ ἀποδίδει στὸ Θεὸ τὰ κατορθώματα. (Ἅγιος Γρηγόριος Σιναΐτης)127

 


123 Ἔστι μὲν γὰρ ἄλογον, ὡς οἶμαι, καὶ σκαιόν, τὸ μὴ τῇ δυνάμει τοῦ σκοποῦ προσέχειν, ἀλλὰ ταῖς λέξεσι (Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, Συγγράμματα, ὅ.π., Περὶ Θείων Ὀνομάτων, Κεφ. Δ΄, «Περὶ ἀγαθοῦ, φωτός, καλοῦ, ἔρωτος, ἐκστάσεως, ζήλου· καὶ ὅτι τὸ κακὸν οὔτε ὄν, οὔτε ἐξ ὄντος, οὔτε ἐν τοῖς οὖσι», §Χ, σσ. 418-419, δίγλωσση ἔκδοση).

124 Πῶς εἶναι δυνατὸν ποτέ, ἢ νὰ τὰ μάθουν, ἢ νὰ τὰ γνωρίσουν, ἢ κἂν νὰ τὰ ἐννοήσουν τελείως ἐκεῖνοι ὁποῦ λέγουν, πὼς δὲν ἐγνώρισαν καμμίαν φορὰν τὴν παρουσίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος; […] πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ καταλάβουν τὰ τοιαῦτα μυστήρια, ἐκεῖνοι ὁποῦ δὲν ἐγνώρισαν ὁλότελα καμμίαν φοράν, πῶς ἔγινεν εἰς τὸν ἑαυτόν τους ἡ ἀναγέννησις, ἡ ἀνάπλασις, ἡ ἀνακαινούργωσις, καὶ ἡ ἀλλοίωσις ὁποῦ γίνεται ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα; (Ὅσιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, Τὰ Εὑρισκόμενα, ὅ.π., Λόγος 49ος, σ. 247). [Ἀπόδοση τοῦ Ἐπιμελητῆ]

125 Δηλαδὴ τὴν ὕλη. [Σ.τ.Σ.]

126 Ὁ γνοὺς ἑαυτόν, δίδοται αὐτῷ ἡ γνῶσις τῶν πάντων (Ὅσιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός, στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Γ΄ [1960],  σ. 14). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Γ΄ [2006], «Βιβλ. Α΄, Προοίμιο», σ. 78.

127 Οἱ λέγοντες ἢ πράττοντές τι χωρὶς ταπεινώσεως, ἐοίκασιν ἐν χειμῶνι ἢ ἄνευ πηλοῦ οἰκοδομεῖν. Πεῖρᾳ δὲ καὶ γνώσει ταύτην εὑρεῖν καὶ γνῶναι, ὀλίγων λίαν ἐστίν. […] Ἡ ταπείνωσις κυρίως οὔτε ταπεινολογίαν ἔχει, οὔτε ταπεινοσχημοῖ· οὐδὲ φρονεῖν ταπεινὰ βιάζεται, οὐδὲ ἑαυτὸν μέμφεται ταπεινούμενος· κἂν ταῦτα ἀφορμαὶ καὶ σχήματα ταπεινώσεώς εἰσιν, ὡς τρόποι διάφοροι, ἀλλὰ χάρις ἐστὶν αὕτη καὶ δωρεὰ ἄνωθεν. Δύο δὲ εἰσίν, ὥς φασιν οἱ Πατέρες ταπεινώσεις: τὸ ἔχειν ἑαυτὸν ὑποκάτω πάντων καὶ τὸ ἐπιγράφειν Θεῷ τὰ κατορθώματα (Ἅγιος Γρηγόριος Σιναΐτης, στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Δ΄ [1961],  σ. 51-52:ριε΄). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Δ΄ [2008], «137 Ὠφέλιμα κεφάλαια», σ. 199:115.

ΚΕΦΑΛΑΙΑ