Πρόλογος

Α. ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Β. ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ

A- A A+

Α. ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ


Μοῦ προκαλεῖ δέος ἡ ἀπόφαση νὰ συμμετάσχω στὴ διάδοση τῆς Ἀλήθειας, ὅπως αὐτὴ ἐκφράστηκε διὰ τοῦ Ἐμμανουὴλ Παπαδογιάννη καὶ τῶν ἀνθρώπων ποὺ συνεργάστηκαν μὲ αὐτὸν στὴ σειρὰ ὀκτὼ βιβλίων τῶν ὁποίων τὴν ἔκδοση ἐπιμελήθηκε τὴ δεκαετία τοῦ 1990, ἀπὸ τὸ 1995 ὣς τὸ 1999: Ἄφθαρτα (1995), Ἀδιάβλητα Ἀστέρια (1996), Τὸ Τρίτο Βιβλίο – Μηνύματα Ἀγάπης (1996), Οἱ Καρποὶ τοῦ Ὄντος (1997), Τὰ Ἑπόμενα Βήματα (Ἀπὸ τὰ Ἄστρα) (1997), Ἐνώπιόν Του (1998), Ἡ Ἕβδομη Ἀναγγελία (1998), Πορεία τῶν Ἀγγέλων στὴ Γῆ (1999). Δέος καὶ τιμή.

Στὶς 20/1/2014 ἀγόρασα τὸ τελευταῖο ἀντίτυπο τοῦ πρώτου βιβλίου, Ἄφθαρτα. Λίγες ἡμέρες ἀργότερα, ὅταν θέλησα νὰ ἀγοράσω ἕνα ἀκόμα ἀντίτυπο γιὰ ἕναν καλό μου φίλο, δὲν ὑπῆρχε πλέον σὲ κανένα βιβλιοπωλεῖο ἢ σὲ ἀναζήτηση μέσω τοῦ διαδικτύου. Ὅσο γιὰ τὰ ὑπόλοιπα ἀπὸ τὰ ὀκτὼ βιβλία, μόνο μετρημένα ἀντίτυπα μερικῶν ἀπὸ αὐτὰ εἶχαν παραμείνει ἀκόμη στὰ βιβλιοπωλεῖα. Ὁπότε καὶ κατέστη ἐμφανὴς ἡ ἀνάγκη νὰ γίνει κάτι γιὰ νὰ καλυφθοῦν οἱ ἀνάγκες καὶ ἄλλων συνανθρώπων μας ποὺ ἔχουν τόσο νὰ ὠφεληθοῦν ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση τοῦ ἔργου αὐτοῦ.

Ὁ σκοπὸς τοῦ ἔργου εἶναι ἁπλός: ἡ διάσωση καὶ ἡ διάδοση τῶν γνώσεων ποὺ μᾶς δόθηκαν, «μὲ τὴ σφοδρὴ ἐπιθυμία αὐτὴ ἡ ἐμβάθυνση καὶ διαπλάτυνση τῆς ἀρχαίας σοφίας νὰ τύχει μιᾶς εὐρύτερης διάδοσης καὶ σωστῆς κατανόησης ἀπὸ ὅσο γίνεται περισσότερους ἀνθρώπους» (Ἀδιάβλητα Ἀστέρια, Πρόλογος, σ. 168). «Φέρουμε τὸν ρόλο τῆς διάδοσης γιὰ τὴ διάσωση καὶ ἐσεῖς θὰ λάβετε τοὺς ὅμοιους ρόλους» (Οἱ Καρποὶ τοῦ Ὄντος, «Τὸ Ὂν ἐν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ», σ. 419).

«Γιὰ τὴν ἐξέλιξη τοῦ ἀνθρώπινου ὄντος καὶ τὴν ὁποιαδήποτε πρόοδό του εἶναι ἀναγκαῖο νὰ προηγηθεῖ ἡ γνώση τοῦ ἑαυτοῦ, στὴ συνέχεια ἡ γνώση γύρω ἀπὸ τὸν ἑαυτὸ καί, τέλος, ἡ γνώση πέρα ἀπὸ τὸν ἑαυτό, δηλαδὴ ἡ γνώση ἐκείνη ποὺ θὰ ὁδηγήσει τὸν ἄνθρωπο στὴν ἀνακάλυψη τοῦ ἀπέραντου γίγνεσθαι, ὁρατοῦ καὶ νοητοῦ. Ὑπάρχει μιὰ ἀλληλεξάρτηση μεταξὺ αὐτῶν τῶν γνώσεων, ἀφοῦ εἶναι διαπιστωμένο ὅτι χωρὶς καὶ τὶς τρεῖς αὐτὲς κατηγορίες, μὲ τὴν κλίμακα ποὺ εἴπαμε, δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει δυνατότητα προόδου. Εἶναι ἀδύνατο, μὲ λίγα λόγια, νὰ μελετήσει κανεὶς τὸ Σύμπαν χωρὶς νὰ μελετήσει τὸν ἄνθρωπο ἤ, ἀντίστροφα, νὰ μελετήσει τὸν ἄνθρωπο χωρὶς νὰ μελετήσει τὸ Σύμπαν. Ὅλα πρέπει νὰ βαδίζουν παράλληλα ἤ, καλύτερα, τὸ ἕνα νὰ ἀκολουθεῖ τὸ ἄλλο» (Ἀδιάβλητα Ἀστέρια, «Αὐτοπροσδιορισμός», σ. 214).

«Ὁ ἐσωτερικὸς κόσμος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἕνας ὁλόκληρος κόσμος, ἀνεξάρτητος ἀπὸ τὴ φυσικὴ πλευρὰ τοῦ ἀτόμου, ἄσχετος ἀπὸ τὴν ὑλικὴ ὑπόσταση καὶ ἀπὸ τὴ βιολογικὴ ἄποψη. Ἕνα ἀπέραντο ἠθικὸ Σύμπαν ἀπὸ ὄνειρα γιὰ τὴ ζωή, ἀπὸ ἰδεώδη, ἀπὸ συγκινητικὲς ἱστορίες τρυφερότητας, στοργῆς, πόνου» (Ἀδιάβλητα Ἀστέρια, «Μύθος καὶ Πραγματικότητα», σ. 181).

«Βέβαια, μόνο ἀπὸ τὸ γεγονὸς τῆς σύζευξης τῆς ψυχῆς μὲ τὴν ὕλη, ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη περιέχει τὴν ἔννοια τῆς ἀδυναμίας, ἀδυναμίας ποὺ ἐκφράζεται μὲ τὶς ἐξαρτήσεις ἀπὸ τὴν ὕλη, τὴν ὕλη ποὺ διέπεται ἀπὸ τὸν νόμο τῆς φθορᾶς. Μόνο ὅταν ἀντιληφθεῖ κανεὶς –καὶ αὐτὸ ἀρχίζει νὰ τὸ ἀντιλαμβάνεται ὁ πνευματικὰ ἀφυπνιζόμενος ἄνθρωπος– τί ὑπάρχει πέρα ἀπὸ τὴν ὕλη, ποιὰ ἡ οὐσία τῶν πραγμάτων, ποιὸς ὁ σκοπὸς τῆς κάθε ὕπαρξης, ποιὸς ὁ λόγος αὐτῆς τῆς ὑλικῆς καὶ παράλληλα πνευματικῆς συγκατοίκησης, ποιὸς ὁ ἀπώτερος σκοπὸς τοῦ κάθε ὑπαρκτοῦ ὑλικοπνευματικοῦ ὄντος, τότε ἀρχίζει νὰ κατανοεῖ τὸν ἄρρηκτο δεσμό του μὲ ὅλους καὶ μὲ ὅλα, τὴν ἑνότητα τῶν πάντων καὶ τὴν ἀνάγκη τῆς πλήρους συνειδητοποίησης αὐτῆς τῆς ἑνότητας» (Τὸ Τρίτο Βιβλίο – Μηνύματα Ἀγάπης, «Συμπαντικὴ Ἑνότητα», σ. 307).

«Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀρχίζει νὰ ἀνυψώνεται στὸν νοητικὸ κόσμο, σίγουρα ἀποκτᾶ μιὰ καινούρια δύναμη. Ἀρχίζει νὰ ὑπερβαίνει σταδιακὰ τοὺς φραγμοὺς τοῦ χώρου καὶ τοῦ χρόνου καὶ βρίσκεται ἐκεῖ ποὺ θέλει. Φτάνει στὴν περιοχὴ ἐκείνη ὅπου οἱ ἀριθμοί, ἡ ποσότητα, ἡ γνώση, οἱ ἀπόψεις, ἡ ἀντιδικία ἀποτελοῦν προσβολὴ γιὰ τὴν Ἀλήθεια. Ὅλα εἶναι ρευστά, χωρὶς ὅρια, χωρὶς περιορισμούς, ἑνωμένα. Ὁ ἄνθρωπος ἀφήνει τὸν ἑαυτό του νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὴν παγίδα τοῦ νὰ προσπαθεῖ νὰ ἐξουσιάζει τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐξουσιάζεται ἀπὸ ἄλλους. Παύουν νὰ τὸν ἀπασχολοῦν τὰ πρέπει, καὶ οἱ πράξεις του εἶναι συνέπεια τῆς ἐλεύθερης βούλησής του καὶ ὄχι συμμόρφωση στὸν Νόμο ἢ προσδοκία γιὰ τὴν ἀπόλαυση μελλοντικῶν ἀπολαβῶν» (Ἄφθαρτα, «Νοῦς – Παρατήρηση – Ἀντίληψη», σ. 77).

«Πλησιάζει ὁ ἐξαγνισμὸς τοῦ ἀνθρώπινου γένους καὶ ὅλων τῶν μορφῶν ζωῆς ποὺ φιλοξενεῖ ὁ πλανήτης. Ἡ ἀνθρωπότητα βρίσκεται πρὸ τῶν πυλῶν τῆς μεγαλύτερης μεταβατικῆς περιόδου ἀπὸ ὅσες βίωσε μέχρι σήμερα. Ὁ ἄνθρωπος θὰ περάσει ἀπὸ τὴν περίοδο τοῦ φόβου καὶ τοῦ σκότους στὴν περίοδο τοῦ φωτὸς καὶ τῆς ἐλευθερίας» (Ἐνώπιόν Του, «Τὸ Ὅραμα», σ. 566).

«Θὰ γίνει φανερό, ἀκόμα καὶ στὸν τελευταῖο σκεπτόμενο ἄνθρωπο, ὅτι ἡ φύση παρουσιάζει ἱεραρχία στὴ δομή της καὶ ὅτι μεταξὺ τοῦ τελευταίου μικροσκοπικοῦ ἀτόμου τῆς ὕλης μέχρι τοῦ πιὸ μακρινοῦ γαλαξία ὑπάρχει συνδετικὸς κρίκος καὶ ὀργάνωση σὲ τέτοιο βαθμὸ τελειότητας, ὥστε νὰ ἀποκλείεται τὸ τυχαῖο» (Ἐνώπιόν Του, «Τὸ Ὅραμα», σ. 566).

Τὰ παραπάνω ἀποσπάσματα εἶναι ἐνδεικτικὰ τῶν θεμάτων ποὺ ἀναλύονται στὰ ὀκτὼ βιβλία. Εἶναι μιὰ ἐλάχιστη πρόγευση. Ἀναρίθμητα ἐρωτήματα ποὺ ἔχουν ἀνέκαθεν ἀπασχολήσει τὸν ἄνθρωπο –σὲ ἀτομικὸ ἢ συλλογικὸ ἐπίπεδο, σὲ ἀναρίθμητους τόμους ἢ συζητήσεις, σὲ κύκλους θεολογικοὺς καὶ φιλοσοφικούς, ἐπιστημονικούς, κοινωνικοὺς– ἔρχονται νὰ παρατεθοῦν μὲ ὁλοκληρωμένο τρόπο καὶ νὰ ἀπαντηθοῦν μὲ ἀπίστευτη διαύγεια, ἁπλοποιημένα χάρη στὴν κάθαρση ποὺ ἐπιφέρει ἡ γνώση.

Ἀναφέρομαι στὴ γνώση ποὺ ἀποτελεῖ ἀπόσταγμα τῶν γνώσεων. Ὅπου γνώσεις εἶναι τὰ γνωστά, τὰ δοσμένα καὶ ἐπεξηγημένα ὑπὸ μορφὴ θεωρητικῆς γνώσης ἢ τὰ βιωμένα στὴν πράξη ὡς ἐμπειρίες – ἀπὸ ἄλλους ἢ καὶ ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς ἴδιους.

Ἡ ἀπήχηση στὰ δικά μας βιώματα, στὶς σκέψεις καὶ στὶς θεωρητικές μας γνώσεις εἶναι μιὰ πηγὴ ταύτισής μας μὲ τὸ ἀνὰ χεῖρας ἔργο – καὶ γίνεται δομημένα, περιεκτικὰ καὶ συνάμα ἁπλά, ἑνωτικὰ ἀντὶ διαχωριστικά, καὶ μὲ λογικὴ ἐπαγωγή. Ὁ κύριος σκοπὸς τοῦ βιβλίου ἐπιτελεῖται, ὡστόσο, μέσα ἀπὸ τὴ σύνθεση καὶ σύνδεση γνώσεων ποὺ ἀποτελοῦν τὸ ἀντικείμενο μελέτης ἀνθρώπων ποὺ ἔχουν διαχωριστεῖ, στὴν ἱστορικὴ πορεία τῆς ἀνθρωπότητας, σὲ ὁμάδες θρησκευτικές, φιλοσοφικές, ἐπιστημονικές, κοινωνικές. Καὶ αὐτὴ ἡ σύνθεση καὶ σύνδεση γίνεται τεκμηριωμένα καὶ καθίσταται κατανοητή.

Ὅλες οἱ ὁμάδες ἐρευνοῦν τὴν ἀλήθεια ἢ μιὰ ἀλήθεια καί, συχνά, ὄχι μόνο τὴν προσεγγίζουν ἐσφαλμένα, ἀλλὰ θεωροῦν ὅτι τὴν κατέχουν καὶ μάλιστα ὑπερέχοντας ἀπὸ ἄλλους σκεπτόμενους συνανθρώπους τους –ἐρευνητὲς– ἀνὰ τοὺς αἰῶνες. Διαχρονικά, ἀπὸ τὰ πιὸ τραγικὰ ἀνθρώπινα παθήματα εἶναι ἡ λήθη, ἡ πλάνη καὶ ἡ ἄγνοια. Ἀποτέλεσμα ὅλων τῶν παραπάνω εἶναι καὶ ἡ ἐγωιστικὴ ἀντίληψη ὅτι ἡ ἀνακάλυψη μιᾶς γνώσης εἶναι μιὰ «σύγχρονη κατάκτηση», ἐνῶ στὴν πραγματικότητα ἔχει ἀποκαλυφθεῖ ἑκατοντάδες ἢ καὶ χιλιάδες χρόνια νωρίτερα. Στὴν οὐσία, συχνὰ πρόκειται γιὰ ἐπαλήθευση ἢ γιὰ διεύρυνση γνώσεων ποὺ προέρχονται ἀπὸ προηγούμενους αἰῶνες. Τὶς γνώσεις αὐτὲς ἐνίοτε τὶς «θαυμάζουμε» συγκαταβατικά, ἀλλὰ εἴτε ἔχουμε ἄγνοια περὶ αὐτῶν εἴτε τὶς θάβουμε στὴ λήθη εἴτε, κατὰ βάθος, θεωροῦμε τὶς γνώσεις αὐτὲς ὑποδεέστερες σὲ σχέση μὲ τὴν ἑκάστοτε σύγχρονη «ὑψηλὴ γνώση», ἐπιστημοσύνη καὶ ἀνεπτυγμένη νόηση.

Τὰ ὀκτὼ βιβλία ποὺ παρουσιάζονται στὸ ἔργο αὐτὸ συνιστοῦν μιὰ ἐπικαιροποιημένη «ἔκφραση τῆς ἀρχαίας σοφίας, ἀλήθειες, δηλαδή, ποὺ ἔχουν εἰπωθεῖ ἐδῶ καὶ χιλιάδες χρόνια, σὲ διάφορα σημεῖα τοῦ πλανήτη μας» (Ἀδιάβλητα Ἀστέρια, Πρόλογος, σ. 167).

«Τὰ βιβλία ἐρευνοῦν τὴν Ἀλήθεια καὶ τὴν ἀποδεικνύουν, τὴν κάνουν ὁρατή, ὑπαρκτὴ καὶ αἰσθητὴ στοὺς πολλούς, συγχρόνως δὲ ἐπιτυγχάνουν νὰ ὁριοθετήσουν τὰ πράγματα μὲ ἔντονα ὁρόσημα, ἀναφερόμενα σὲ συμπαντικὰ μηνύματα ποὺ ἔχουν ἐμβέλεια ἀνυπολόγιστης ἀξίας» (Τὸ Τρίτο Βιβλίο – Μηνύματα Ἀγάπης, Πρόλογος Α΄ μέρους, σ. 281).

Τελικά, δύσκολα θὰ βρεῖ κανεὶς θέμα προσιτὸ στὴν ἀνθρώπινη διανόηση –ἀκόμα καὶ ἀπὸ τὰ θεωρούμενα ἀπόκρυφα– ποὺ στὸ ἔργο αὐτὸ νὰ μὴν ἀναλύεται, ἐξηγεῖται ἢ καὶ τεκμηριώνεται κατὰ τὸ δυνατόν. Καί, ἐπιπλέον, νὰ μὴ συνδέεται καὶ νὰ μὴν ἐπαληθεύεται διὰ τῆς σύνδεσης μὲ ὅλα τὰ ὑπόλοιπα ποὺ ἔχουν ἀπασχολήσει τὸν ἄνθρωπο, ὡς πρὸς τὴν ἀτομική του ὕπαρξη, τὴ σχέση του μὲ τὶς ὑπόλοιπες ὑπάρξεις καὶ τὰ ὑπάρχοντα στὴ Γῆ, μὲ τὸ Σύμπαν καὶ μὲ τὸν Θεό. Ἀκόμα καὶ τὰ ἀπρόσιτα, αὐτὰ ποὺ ὄντως ξεπερνοῦν τὴ σημερινὴ ἀνθρώπινη νόηση, φωτίζονται ἐκ νέου ἀποκαλυπτικά. Τὸ σημαντικότερο, αὐτὸ ποὺ μὲ μάγεψε καὶ ἐξακολουθεῖ ἀκατάπαυστα νὰ μὲ μαγεύει δώδεκα χρόνια μετὰ τὴν πρώτη μου γνωριμία μὲ τὰ ὀκτὼ βιβλία τοῦ Ε. Παπαδογιάννη εἶναι ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα πολλοὶ προσεγγίζουν ὡς θέματα θεωρητικὰ ἀποκτοῦν μιὰ οὐσιαστικὴ σημασία ὡς πρὸς τὴν καθημερινότητά μας, ὡς πρὸς τὸ πῶς νὰ διάγουμε τὸν βίο μας συνειδητά. Ἐξάλλου, αὐτὸ εἶναι ποὺ ἀναζητεῖ ὁ κάθε ἁπλὸς ἄνθρωπος σὰν ἐμένα ὡς καθοδήγηση. Τὰ ὑπαρξιακὰ ἐρωτήματα ποὺ καθορίζουν τὴν ἔμπρακτή μας ἀνταπόκριση στὴν ὀδύνη τῆς ἐξασφάλισης τῆς ἀσφάλειας ποὺ ὅλοι ἀποζητοῦμε λίγο-πολὺ γιὰ τὸν ἑαυτό μας καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους τίθενται σὲ ἀποκαλυπτικὴ θέση καὶ θέαση.

Βιώνουμε μιὰ χαοτικὴ ἐποχὴ ὅπου ἀλληλοσυγκρούονται θρησκεῖες, πολιτισμοί, φιλοσοφίες, ἐπιστημονικὲς γνώσεις, κοινωνικὰ-πολιτικὰ ρεύματα – καὶ ἡ σύγκρουση δὲν εἶναι μόνο σὲ ἐπίπεδο θεωρητικό, νοητικό. Ἡ σύγκρουση βιώνεται ἐπώδυνα, μὲ τὸν ἕναν ἢ τὸν ἄλλο τρόπο, σὲ ὅλο τὸν πλανήτη, μέσα ἀπὸ στρατιωτικὲς μάχες, οἰκονομικοὺς πολέμους, κοινωνικὲς ἀναταραχές, ἀλλὰ καὶ μέσα ἀπὸ τὸν προσωπικὸ ἀγώνα τῆς ἐπιβίωσης. Ἔτσι, ἀποζητοῦμε μιὰ ἐξασφάλιση γιὰ τὸ παρόν μας καὶ τὸ μέλλον μας – καὶ αὐτὸ εἶναι ἀπολύτως λογικό. Στρέφουμε καὶ περιορίζουμε, ὅμως, τὴν ἀναζήτηση τῆς ἐξασφάλισής μας στὸν κάποιο Θεὸ ποὺ μᾶς «δίδαξαν» (πάντως σπάνια στὸν Θεό, ἀφοῦ δὲν Τὸν γνωρίζουμε), στὴ θρησκεία (διὰ τῶν «ἐκπροσώπων» της), στὴ φιλοσοφία (καὶ στοὺς ἐκπροσώπους της), στὴν πρόοδο τῆς ἐπιστήμης στὴν ἰατρικὴ καὶ στοὺς τεχνολογικοὺς τομεῖς, στὸ κράτος ἢ στὴν πολιτεία ἢ στοὺς νόμους, στὴν οἰκογένεια, στοὺς ἀνθρώπους γύρω μας, στοὺς ὅποιους μᾶς ὑπόσχονται μιὰ σταγόνα ἐλπιδοφόρας «ἐγγύησης» γιὰ τὸ μέλλον ποὺ ἐμεῖς δὲν ἐλέγχουμε ἀλλὰ αὐτοὶ «γνωρίζουν», στὸν γνωσιακὸ καὶ ὑλικό μας πλουτισμό, στὶς σπουδές, στὴν ἐργασία, στὴν ὅποια ἐνασχόληση θὰ μᾶς ἀποφέρει αὐτὰ ποὺ θεωροῦμε ὅτι χρειαζόμαστε γιὰ νὰ ζήσουμε – ἀκόμα καὶ στὴν «τύχη» μας. Ὅλες οἱ παραπάνω, καὶ ἄλλες, μπορεῖ νὰ εἶναι ὑπαρκτὲς πηγὲς ἐξασφάλισής μας παροδικά, τὰ βασικὰ ἐρωτήματα ὅμως εἶναι: 1) ἂν ἀντέχουν καὶ ἂν θὰ μᾶς ἀρκοῦν στὴ δοκιμασία τοῦ χρόνου, 2) πῶς τὶς διαχειριζόμαστε. Διότι ἡ ἐξασφάλιση τοῦ ἑνὸς ἀτόμου ἔρχεται κάποτε σὲ σύγκρουση μὲ τὴν ἐξασφάλιση τοῦ ἄλλου ἢ τῶν ἄλλων. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐξασφάλιση τοῦ παρόντος ἔρχεται κάποτε σὲ διάσταση μὲ τὶς ἐπιθυμίες γιὰ ἐξασφάλιση τοῦ μέλλοντος ποὺ ὀνειρευόμαστε ἢ θεωροῦμε ὅτι δικαιωματικὰ μᾶς ἀξίζει. Τέλος, ἡ ἐξασφάλιση τῆς ὑλικῆς, βιολογικῆς μας ὑπόστασης ἔρχεται, κάποτε, σὲ σύγκρουση μὲ τὴν πνευματική μας διάσταση, εἴτε σὲ ἐπίπεδο διαισθητικὰ συνειδησιακὸ εἴτε σὲ ἐπίπεδο συνειδητῆς ἀντιπαράθεσης μὲ αὐτὰ ποὺ μᾶς ἔχουν διδάξει ἐξωτερικὲς πηγές: γονεῖς, σχολεῖα, κοινωνία, βιβλία, μέσα ἐπικοινωνίας, θρησκεῖες. Καὶ κάποιοι, κάποτε –ὅλοι τελικὰ– νιώθουμε ἢ συνειδητοποιοῦμε ὅτι ὅλες οἱ πηγές, ὅπου ἀναζητήσαμε τὴν ὅποια ἐξασφάλιση, φαίνεται νὰ μὴ μᾶς ἀρκοῦν ἢ ἀκόμα καὶ νὰ πρόδωσαν τὴν ἐμπιστοσύνη μας σὲ αὐτές. Χωρὶς ἀμφιβολία, δὲν ἦταν οἱ ἴδιες πάντοτε καὶ οὔτε ἐντελῶς ἀνεπαρκεῖς. Ἀνεπαρκεῖς ἦταν καὶ ἀποδείχτηκαν οἱ γνώσεις μας ὡς πρὸς τὴν οὐσιαστικὴ ἀσφάλεια ποὺ παρέχει ἡ κάθε πηγή, καθὼς καὶ τὸ ἀντίτιμο τῆς προσέγγισής της γιὰ νὰ καταστεῖ ἐπαρκής, ἔστω καὶ φαινομενικὰ ἢ παροδικά.

Στὴν ἐποχή μας ὑπάρχει ἡ ἀντίληψη ὅτι ἡ ἐνασχόληση μὲ τὸν ἐσωτερικὸ ἑαυτό μας καὶ τὸν κόσμο τοῦ πνεύματος εἶναι προαιρετικὴ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ζωῆς μας. Ὅτι ἀποτελεῖ μία ἀκόμα πηγὴ συντήρησης τῆς ἀνασφάλειας τῶν ἀδυνάτων ἢ μιὰ ἐνασχόληση «πολυτελείας», ἀφοῦ πρῶτα ἔχουν καλυφθεῖ οἱ ὑλικές μας ἐξαρτήσεις ἤ, τέλος, μιὰ καταφυγὴ γιὰ ὅταν παρίσταται δυσκολία ποὺ δὲν ἐπιλύεται ἀλλιῶς. Αὐτὸ τὸ βιβλίο ἀναδεικνύει τὴν τραγικὴ ἀνεπάρκεια καὶ αὐτῆς τῆς συγκεκριμένης ἀντίληψης.

«Αὐτὸ τὸ βιβλίο ἀφορᾶ καὶ τὸν ἄπιστο καὶ τὸν ἀμφιβάλλοντα καὶ τὸν πιστὸ καὶ τὸν εὔπιστο. Τὸν ἄπιστο γιὰ νὰ πιστέψει, τὸν ἀμφιβάλλοντα γιὰ νὰ ἐγκαταλείψει κάθε ἀμφιβολία, τὸν πιστὸ γιὰ νὰ ἑδραιώσει τὴν πίστη του καὶ τὸν εὔπιστο γιὰ νὰ ἐπανακτήσει τὴν αἴσθηση τοῦ μέτρου.

»Αὐτὸ τὸ βιβλίο δὲν κάνει διακρίσεις, δὲν διαχωρίζει τοὺς ἀνθρώπους, ἀσχολεῖται μόνο μὲ τὴν ἀνθρώπινη συμπεριφορὰ καὶ τὶς ἀνθρώπινες πράξεις. Δὲν ἀπορρίπτει κανέναν. Ὅπως ὁ ἥλιος φωτίζει καὶ θερμαίνει τοὺς πάντες, ἔτσι καὶ ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ καὶ φροντίζει γιὰ ὅλους. Ὑπάρχει ἕνας, ὁ Ἕνας γιὰ ὅλους, ὁ Δημιουργικὸς Λόγος ποὺ καὶ πρὶν ἀπὸ τὴ σάρκωσή Του καὶ τώρα εἶναι κοντὰ σὲ ὅλους. Τὸ Πνεῦμα πνέει πρὸς ὅλες τὶς κατευθύνσεις, φωτίζει καὶ φροντίζει τοὺς πάντες, εἶναι ἐδῶ κοντά μας, ὅπως καὶ ὁ Δημιουργικὸς Λόγος. Ἡ Θεία Πρόνοια, ἡ Θεία Οἰκονομία καλύπτει τὰ πάντα καὶ δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος ἀπρονόητος. Ἡ κλήση εἶναι γενική, καθολική – ἀλλὰ τὴν ἀποδέχεται μόνο ὅποιος τὸ θέλει» (Ἄφθαρτα, Εἰσαγωγή, σ. 34).

«Ἐλεύθερη Βούληση. Λάμψη ἁρμονικῆς σοφίας. Συμπέρασμα ἐμπειρικό. Ἡ ἐπιλογὴ ἀνήκει στὸν ἄνθρωπο. Ἡ ἐλεύθερη βούληση εἰσχωρεῖ καὶ διαλύει τὴν ἄγνοια. Μὲ τὴν ἔρευνα καταξιώνεται ἡ γνώση, ποὺ ὁδηγεῖ στὰ ἁρμονικὰ σχήματα. Πέρα ἀπὸ κάθε ἀμφιβολία, ἡ γνώση εἶναι κατάκτηση. Ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔγινε ἀκόμη κατακτητὴς τῆς γνώσης. Εἶναι κοντὰ καὶ ὁ δρόμος τῆς ἀναμονῆς τὸν ὁδηγεῖ σταθερὰ ἐκεῖ» (Ε. Παπαδογιάννης).

Ὁ Ε. Παπαδογιάννης καὶ οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἐργάστηκαν μαζί του μᾶς παρέδωσαν ἕνα ἔργο πού, πέραν τοῦ ὅτι εἶναι συγκλονιστικό, ἦταν καὶ ἐξαιρετικὰ κοπιῶδες. Θεώρησα ὅτι ἡ χαρὰ ἀπὸ τὸ ὄφελος τῆς διάδοσης πρέπει νὰ καταστεῖ ἀντάξια τοῦ κόπου καί, κυρίως, τῶν προσδοκιῶν ὅλων ὅσοι τὸ συνέταξαν. Ἡ σύζυγος τοῦ Ε. Παπαδογιάννη μοῦ ἐκμυστηρεύτηκε τὸ 2014 ὅτι μέχρι ποὺ ὁ ἴδιος ἀπεβίωσε, τὸ 2004, δὲν ἦταν ἐπαρκῶς εὐχαριστημένος ἀπὸ τὴ διάδοση τοῦ ἔργου, ἀλλὰ ἐπίσης ὅτι γνώριζε μὲ βεβαιότητα ὅτι αὐτὸ θὰ συνέβαινε μελλοντικά, σὲ προοδευτικὰ μεγαλύτερο βαθμό. Αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκη νὰ εὐχαριστήσω τὴν οἰκογένεια τοῦ Ε. Παπαδογιάννη καὶ ἰδιαίτερα τὸν γιό του, Γρηγόρη, γιὰ τὴν ἄμεση ὑποστήριξή τους καὶ τὴν ἀπαραίτητη ἔγκρισή τους στὸ ἔργο ποὺ ἀνέλαβα.

Ὡς πρὸς τὸ ἴδιο τὸ ἔργο, τὴ συγγραφή του καὶ τὶς πηγές του, δὲν χρειάζεται ἐδῶ νὰ ἀναφερθῶ ἐκτενέστερα σὲ περισσότερα ἀπὸ ὅσα εἶναι γραμμένα στὸν πρόλογο τοῦ καθενὸς ἀπὸ τὰ ὀκτὼ βιβλία. Τὸ μόνο ποὺ θὰ ἐπιδιώξω ἀμέσως πιὸ κάτω στὸν πρόλογο αὐτὸν εἶναι νὰ ἐπεξηγήσω τὶς αἰτίες γιὰ τὶς κάποιες διαφορὲς ἀπὸ τὸ πρωτότυπο ἔργο, καθὼς καὶ τὴ φύση τῶν ἀλλαγῶν ποὺ ἔγιναν, πρὸς καθησυχασμὸ ἀναγνωστῶν σὰν τὸν ἑαυτό μου.

B. EΠΙΜΕΛΕΙΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ


1. ΓΛΩΣΣΙΚΗ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Τὰ ὀκτὼ βιβλία ποὺ ἐκδόθηκαν ἦταν ἀρχικὰ τυπωμένα σὲ μονοτονικὸ σύστημα. Ἡ γλώσσα ποὺ εἶχε χρησιμοποιηθεῖ ἦταν βασικὰ ἡ δημοτική, ἀλλὰ μὲ ἀρκετὰ ἀνάμεικτα στοιχεῖα καθαρεύουσας – σὲ κάποιες περιπτώσεις ἐμφανῶς χωρὶς λόγο. Σὲ ἄλλα σημεῖα, ἡ καθαρεύουσα σαφῶς ἐξέφραζε τὰ νοήματα πληρέστερα ἀπὸ ὅ,τι νομίζω πὼς θὰ μποροῦσε ἡ δημοτικὴ γλώσσα.

Ξεκινώντας τὸ ἐγχείρημα, εἶχα ἀποφασίσει νὰ μεταγράψω πιστὰ τὸ κείμενο σεβόμενος ἀκόμα καὶ τὴ στίξη τοῦ πρωτότυπου ἔργου. Στὸ μυαλό μου εἶχα τὸν ἑξῆς στόχο: «Διάσωση καὶ διάδοση χωρὶς καμία ἀλλαγὴ τοῦ πρωτοτύπου». Θεωροῦσα ὅτι αὐτὸ θὰ ἦταν τὸ αὐτονόητα σωστὸ γιὰ ὅλους τοὺς λόγους ποὺ μπορεῖ νὰ θέσει κάποιος ὡς ἐπιχείρημα. Ἀρχικά, λοιπόν, δακτυλογράφησα τὸ κείμενο σὲ μονοτονικὸ σύστημα, ὅπως τὸ βρῆκα στὰ βιβλία.

Στὴν πορεία ἄλλαξα γνώμη καὶ στὴν ἀλλαγὴ αὐτὴν ὁδηγήθηκα ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ ἔργο καὶ τὸν σκοπὸ ποὺ ὑπηρετεῖ, τόσο διὰ τῆς πρώτης του συγγραφῆς πρὸς ἔκδοση ὅσο καὶ διὰ τῆς συνέχισης ἀπὸ ἐμένα. Ἀπὸ τὴ στιγμή, δηλαδή, ποὺ συνειδητοποίησα τὴ σημασία ὄχι μόνο τῆς διάσωσης ἀλλά, κυρίως, τῆς διάδοσης τοῦ ἔργου τόσο σὲ ἔντυπη μορφὴ ὅσο, ἐνδεχομένως, καὶ σὲ ἠλεκτρονική, ἀναδύθηκε ἡ ἀνάγκη τὸ ἔργο νὰ γίνει ὅσο τὸ δυνατὸν πιὸ εὔκολο στὴν ἀνάγνωση, ἀκόμα καὶ ἀπὸ τὴ νεότερη γενιά, χωρὶς ὡστόσο νὰ γίνει καμία ἀλλοίωση ὁποιουδήποτε λεπτοῦ του νοήματος.

Στὸ πλαίσιο ἐπίτευξης τοῦ παραπάνω σκοποῦ, προέκυψαν οἱ ἑξῆς δυνατότητες:

α) Τὸ ἔργο νὰ γραφτεῖ σὲ πολυτονικὸ σύστημα γραφῆς. Στὴν ἐποχή μας τὸ πολυτονικὸ εἶναι ἀπὸ ἄλλους ξεχασμένο καὶ γιὰ ἄλλους ἄγνωστο. Ἂν καὶ ἀνήκω σὲ αὐτοὺς ποὺ τὸ εἶχαν πρακτικὰ ξεχάσει, τὸ «παράδοξο» εἶναι ὅτι κατὰ τὴν ἀνάγνωση τοῦ ἔργου στὴν ἀρχική του ἔκδοση, ἡ χρήση τοῦ μονοτονικοῦ μὲ δυσκόλεψε. Καταρχάς, ὅσον ἀφορᾶ τὰ χωρία ἀρχαιοελληνικῶν καὶ θεολογικῶν κειμένων ποὺ εἶχαν ἀρχικὰ γραφτεῖ σὲ παλαιότερη μορφὴ τῆς γλώσσας, ὅταν αὐτὰ ἀποδίδονται στὸ μονοτονικὸ σύστημα εἶναι «γυμνὰ» καὶ ἐλλιπῆ ἀπὸ αἰσθητικὴ ἀλλὰ καὶ γραμματικὴ ἄποψη, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ εἶναι δυσανάγνωστα καὶ δυσνόητα. Ἀλλὰ καὶ τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ κορμοῦ τοῦ κειμένου, ἂν καὶ εἶχε γραφτεῖ κυρίως στὴ δημοτική, περιεῖχε ἀναρίθμητες ἐκφράσεις ἀπὸ τὴν παλαιότερη μορφὴ τῆς γλώσσας ποὺ θεωρῶ ὅτι ἀδικοῦνται ἀπὸ τὸ μονοτονικὸ σύστημα. Ἔτσι, ἀφοῦ ἀρχικὰ δακτυλογράφησα ὅλο τὸ κείμενο σὲ μονοτονικό, στὴ συνέχεια τὸ μετέτρεψα σὲ πολυτονικό. Θεωρῶ ὅτι, τελικά, λόγω τοῦ ἀρχικοῦ τρόπου γραφῆς μὲ γλωσσικὲς ρίζες ἀπὸ τὶς παλαιότερες ἐποχές, ἡ μετατροπὴ σὲ πολυτονικὸ ἦταν οὐσιαστικῆς σημασίας στὴν ἀπρόσκοπτη ἀνάγνωση τοῦ κειμένου καὶ ὄχι ἁπλῶς διακοσμητική.

Ἀλλὰ καὶ πιὸ οὐσιαστικά, θεωρῶ τὸν πολυτονικὸ τρόπο γραφῆς πιὸ ταιριαστὸ μὲ τὴ φύση τοῦ κειμένου στὸ σύνολό του. Θεωρῶ, δηλαδή, ὅτι ὁ συνδυασμὸς τῆς δημοτικῆς ἀλλὰ μὲ τόνους καὶ πνεύματα –ὅπως στὴν ἐποχὴ πρὶν καταργηθεῖ τὸ πολυτονικὸ σύστημα– ὄχι μόνο προσδίδει στὸ ἔργο ὀμορφιά, ἀλλὰ ἐπίσης συνδυάζει τὴν παράδοση πολλῶν ἑκατοντάδων χρόνων γραφῆς μὲ τὴ νεότερη μορφὴ τῆς γλώσσας. Καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς ἐπιχειροῦν καὶ πετυχαίνουν τὰ βιβλία αὐτά: τὴν ἐπεξήγηση καὶ διάδοση γνώσεων, ποὺ ξεκινοῦν ἀπὸ τὸ πρῶτο γίγνεσθαι, καὶ τὴν ἐπικαιροποίησή τους στὶς ἐποχές μας. Ἐξάλλου, πληροφορήθηκα ἀπὸ τὸν γιὸ τοῦ συγγραφέα, Γρηγόρη Παπαδογιάννη, ὅτι τὸ ἔργο ἦταν ἀρχικὰ σὲ πολυτονικὴ μορφή, πρὶν αὐτὸ ἐκδοθεῖ σὲ μονοτονικὸ γιὰ πρακτικοὺς λόγους.

Τὸ πολυτονικὸ σύστημα εἶναι καθορισμένο μὲ σαφήνεια γιὰ τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ καὶ τὴν καθαρεύουσα, ἐνῶ εἶναι ἀκανόνιστο καὶ ποικίλο γιὰ τὴ δημώδη γλώσσα. Στὴν τελευταία, ἔχει χαρακτήρα δυναμικὸ καὶ συνεχῶς ἐξελισσόμενο. Ἐπιλέχθηκε γιὰ τὰ παραθέματα νὰ διατηρηθοῦν στὴν πολυτονικὴ μορφὴ ποὺ εἶχαν, ἐκτὸς ἀπὸ λίγες περιπτώσεις ὅπου προτίμησα νὰ μὴ διαιωνίσω ἕνα προφανὲς γραμματικὸ λάθος. Ἂν καὶ σὲ κάποια σημεῖα αὐτὸ μπορεῖ νὰ ξενίσει τὸν ἀναγνώστη, θεωρῶ ὅτι ἡ ἐπιλογὴ αὐτὴ συμβάλλει στὴν ἐπιθυμία μου γιὰ ἑνωτικὴ ἀλλὰ ὀργανωμένη ἀποδοχὴ τοῦ πολυμορφισμοῦ ἀκόμα καὶ στὴν ἐμφάνιση, ὅπως ἰσχύει καὶ γιὰ τὴν οὐσία τῶν ὅσων ἀναλύονται στὸ ἔργο.

β) Τὸ ἔργο νὰ ἀποκτήσει μιὰ κατὰ τὸ δυνατὸν πιὸ ἑνιαία γλώσσα, χωρὶς προφανῶς νὰ ἐπηρεαστεῖ νοηματικὰ ἀπὸ τὶς ὅποιες ἀλλαγές. Ἀφοῦ λοιπὸν μετέτρεψα τὸ κείμενο σὲ πολυτονικό, φρόντισα νὰ ἐξομαλύνω τὶς ἄσκοπες ἀκραῖες ἐναλλαγὲς δημοτικῆς γλώσσας καὶ καθαρεύουσας, μὲ σαφὴ τάση πρὸς τὴ δημοτική. Αὐτὸ ἦταν σὲ κάποιες περιπτώσεις πάρα πολὺ εὔκολο, κυρίως ὅταν οἱ ἐναλλαγὲς ἦταν ἀναίτιες. Γιὰ παράδειγμα, σὲ μικρὴ ἀπόσταση μεταξύ τους μπορεῖ νὰ διάβαζε κάποιος τὸ «ἐδόθη» καὶ λίγες γραμμὲς πιὸ κάτω τὸ «δόθηκε». Πέραν ὅμως τῶν λίγων περιπτώσεων τέτοιων ἁπλῶν ἐναλλαγῶν ποὺ ἀφοροῦσαν μεμονωμένες λέξεις, ἡ ἐπίτευξη τοῦ παραπάνω στόχου ἀπαίτησε πολυετὴ συστηματικὴ ἐργασία ὥστε νὰ ἀποφευχθεῖ ἐνδεχόμενη παρέκκλιση ἀπὸ τὸ νόημα, εἰδικὰ ὅταν ἐπρόκειτο γιὰ μακροσκελεῖς προτάσεις μὲ ἐλλιπὲς συν- τακτικὸ καὶ μὲ ἀσαφὴ στίξη.

Σὲ ὅλες μὰ ὅλες τὶς περιπτώσεις ποὺ δὲν ἤμουν ἀπόλυτα σίγουρος ὅτι θὰ διαφυλαχθεῖ ἡ αὐθεντικότητα τοῦ ἀρχικοῦ νοήματος μὲ τὴν ἀλλαγὴ σὲ δημοτικὴ ἢ μὲ ὅποια ἄλλη ἀλλαγή, προτίμησα νὰ ἀφήσω τὸ κείμενο ὅπως ἦταν.

«Ἡ γλώσσα τῆς φυλῆς σας, ὄχι ὅπως μεταγλωττίστηκε ἀπὸ τοὺς Νεοέλληνες, ἀρνητὲς τοῦ κάλλους τοῦ Ἑλληνικοῦ ἀλφαβήτου, μὰ ὅπως ὑπῆρξε ἐν τῇ ἀσφαλείᾳ τῆς πρόθεσης νὰ ποιηθεῖ, ἔχει στοιχεῖα σοφίας καὶ ἐν σοφίᾳ πορεύτηκε καὶ καθοδήγησε ὅλα τὰ ἔθνη τῆς Γῆς. Αὐτὴ ἡ ἀρχαία Ἑλληνικὴ διάλεκτος τῶν φιλοσόφων καὶ τῶν ποιητῶν μᾶς ἐκφράζει καὶ “ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς οὐσίας της” προσπαθοῦμε νὰ σᾶς μεταφέρουμε μὲ μέσα ἀλήθειας καὶ ἐλπίδας» (Ἡ Ἕβδομη Ἀναγγελία, «Οὐράνια Σφραγίδα», σ. 640). Βασιζόμενος σὲ αὐτὴ τὴν ἀρχή, προτίμησα νὰ μὴ μεταφράσω στὴ δημοτικὴ λόγιες ἐκφράσεις ὅπως γιὰ παράδειγμα τὸ «ἐν πνεύματι», τὸ «ἐν τῇ σοφίᾳ», τὸ «πνεῦμα ἐν τῇ ζωῇ καὶ τὴ ζωὴ ἐν τῷ πνεύματι» κ.λπ. Μὲ τὸ ἴδιο σκεπτικό, ἄφησα ἐπίσης σὲ πολλὰ σημεῖα τὴν πρόθεση «ἐκ», ὅπως γιὰ παράδειγμα «ἐκ τῶν δυνάμεών μου», «τὸ φῶς ἐκ τοῦ Φωτός», «ἐκ τοῦ Πνεύματος», «ἐκ τῆς Πνοῆς». Τελικά, ἔχω τὴν ἱκανοποίηση ὅτι ὄχι μόνο ἔχει διατηρηθεῖ ἡ ὄμορφη χροιὰ τοῦ ἀρχικοῦ ἔργου, ἀλλὰ ὅτι ἐπιπλέον ἔχει διευκολυνθεῖ τόσο ἡ ροὴ τῆς ἀνάγνωσης γιὰ ὅλους ὅσο καὶ ἡ καθαυτὸ κατανόηση γιὰ μιὰ σημαντικὴ μερίδα ἀναγνωστῶν.

γ) Τὸ ἔργο, ἰδιάζον ὅσον ἀφορᾶ τὴ φύση του συνολικά, χαρακτηρίζεται καὶ ἀπὸ ἕνα ἰδιαίτερο ὕφος γραφῆς, μὲ χρήση τοῦ ἑνωτικοῦ γιὰ νοηματικὴ ἔμφαση κάποιων λέξεων ἢ τμήματός τους, ἀκόμα καὶ χρήση νεολογισμῶν. Ἐπίσης, γιὰ νοηματικὴ ἔμφαση, διάφορες λέξεις ἢ φράσεις εἶχαν τυπωθεῖ ἀλλοῦ μὲ πλάγια καὶ ἀλλοῦ μὲ κεφαλαῖα. Κρίθηκε ὅτι δὲν θὰ ἦταν πρέπον τὰ παραπάνω νὰ ὑπερκεραστοῦν, ἀλλὰ ἁπλὰ νὰ ὑπάρχει κατὰ τὸ δυνατὸν συνέπεια στὴ χρήση τους.

δ) Στὶς λίγες περιπτώσεις ποὺ τὸ ἔκρινα χρήσιμο νὰ κάνω ἐπεξηγηματικὲς προσθῆκες στὸ κείμενο, αὐτὲς ἔγιναν εἴτε μέσα σὲ ἀγκύλες στὸ κυρίως κείμενο εἴτε σὲ ὑποσημείωση, ὡς σημείωση τοῦ ἐπιμελητῆ (Σ.τ.Ε.).

ε) Τὰ περισσότερα ξένα κύρια ὀνόματα ποὺ ὁ συγγραφέας εἶχε μεταγράψει στὰ ἑλληνικά, προτίμησα νὰ τὰ ἐπαναφέρω στὸ λατινικὸ ἀλφάβητο.

2. ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΤΩΝ ΓΡΑΠΤΩΝ ΠΗΓΩΝ

Στὸ ἔργο (κυρίως στὰ πρῶτα τρία βιβλία, σὲ μικρότερο βαθμὸ στὰ ὑπόλοιπα) παρεμβάλλονται ἑκατοντάδες χωρία ἀπὸ τὴν Καινὴ καὶ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ἀπὸ τὸ ἔργο τῶν Πατέρων τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἀπὸ τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ γραμματεία, ἀλλὰ ἐπιπλέον καὶ παραθέματα ἀπὸ νεότερες πηγές. Μὲ ἐξαίρεση τὰ τελευταῖα, στὴν ἔκδοση τοῦ Ε. Παπαδογιάννη τὰ χωρία ἀλλοῦ δίνονταν σὲ παλαιότερη μορφὴ τῆς γλώσσας, ἀλλοῦ σὲ κάποια μετάφραση στὴ δημοτική. Ἀρχικὰ ἀποφάσισα νὰ ἐπιλέξω μία μορφή, ἀλλὰ τέθηκε τὸ δίλημμα ποιὰ νὰ εἶναι αὐτή, ἡ πρωτότυπη-παλαιότερη ἢ ἡ νεότερη μετάφραση.

Προσωπικά, νιώθω μεγαλύτερη ἀσφάλεια ὅταν κάτι ποὺ διαβάζω ξέρω ὅτι εἶναι τὸ πρωτότυπο. Καὶ αὐτὸ διότι κάθε μεταβολὴ ἐμπεριέχει ἀφενὸς τὸν κίνδυνο τῆς παραποίησης τοῦ ἀρχικοῦ νοήματος καὶ ἀφετέρου τὸν κίνδυνο τῆς παρερμηνείας του, ἀκόμα καὶ ὅταν σαφῶς δὲν ὑπάρχει πρόθεση γιὰ κάτι τέτοιο. Ὅπως ἀναφέρεται στὸν ἐπίλογο τοῦ ὄγδοου βιβλίου, Πορεία τῶν Ἀγγέλων στὴ Γῆ, ἔχουν γίνει «ἐπὶ αἰῶνες σκόπιμες ἢ μὴ παρερμηνεῖες τῶν Γραφῶν» (σ. 702). Ἐπίσης, ὅπως ἀναφέρεται στὸ κεφάλαιο «Συμπαντικὴ Ἑνότητα» τοῦ Τρίτου Βιβλίου – Μηνύματα Ἀγάπης: «Ἡ πατερικὴ διδασκαλία, [ποὺ] δίνει τὴν αὐθεντικὴ ἑρμηνεία τῶν ἱερῶν κειμένων, ἑρμηνεία χωρὶς τὶς σκόπιμες ἢ μὴ διαστροφὲς στὶς ὁποῖες ὑποβλήθηκαν τὰ κείμενα αὐτὰ κατὰ τὴν ἱστορική μας πορεία […]» (σ. 310). Οἱ ἐρευνητὲς γνωρίζουν ὅτι αὐτὸς ὁ δυνητικὸς κίνδυνος εἶναι ἀναπόφευκτος ὅταν ἕνα κείμενο πρέπει νὰ ἀποδοθεῖ στὴν ὅποια σύγχρονη μορφὴ τῆς γλώσσας.

Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, παρὰ τὴν ἐπιθυμία μου γιὰ τὴν «αὐθεντικότητα» ποὺ ἐμπνέει ἕνα πρωτότυπο κείμενο, ἀνήκω στὴ συντριπτικὴ πλειοψηφία τῶν ἀναγνωστῶν ποὺ δὲν ἔχουν ἐπαρκὲς γλωσσικὸ ὑπόβαθρο γιὰ νὰ ἱκανοποιήσουν μιὰ τέτοια ἐπιθυμία. Πόσοι ἀναγνῶστες θὰ μπορούσαμε στὴν πράξη νὰ διαβάσουμε γιὰ πρώτη φορὰ τὴν ἴδια τὴν Καινὴ Διαθήκη ἂν δὲν ὑπῆρχε δίπλα καὶ κάποια μετάφραση ἢ ἀκόμα καὶ κάποια ἐπεξήγηση τοῦ κειμένου; Ὡστόσο, ὅλοι ἀναγνωρίζουμε ὅτι δὲν ὑπάρχει μετάφραση ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ τὴν ἀποδώσει χωρὶς νὰ ἀλλοιώσει τὰ λεπτά της νοήματα.

Τελικά, μὲ ἐξαίρεση τὰ περισσότερα χωρία τῆς Καινῆς Διαθήκης –ποὺ εἶναι εὔκολο νὰ ἀναζητηθοῦν–, γιὰ κάθε παράθεμα ποὺ δὲν ἦταν ἐξαρχῆς στὴ δημοτικὴ ἐπέλεξα νὰ συμπαραθέσω μαζὶ μὲ τὸ πρωτότυπο καὶ τὴ μετάφραση, ὥστε καὶ αὐτὸς ποὺ ἔχει ἀσχοληθεῖ λιγότερο μὲ τὴ γλώσσα νὰ κατανοήσει τὰ γραφόμενα, χωρὶς οὔτε νὰ τὰ παρανοήσει λόγω γλωσσικῆς ἀνεπάρκειας οὔτε καὶ νὰ παιδευτεῖ στὴν ἑρμηνεία τους σὲ τέτοιο βαθμὸ ὥστε νὰ χάσει στὴν πορεία τὸ νόημα, τὴ συνοχή, τὸν εἱρμὸ καὶ τὸν σκοπὸ τῶν ὅσων γράφονται. Ἡ μετάφραση ποὺ χρησιμοποίησα ἦταν εἴτε αὐτὴ ποὺ εἶχε παραθέσει ὁ Ε. Παπαδογιάννης εἴτε κάποια ἄλλη δόκιμη μετάφραση ποὺ βρῆκα ἢ ἔκανα μὲ τὴ βοήθεια ἄλλων.

Ἀντίστροφα, σὲ κάποιες περιπτώσεις ποὺ ὁ Ε. Παπαδογιάννης εἶχε περιλάβει μόνο τὴ μετάφραση ἑνὸς χωρίου, τὸ ἀναζήτησα καὶ τὸ συμπλήρωσα καὶ στὴν παλαιότερη πρωταρχικὴ μορφή. Ὁ σκοπός μου ἦταν διπλός. Ἀφενὸς νὰ μπορεῖ ἕνας γνώστης τῆς παλαιότερης μορφῆς τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας νὰ ἐλέγξει εὔκολα καὶ νὰ συσχετίσει τὸ νόημα ὅσων ἀναλύονται στὰ βιβλία τοῦ Ε. Παπαδογιάννη μὲ τὸ νόημα τῶν πρωτότυπων κειμένων. Ἀφετέρου, νὰ μπορεῖ ὁ κάθε ἀναγνώστης νὰ ἐκτεθεῖ καί, ἐνδεχομένως, νὰ παρακινηθεῖ στὴν πληρέστερη καὶ αὐθεντικότερη, κατὰ τὸ δυνατόν, ἀνάγνωση τῶν πατερικῶν καὶ ἄλλων κειμένων, μὲ τὴν ἰδιαιτερότητα ἢ λεπτότητα τῆς ἀρχικῆς τους ἔκφρασης.

Προκειμένου νὰ ἐξασφαλίσω τὴν κατὰ τὸ δυνατὸν πιὸ ἀπρόσκοπτη ροὴ τῆς ἀνάγνωσης, ἐπέλεξα να παραθέτω τὴ μετάφραση ἑνὸς χωρίου μέσα στὸ κυρίως κείμενο τοῦ ἔργου καὶ τὸ πρωτότυπο χωρίο σὲ ὑποσημείωση. Ἐπίσης, φρόντισα ὥστε στὴν ἴδια ὑποσημείωση νὰ ἀναγράφεται γιὰ κάθε χωρίο ἡ πηγὴ τόσο τοῦ πρωτοτύπου ὅσο καὶ τῆς μετάφρασης.

Ὅλα τὰ χωρία (βιβλικά, πατερικὰ και ἀρχαῖα) ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὶς βιβλιογραφικὲς πηγὲς ποὺ χρησιμοποιήθηκαν στὸ ἔργο τυπώνονται μὲ πλάγια, εἴτε μέσα στὸ κείμενο εἴτε στὴν ἀντίστοιχη ὑποσημείωση. Στὶς πηγὲς συμπεριλαμβάνω καὶ τὰ ἔργα τοῦ Σωφρόνιου Σαχάρωφ, τὴν ἀξία τῶν ὁποίων θεωρῶ ἐφάμιλλη μὲ τὰ ὑπόλοιπα πατερικὰ ἔργα. Οἱ ὑπόλοιπες νεότερες βιβλιογραφικὲς ἀναφορὲς τυπώνονται μὲ ὄρθια, ἐντὸς εἰσαγωγικῶν.

Σὲ κάποιες περιπτώσεις πατερικῶν ἢ ἀρχαιοελληνικῶν χωρίων, εἶχε γίνει συρραφὴ φράσεων ἀπὸ τὸ πρωτότυπο κείμενο, ὥστε τὸ νόημα νὰ ἀποδίδεται πιὸ περιεκτικά. Προτίμησα σὲ αὐτὴ τὴν ἔκδοση νὰ παραθέσω τόσο τὰ χωρία τῆς παλαιότερης ὅσο καὶ τῆς δημοτικῆς γλώσσας μὲ τὶς λιγότερες δυνατὲς περικοπές. Γνώμονας ἐπιλογῆς τοῦ βαθμοῦ στὸν ὁποῖο διατηρήθηκε ἡ συρραφὴ φράσεων σὲ μιὰ πρόταση ἦταν νὰ ἀποφευχθεῖ ἡ ἀλλοίωση τοῦ πρωταρχικοῦ νοήματος γιὰ τὸ ὁποῖο παρατέθηκε τὸ χωρίο.

3. ΔΙΑΣΥΝΔΕΤΙΚΗ: ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Στὴν ἀρχικὴ ἔκδοση τῶν βιβλίων ἀπὸ τὸν Ε. Παπαδογιάννη, οἱ παραπομπὲς στὴ βιβλιογραφία δὲν ἀναγράφονταν κατὰ δόκιμο τρόπο, ἐνῶ σὲ μερικὲς περιπτώσεις δὲν ἦταν ἐμφανεῖς ἢ ἀπουσίαζαν. Ἐπίσης, δὲν ὑπῆρχε παράρτημα μὲ βιβλιογραφικὲς ἀναφορές. Θέλησα νὰ συμπληρώσω αὐτὸ τὸ ἐπιφανειακὸ κενό. Ὀφείλω νὰ τονίσω ὅτι τὸ θεωρῶ μὲν κενό, ἀλλὰ τὸ βρίσκω ἐπιφανειακὸ καθότι γιὰ ἐμένα δὲν ἀλλάζει τίποτα στὴν ἀξία καὶ τὴν οὐσία τῶν ὅσων ἔχουν ἤδη γραφτεῖ ἀρχικὰ ἀπὸ τοὺς συγγραφεῖς τοῦ παρόντος ἔργου. Ἀποφάσισα, λοιπόν, νὰ ἀναζητήσω τὶς πηγὲς ὅλων τῶν παραπομπῶν ὥστε νὰ τὶς διασταυρώσω, σὲ κάποιες περιπτώσεις νὰ τὶς συμπληρώσω καὶ τελικὰ νὰ τὶς παραθέσω μὲ βιβλιογραφικὴ πληρότητα.

Τὸ πρῶτο ζήτημα ποὺ τέθηκε εἶναι ἡ εὕρεση μιᾶς δόκιμης βιβλιογραφικῆς πηγῆς γιὰ ἀναφορά, στὶς περιπτώσεις αὐτὲς ποὺ πρόκειται γιὰ κείμενο ποὺ προέρχεται ἀπὸ θεολογικὲς ἢ ἀρχαιοελληνικὲς πηγές. Καθὼς ἔπρεπε νὰ ἀνατρέξω στὶς πρωτογενεῖς πηγὲς τῶν παραπάνω, βρέθηκα ἐνώπιον ἑνὸς μεγάλου διλήμματος. Ἀπὸ τὴ μία ὑπῆρχαν οἱ ἔγκριτες κριτικὲς ἐκδόσεις (γιὰ παράδειγμα, οἱ ἐκδόσεις Teubner γιὰ τοὺς κλασικούς, ἡ μνημειώδης ἔκδοση τῶν Nestle & Aland γιὰ τὴν Καινὴ Διαθήκη, ἡ ἐμβριθέστατη ἔκδοση τοῦ Α. Καμπύλη, ἀπὸ τὸν ἔγκριτο οἶκο de Gruyter, γιὰ τὸν Συμεὼν τὸν Νέο Θεολόγο κ.λπ.) καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη οἱ ἐκλαϊκευμένες, φιλολογικὲς ἐκδόσεις, οἱ προορισμένες γιὰ τὸν μέσο ἀναγνώστη, ὅπως ὁ γράφων. Ἀμφιταλαντεύτηκα γιὰ καιρὸ ἐνώπιον αὐτοῦ τοῦ διλήμματος. Ποιὰ ἔκδοση ὄφειλα νὰ χρησιμοποιήσω; Ἡ ἐπιστημονική μου δεοντολογία ἀπαιτοῦσε νὰ προκρίνω τὶς ἔγκριτες κριτικὲς ἐκδόσεις, ὅμως οἱ τελευταῖες διέθεταν τὸ ἀδήριτο πλεονέκτημα ὅτι εἶναι προσιτὲς σὲ ἕναν μέσο ἀναγνώστη, καθὼς καὶ ὅτι ἐνίοτε συνοδεύονται ἀπὸ νεοελληνικὴ μετάφραση καὶ ἑρμηνευτικὰ σχόλια. Τελικά, μὲ πρωταρχικὸ κριτήριο τὴν εὔκολη πρόσβαση στὸν μέσο ἀναγνώστη, ἐπέλεξα καὶ πηγὲς ποὺ μπορεῖ νὰ μὴ θεωροῦνται ἀπαραίτητα «οἱ» ἔγκριτες, ἀλλὰ εἶναι τουλάχιστον ἀξιόπιστες καὶ καταξιωμένες.

Τὸ δεύτερο ζήτημα ποὺ προέκυψε εἶχε νὰ κάνει μὲ τὸν τρόπο ἀναγραφῆς τῶν παραπομπῶν. Καταρχάς, ὁ «δόκιμος» τρόπος ἀναγραφῆς τῶν βιβλιογραφικῶν παραπομπῶν ποικίλλει κατὰ ἐποχὲς καὶ κατὰ ἐκδόσεις. Ἐπίσης, ὁ τρόπος αὐτὸς μεταβάλλεται μὲ τὶς νεότερες (ἠλεκτρονικὲς) μορφὲς καὶ δυνατότητες ἔκδοσης. Θεωρῶ ὀρθὲς καὶ πλήρεις τὶς βιβλιογραφικὲς παραπομπὲς ποὺ θὰ καθοδηγήσουν τὸν κάθε ἀναγνώστη ἀπρόσκοπτα «στὸν χῶρο καὶ στὸν χρόνο» στὴν εὕρεση τοῦ ζητούμενου ἔργου ἢ παραθέματος, μὲ τὴ μέγιστη ἐλευθερία ἐπιλογῆς τῆς ὅποιας ἔκδοσης καὶ τῆς ὅποιας μορφῆς ἔκδοσης.

Τὸ τρίτο ζήτημα ποὺ μὲ ἀπασχόλησε, στὸ πλαίσιο ἐπιλογῆς ἑνὸς ὀρθοῦ ἀλλὰ πλήρους τρόπου βιβλιογραφικῆς παραπομπῆς, ἦταν ἡ ἀποκόμιση τοῦ μέγιστου δυνατοῦ οὐσιώδους ὀφέλους ἀπὸ τὴν καθαυτὴν ὕπαρξή της. Ἂν στόχος ἦταν ἁπλὰ ἡ ὀρθότητα, αὐτὸς θὰ μποροῦσε ἐν μέρει νὰ διασφαλιστεῖ μὲ πιὸ σύντομες βιβλιογραφικὲς παραπομπές. Γιὰ παράδειγμα, ἰδίως στὶς περιπτώσεις χωρίων ἀπὸ τὴ Φιλοκαλία –ποὺ εἶναι καὶ οἱ περισσότερες στὸ ἔργο–, θὰ μποροῦσε νὰ ἀναγράφεται ὡς πηγὴ ἡ Φιλοκαλία χωρὶς νὰ ἀναφέρεται τὸ ὄνομα τοῦ ἑκάστοτε Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας στὸν ὁποῖο ἀποδίδεται τὸ χωρίο τῆς Φιλοκαλίας. Αὐτὸ ὅμως θὰ στεροῦσε ἀπὸ τὸν ἀναγνώστη τὴ δυνατότητα μιᾶς πρώτης, ἴσως, προσωπικῆς γνωριμίας μὲ τὸν ἑκάστοτε ἐκκλησιαστικὸ Πατέρα, καθὼς καὶ μιᾶς οὐσιαστικῆς ἀξιολόγησης τοῦ πολυμορφικοῦ –ἐν τῷ ἑνιαίῳ– τρόπου κατανόησης καὶ ἀπόδοσης ἑνὸς ἐπεξηγούμενου θέματος. Ἀναγράφοντας καὶ τὸ ὄνομα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ Πατέρα στὸν ὁποῖο ἀποδίδεται τὸ κάθε χωρίο, οἱ περισσότεροι μέσοι ἀναγνῶστες μαθαίνουμε γιὰ Πατέρες τῶν ὁποίων οὔτε τὴν ὕπαρξη γνωρίζουμε οὔτε τὸ ἐπίπεδο καὶ εὖρος τῆς γνώσης τους κὰν φανταζόμαστε. Ἔτσι δίνεται τὸ ἔναυσμα γιὰ περαιτέρω διερεύνηση καὶ μελέτη τοῦ θαυμαστοῦ τους ἔργου καὶ σὲ ἄλλες πηγές. Γιὰ παράδειγμα, πόσοι ἀπὸ τοὺς γνῶστες τῆς κβαντικῆς φυσικῆς γνωρίζουν ὅτι ὁ Ἅγιος Κάλλιστος ἔχει ἀναφερθεῖ σὲ «ἀναρίθμητους κόσμους» πολὺ νωρίτερα ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰώνα ποὺ διατυπώθηκε ὡς ἐπιστημονικὴ θεωρία;

Ἐπίσης, λίγα λόγια γιὰ τὴν Κοιλάδα τῶν Ρόδων, τοῦ Paul-Amadeus Dienach (Π. Ντήναχ). Μερικὲς δεκαετίες μετὰ τὴν αἰνιγματικὴ διοχέτευση πρὸς τὴν ἀνθρωπότητα ἀποκαλυπτικῶν γνώσεων καὶ πληροφοριῶν διὰ τοῦ Π. Ντήναχ καὶ τοῦ Γεώργιου Μ. Παπαχατζῆ, ἔρχεται καὶ τὸ παρὸν ἔργο νὰ μᾶς διαφωτίσει γιὰ παρελθόν, παρὸν καὶ μέλλον. Ἡ Πηγὴ καὶ τῶν δύο ἔργων εἶναι Μία – σὲ αὐτὸ συμφωνοῦν τὰ γραφόμενα καὶ στὰ δύο ἔργα, ποὺ ἀποτελοῦν πλέον καὶ τὸ δικό μου πιστεύω. Ἔχοντας καταρχὴν κατανοήσει τὸ παραπάνω, βρίσκω πιὸ μεγάλο ἐνδιαφέρον στὸ περιεχόμενο τῶν ἔργων, στὶς σαφεῖς ὁμοιότητες ἀλλὰ καὶ στὶς σαφεῖς –ἐνίοτε συμπληρωματικὲς– διαφορὲς τῶν ἴδιων τῶν ἔργων, παρὰ στοὺς ἐπιμέρους τρόπους καὶ στὶς πηγὲς διὰ τῶν ὁποίων τὰ ἔργα μᾶς παραδίδονται. Δηλαδή, ἀναγκαστικὰ ἀποδέχομαι λεπτομερειακὲς πτυχὲς τῆς συγγραφῆς τους ὡς θέμα οὐσιαστικὰ ἀπρόσιτο, ἀνεξιχνίαστο καὶ ἑστιάζω τὴν προσοχή μου στὸ καθαυτὸ κείμενο ἑκάστου ἔργου – ἀφενὸς στὴν ἀπήχηση ποὺ ἔχουν σὲ ἐμένα –στὶς γνώσεις, στὰ βιώματα, στὴ λογικὴ καὶ στὴ διαίσθησή μου– καὶ ἀφετέρου στὴν ἕως τώρα ἐπαλήθευση τῶν γραφομένων μέσα ἀπὸ τὰ φαινόμενα-γεγονότα τοῦ 20οῦ αἰῶνα καὶ τῶν καιρῶν μας. Στὴν περίπτωση παραθεμάτων ἀπὸ τὴν Κοιλάδα τῶν Ρόδων –ὅπου συχνά, σὲ διαφορετικὸ βαθμὸ καὶ γιὰ διαφορετικὸ λόγο, δὲν ἦταν ἐφικτὴ ἡ κατὰ λέξη μεταφορὰ φράσεων ἀπὸ τὸ πρωτότυπο κείμενο–, χρησιμοποίησα πλάγια γιὰ νὰ ὁριοθετήσω, κατὰ τὸ δυνατόν, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ τονίσω τὰ ὅμοια ἢ παραπλήσια παραθέματα τοῦ κειμένου, τὰ ὁποῖα, μὲ τὴ βοήθεια τῶν παραπομπῶν στὶς ὑποσημειώσεις, θὰ διευκολύνουν τὸν ἀναγνώστη-ἐρευνητὴ στὴν κοινὴ ἀξιολόγηση τοῦ περιεχομένου τῶν δύο ἔργων. Κατέβαλα κάθε δυνατὴ προσπάθεια ὥστε ἡ ἐργασία αὐτὴ νὰ εἶναι πλήρης.

Ἀποφάσισα, τέλος, νὰ ἐμπλουτίσω τὸ ἔργο τοῦ Ε. Παπαδογιάννη μὲ ἐπιπλέον παραθέματα, κυρίως ὑπὸ τὴ μορφὴ ὑποσημειώσεων. Τὰ περισσότερα προέρχονται ἀπὸ τὶς πηγὲς καὶ τὰ ἔργα ποὺ χρησιμοποίησε ὁ Ε. Παπαδογιάννης, ἐνῶ κάποια ἄλλα ἀπὸ βιβλία ποὺ δὲν εἶχαν κὰν ἐκδοθεῖ ὅταν γράφτηκε τὸ ἔργο. Σὲ ὅλες αὐτὲς τὶς περιπτώσεις ἀναγράφεται ὅτι πρόκειται γιὰ προσθήκη ἢ σημειώση τοῦ ἐπιμελητῆ (Σ.τ.Ε.).

Οἱ ἠλεκτρονικὲς βιβλιογραφικὲς διασυνδέσεις (links) στὸ βιβλιογραφικὸ τμῆμα τοῦ ἔργου ἴσως βοηθήσουν κάποιους ἀναγνῶστες στὴν ἄμεση εὕρεση τῶν πηγῶν τους.

4. ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΩΝ ΟΡΘΩΝ ΓΡΑΦΩΝ

Λίγες παραγράφους πιὸ πάνω ἀναφέρθηκα στὴ θεωρούμενη «αὐθεντικὴ» μορφὴ τῆς Καινῆς Διαθήκης. Ποιὰ εἶναι αὐτή; Στὸ παρὸν βιβλίο, τὰ χωρία τῆς Καινῆς Διαθήκης πάρθηκαν ἀπὸ τὴν τεσσαρακοστὴ τέταρτη ἔκδοση τοῦ 1998 τοῦ ἔργου τοῦ Π. Τρεμπέλα ποὺ ἐκδόθηκε γιὰ πρώτη φορὰ τὸ 1952, καὶ ποὺ βάση του ἀποτέλεσε «Ἡ Καινὴ Διαθήκη, ἐγκρίσει τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἐκ τοῦ Πατριαρχικοῦ Τυπογραφείου, 1912». Ἔχοντας ξεκινήσει τὴ δακτυλογράφησή τους καὶ ἀντιγράφοντάς τα ἀπὸ αὐτὸ τὸ βιβλίο ποὺ εἶχα στὴν κατοχή μου, σὲ κάποια στιγμὴ βρῆκα τὴν Καινὴ Διαθήκη νὰ διατίθεται καὶ σὲ κάποιους ἱστότοπους ἐπίσημων ἐκκλησιαστικῶν φορέων, στὸ διαδίκτυο. Μὲ χαρὰ συνειδητοποίησα ὅτι αὐτὸ ἐπέτρεπε καὶ τὴν εὕρεση τῆς θέσης ἑνὸς χωρίου στὴν Καινὴ Διαθήκη μέσω τῆς ἀναζήτησης λέξεων, κάτι τὸ ὁποῖο διευκόλυνε τὴν πληρότητα ποὺ ἤθελα νὰ ὑπάρχει ὅσον ἀφορᾶ τὶς βιβλιογραφικὲς ἀναφορές. Κάποια στιγμή, ἐντελῶς «τυχαῖα», ὑπέπεσε στὴν ἀντίληψή μου ὅτι σὲ κάποια σημεῖα ὑπῆρχαν διαφορὲς σὲ λέξεις ἢ στὴ στίξη ἀνάμεσα σὲ ὅλα τὰ κείμενα: ἀνάμεσα στὸ κείμενο ποὺ ἐπιμελήθηκε ὁ Π. Τρεμπέλας καὶ στὰ κείμενα ἐπίσημων Ὀρθόδοξων ἐκκλησιαστικῶν φορέων ποὺ βρῆκα στὸ διαδίκτυο. Αὐτὸ ἦταν τρομακτικό, καθότι δὲν ἤξερα ποιὰ ἔκδοση ἦταν ἡ αὐθεντικότερη.

Κατὰ τὴν ἔναρξη τῆς ὀδύσσειάς μου γιὰ τὴν εὕρεση τῆς αὐθεντικότερης ἔκδοσης, αὐτῆς ποὺ «δὲν ἔχει παραποιηθεῖ» γιὰ τὸν ὁποιονδήποτε λόγο, θεώρησα ὅτι θὰ μποροῦσα νὰ βρῶ τὴ λύση σὲ κάποια ἔκδοση ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Δύο διαφορετικὲς τέτοιες ἐκδόσεις βρῆκα, πρὶν ἀναγκαστῶ καὶ πάλι νὰ στρέψω ἀλλοῦ τὴν ἔρευνά μου. Ὅμως καὶ αὐτὲς διέφεραν τόσο μεταξύ τους ὅσο καὶ ἀπὸ τὶς ἀρχικὲς πηγές μου. Τὸ πιὸ ἀξιοσημείωτο γιὰ ἐμένα εἶναι ὅτι καθεμία ἀπὸ αὐτὲς παρέθετε ὡς πηγές της τὶς «αὐθεντικὲς πηγές», «ἔγκριτες παλαιότερες ἐκδόσεις» τοῦ 18ου καὶ 19ου αἰώνα, ἐκδοθεῖσες ἢ ἐγκεκριμένες ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδας ἢ τὴν Ἱερὰ Κοινότητα τοῦ Ἁγίου Ὄρους Ἄθω καὶ συχνὰ διασταυρωμένες μεταξύ τους ὡς ἔνδειξη ἐγκυρότητας. Καὶ ὅμως διαφορετικές!

Τὸ διαδίκτυο μὲ βοήθησε μέσα σὲ λίγες ἡμέρες νὰ κάνω μιὰ ἔρευνα ποὺ παλαιότερα, σὲ ἄλλες ἐποχές, θὰ ἦταν ἀδύνατη ἢ ἔργο ζωῆς. Ἀπέκτησα, ὅπως μποροῦν ὅλοι νὰ κάνουν, πρόσβαση σὲ ἱστοσελίδες ὅπου ἔχουν σαρωθεῖ σελίδα-σελίδα δεκάδες βιβλία ἀπὸ παλαιότερες ἐκδόσεις τῆς Καινῆς Διαθήκης σὲ ἑλληνικὴ γλώσσα, ἀπὸ τὸν 16ο ἕως τὸν 20ὸ αἰώνα. Πρόκειται γιὰ ἐκδόσεις διαφορετικῶν χρονολογιῶν ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴ Βενετία, τὴ Λειψία Σαξονίας, τὴν Ἁγία Πετρούπολη, τὸ Λονδίνο, τὴ Γλασκόβη, τὴ Βοστώνη, τὸ Ἄμστερνταμ, τὸ Παρίσι καὶ ἀλλοῦ. Τελικά, μετὰ ἀπὸ πολυήμερη συγκριτικὴ ἔρευνα, εἶδα ὅτι ὅλες οἱ πηγὲς εἶχαν στὸ ἕνα ἢ στὸ ἄλλο σημεῖο διαφορὲς μεταξύ τους. Ἀναρωτήθηκα μήπως αὐτὸ ὀφειλόταν στὴν ἔκδοση κάποιων κειμένων ἀπὸ πηγὲς μὴ προσκείμενες στὴν Ὀρθοδοξία, ἀλλὰ τελικὰ ἔκρινα ὅτι δὲν εἶχε νόημα νὰ ἀφιερώσω ἄλλο χρόνο στὴ διερεύνηση τοῦ θέματος τῆς σχέσης κάθε πηγῆς μὲ τὴν Ὀρθόδοξη ἢ ἄλλη Ἐκκλησία –ὡς αἰτίας γιὰ τὶς διαφορὲς ἀνάμεσα στὰ κείμενα–, γιὰ τὸν ἁπλούστατο λόγο ὅτι ἀκόμα καὶ οἱ ἐπίσημες ἐκδόσεις τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ποὺ προανέφερα, εἶχαν διαφορὲς μεταξύ τους.

Θέλοντας νὰ προχωρήσω στὴν εὕρεση τῆς «αὐθεντικῆς μορφῆς» ποὺ ἔψαχνα, ἀποφάσισα νὰ ἐρευνήσω τὸ ζήτημα πιὸ διεξοδικὰ καὶ ὁδηγήθηκα πλέον στὸ νὰ διαβάσω γιὰ τὴν ἱστορία τῆς συγγραφῆς τῆς Καινῆς Διαθήκης. Ἔμαθα, καταρχήν, ὅτι δὲν διασώζεται κανένας ἀρχικὸς πάπυρος ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἔγραψαν οἱ Εὐαγγελιστές. Ἐπίσης, ἀντιλήφθηκα τὴν ἔννοια καὶ κατάσταση τῆς «χειρόγραφης παράδοσης», ὅρο ποὺ περιγράφει τὸ σύνολο τῶν σωζόμενων χειρογράφων ποὺ διασώζουν ἕνα κείμενο. Ὅ,τι ἔχουμε βασίζεται σὲ ἀντιγραφὴ τῶν πρωτότυπων αὐθεντικῶν κειμένων. Στὴν πορεία τοῦ χρόνου, οἱ χιλιάδες ἀντιγραφεῖς ποὺ μετέφεραν τὴν Καινὴ Διαθήκη ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιὰ ὑπέπεσαν στὸ ἀνθρώπινο λάθος, ἐσκεμμένα ἢ μή, παρασυρμένοι ἀπὸ ὅ,τι παρέλαβαν καὶ παρασύροντας καὶ τοὺς ἑπόμενους. Τελικά, ὑπολογίζονται γύρω στὶς 200.000 οἱ γνωστὲς παραλλαγὲς τοῦ κειμένου ὣς τώρα, οἱ περισσότερες εὐτυχῶς ἀσήμαντες. Σὲ καμία περίπτωση ὅμως δὲν ἔχουμε ὁριστικὴ ἔκδοση. Κάθε «κριτικὴ ἔκδοση» εἶναι σκαλὶ γιὰ τὴν ἑπόμενη. Ἐξάλλου, τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ ἀρχαιοελληνικὰ κείμενα, ἀφοῦ δὲν σώθηκε κανένα αὐτόγραφο κάποιου ἀρχαίου συγγραφέα, παρὰ μονάχα πολὺ μεταγενέστερα ἀντίγραφα.

Τὴν ἔρευνα ποὺ ἔκανα μπορεῖ νὰ τὴν κάνει ὁποιοσδήποτε. Καὶ νὰ βγάλει τὰ δικά του συμπεράσματα μὲ προσοχή, ἐπιφύλαξη καὶ διάκριση. Κάποια δικά μου συμπεράσματα, ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀπροσδόκητη καὶ σὲ μέγιστο βαθμὸ προσπάθειας σαφὴ ἔρευνα στὴν ὁποία ὁδηγήθηκα, συνοψίζονται ὡς ἑξῆς: α) Πέραν τῶν ὅποιων διαφορῶν ἔχουν οἱ Ἐκκλησίες καὶ οἱ αἱρέσεις μεταξύ τους σὲ θέματα ἑρμηνείας τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου, ὑπάρχουν καὶ διαφορὲς στὸ ἴδιο τὸ κείμενο γιὰ τὶς ὁποῖες δὲν εὐθύνονται οἱ δογματικὲς καὶ ἑρμηνευτικὲς διαφορὲς τῶν Ἐκκλησιῶν ἢ δὲν πηγάζουν ἀπαραιτήτως ἀπὸ αὐτὲς τὶς διαφορές. Αὐτὸ μπορεῖ εὔκολα νὰ τὸ διαπιστώσει κανεὶς ἀπὸ τὶς διαφορὲς ἀνάμεσα στὶς ἐπίσημες ἐκδόσεις τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ὅπως ἀνέφερα πιὸ πάνω, β) Θὰ μποροῦσα νὰ ἰσχυριστῶ ὅτι κατάφερα νὰ διακρίνω ἕνα «μοτίβο διαφοροποιήσεων» τοῦ κειμένου μεταξὺ τῶν ἐκδόσεων αὐτῶν, τὸ ὁποῖο σχετιζόταν περισσότερο μὲ τὴ χρονολογία ἔκδοσης (16ος ἔναντι 17ου ἔναντι 18ου-19ου ἔναντι 20οῦ αἰώνα) παρὰ μὲ τὴν πηγὴ ἔκδοσης (πόλη, τυπογραφεῖο), γ) Δὲν ξέρω ποιὲς ἀκόμα παλαιότερες ἐκδόσεις τῆς Καινῆς Διαθήκης σώζονται ἀνάμεσα στοὺς θησαυροὺς τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ εὐθύνη εἶναι τῶν κατόχων αὐτῶν τῶν ἐκδόσεων ποὺ δὲν τὶς δημοσιοποιοῦν, σὲ ἔντυπη ἢ ἠλεκτρονικὴ μορφή, ὥστε νὰ βασιζόμαστε σὲ αὐτὲς ἀντὶ σὲ ἐκδόσεις ποὺ πηγάζουν ἀπὸ τὸν 18ο καὶ τὸν 19ο αἰώνα – καὶ βάσει τῶν ὁποίων διαπίστωσα ὅτι συνεχίζεται ἤδη σὲ ἐκδόσεις τοῦ 21ου αἰώνα ἡ ἀλλοίωση τοῦ κειμένου. Εἶναι λογικὸ νὰ θεωρήσουμε ὅτι, ταξιδεύοντας πίσω στὸν χρόνο, θὰ ἔχουμε γνησιότερες μορφὲς ἀπὸ ὅ,τι σὲ νεότερες ἐκδόσεις. Πάντως, ἀπὸ τὴν ἔρευνά μου, καμία ἔκδοση ἀπὸ κανέναν αἰώνα δὲν μπορεῖ νὰ διεκδικήσει τὴν «αὐθεντικότητα» καὶ τὸ «ἀλάθητο». Κατὰ συνέπεια, καλὸ θὰ ἦταν νὰ ἀρθεῖ στὸν τομέα αὐτὸν τὸ ἐπιχείρημα «σεβασμὸς στὴ γνησιότητα τῆς παράδοσης» ὡς αἰτία ποὺ διαβάλλει θρησκευόμενους ἀδερφοὺς τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τοὺς χωρίζει σὲ ὁλοένα μικρότερες ὑποδιαιρέσεις, δ) Στὸ πλαίσιο ἀφενὸς τῆς συνειδητοποίησης τῆς παραπάνω πραγματικότητας καὶ ἀφετέρου τῆς ἀνάγκης μιᾶς θεμιτῆς ἀναίρεσης τῶν ἀνούσιων διαχωριστικῶν γραμμῶν ποὺ ἔχουν διασπάσει τοὺς πιστοὺς καὶ ἔχουν διαβάλει τὴν ἀγάπη μεταξύ τους, μοῦ ἔρχονταν ἔντονα στὸν νοῦ, κατὰ τὴν περίοδο ἐκείνης τῆς ἀναζήτησης, δύο προτροπὲς-ἀνάγκες –μόνο φαινομενικὰ ἀντίθετες, οὐσιαστικὰ ὅμως συμπληρωματικές–, δοσμένες καὶ οἱ δύο στὴν Καινὴ Διαθήκη: ἀπὸ τὴ μία ἡ ἀνάγκη γιὰ συνεχὴ καὶ ἀκατάπαυστη ἔρευνα τῆς αὐθεντικῆς Ἀλήθειας σύμφωνα μὲ τὸ Ἐρευνᾶτε τὰς γραφὰς (Κατὰ Ἰωάννην 5:39) καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη τὸ Τὸ γὰρ γράμμα ἀποκτέννει, τὸ δὲ πνεῦμα ζωοποιεῖ (Ἀπ. Παύλου, Πρὸς Κορινθίους Β΄ 3:6).

Δὲν ἰσχυρίζομαι ὅτι ἔχω κάνει σύγκριση ὅλων τῶν ἐκδόσεων τῆς Καινῆς Διαθήκης. Αὐτὸ μόνο ἕνας ἰσχυρὸς ἠλεκτρονικὸς ὑπολογιστὴς θὰ μποροῦσε νὰ τὸ κάνει, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ἐνημερωμένος μὲ ὅλες τὶς ἐκδόσεις ἀνὰ τοὺς αἰῶνες – πράγμα δύσκολο. Ἀπὸ τὰ χωρία (περίπου 40) ποὺ σύγκρινα ἕνα πρὸς ἕνα σὲ τέσσερις διαφορετικὲς Ὀρθόδοξες ἐπίσημες πηγὲς θὰ καθησύχαζα τελικὰ τὸν ἐρευνητὴ καὶ ἀναγνώστη –ποὺ μπορεῖ νὰ νιώσει ὅτι κλονίζεται ἡ πηγὴ τῆς ἀλήθειας καί, κατὰ συνέπεια, τῆς πίστης του, ἀπὸ ἕνα ὁδοιπορικὸ σὰν τὸ δικό μου– ὡς ἑξῆς: α) Ὁ ἀρχάριος ἐρευνητὴς θὰ δυσκολευτεῖ νὰ διακρίνει τὶς διαφορὲς ἀνάμεσα στὶς ἐκδόσεις καὶ εἶναι μᾶλλον ἀδύνατον νὰ παραπλανηθεῖ οὐσιαστικὰ καί, τὸ σημαντικότερο, μόνιμα ἐξαιτίας αὐτῶν, διότι οἱ περισσότερες εἶναι ἀσήμαντες καὶ ἀφοροῦν τὴ στίξη, ἐνῶ ἐπὶ τῶν ὑπολοίπων δὲν ἔχει –ὡς ἀρχάριος– τὴ γνώση νὰ διακρίνει τὴν οὐσία τῶν νοηματικῶν διαφορῶν. β) Ὁ καλοπροαίρετος μέσος ἐρευνητὴς θὰ δύναται νὰ ὠφεληθεῖ ἀπὸ τὶς μικρὲς διαφορές, οἱ ὁποῖες μπορεῖ νὰ ἀποτελέσουν ἀφορμὴ γιὰ δημιουργικὴ σκέψη, συσχέτιση, ἀναζήτηση – καθὼς πολλὲς ἢ ὅλες, τελικά, ἴσως νὰ περιέχουν μιὰ πτυχὴ τῆς ὅλης συγκεκαλυμμένης ἀλήθειας ποὺ ἀναζητεῖ. Ἀντί, δηλαδή, οἱ διαφορὲς τοῦ κειμένου νὰ ἀποτελέσουν ἀφορμὴ γιὰ ἀμφισβήτηση, δυσπιστία, διαβολή, διαχωρισμό, μποροῦν νὰ τὸν εὐεργετήσουν προάγοντας τὴν ἐπιθυμία νὰ ἀξιωθεῖ τῆς πνευματικῆς του ἀνέλιξης. Τονίζω ὅτι δὲν ἁπλοποιῶ ἰσοπεδωτικά. Αὐτὲς τὶς διαφορὲς τοῦ κειμένου τὶς διαχωρίζω ἀπὸ τὶς οὐσιωδέστατες νοηματικὲς καὶ δογματικὲς διαφορὲς μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν, περὶ τῶν ὁποίων γίνεται λόγος στὸ «Ὄνειρο Οὐράνιας Ἀγάπης» τοῦ ἕβδομου βιβλίου, Ἡ Ἕβδομη Ἀναγγελία. γ) Ὁ πιὸ προχωρημένος ἐρευνητὴς δὲν θὰ «κολλήσει» στὸ γράμμα τῶν Γραφῶν: ἔχει ἐμπιστοσύνη στὸ Ἅγιο Πνεῦμα πού, ὅπως ἀναφέρεται σὲ πλεῖστα σημεῖα τῶν Γραφῶν, θὰ φωτίσει τὴν ὅποια ἀλήθεια τοῦ πρέπει, τοῦ ἀναλογεῖ, στὸ σημεῖο τῶν Γραφῶν ποὺ τὸν ἀπασχολεῖ.

Τελικά, γιὰ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους κατέληξα μὲ ἀνακούφιση ἀφενὸς στὴ δημοσιοποίηση τῆς παραπάνω ὀδύσσειάς μου καί, ἀφετέρου, στὴν παράθεση ὅλων τῶν ἀποσπασμάτων τῆς Καινῆς Διαθήκης ἀπὸ τὴν ἀρχικὴ «παραδοσιακή» μου πηγὴ ποὺ ἦταν ἡ ἔκδοση τοῦ Π. Τρεμπέλα, ἡ ὁποία χαίρει ἐπαρκοῦς σεβασμοῦ καὶ εἶναι οἰκεία στοὺς περισσότερους Ἕλληνες, ἐνῶ δὲν ἰσχύει τὸ ἴδιο γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ Nestle. Ὁ πιὸ προχωρημένος ἐρευνητὴς γνωρίζει ποιὲς θεωρούνται ὡς ἔγκριτες κριτικὲς ἐκδόσεις της.

5. ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ ΑΠΟ ΕΚΔΟΣΗ Ε. ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗ

Κατόπιν σχετικοῦ προβληματισμοῦ, ἀποφασίστηκαν οἱ παρακάτω παραλείψεις ἀπὸ τὴν παρούσα ἔκδοση:

α) Τὸ εὑρετήριο ὅρων ποὺ ὑπῆρχε στὸ τέλος τοῦ ὄγδοου βιβλίου καὶ ἀφοροῦσε καὶ τὰ ὀκτὼ βιβλία κρίθηκε ὅτι δὲν ἐξυπηρετοῦσε κανέναν οὐσιαστικὸ ρόλο καὶ δὲν συμπεριλήφθηκε στὴν παρούσα ἔκδοση.

β) Σὲ ὅλα τὰ ἀρχικὰ βιβλία τοῦ Ε. Παπαδογιάννη, οἱ ἔνθετες ἀπεικονίσεις καὶ τὰ ἐξώφυλλα ἀνῆκαν στὴ Βίκη Θεοδοσιάδου. Τὶς θεώρησα ἐνδιαφέρουσες. Ἡ ἔκδοση ποὺ παρουσιάζω στερεῖται, ὡστόσο, ἔνθετων ἀπεικονίσεων, διότι θεωρῶ ὅτι οἱ πολυδιάστατες «εἰκόνες» ποὺ μᾶς μεταφέρονται σταδιακὰ περισσότερο μέσα ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ βιβλίου δεσμεύονται ἀπὸ τὶς ὅποιες ἔνθετες ἀπεικονίσεις, δεσμεύοντας ἔτσι τὸν ἀναγνώστη καὶ περιορίζοντας τὸν σκοπὸ ποὺ ὑπηρετεῖ τὸ ἔργο, τουλάχιστον σήμερα.

γ) Τὰ ποιήματα ποὺ ὑπάρχουν σὲ κάποια σημεῖα τῶν ἀρχικῶν βιβλίων ἐνέχουν ἕνα προσωπικὸ στοιχεῖο μέσα στὸ διαπροσωπικό τους νόημα. Μὲ ἄλλα ταυτίζεται κανεὶς περισσότερο, μὲ ἄλλα λιγότερο – αὐτὸ εἶναι προσωπικό. Θεωρῶ, ὡστόσο, ὅτι τὸ ἔργο αὐτὸ εἶναι στὴν οὐσία του ὑπερ-προσωπικὸ καὶ ὅτι ὁ ρόλος τῶν ποιημάτων ἐξαντλήθηκε στὴν ἔκδοση ποὺ ἐπιμελήθηκε ὁ Ε. Παπαδογιάννης. Ἔτσι, μόνο ἕνα ποίημα παρατίθεται στὸ τέλος τοῦ βιβλίου αὐτοῦ. Καὶ πάλι, γνώμονας τῆς ἀπόφασης νὰ παραλειφθοῦν τὰ ὑπόλοιπα ποιήματα εἶναι ἡ ἐμμονὴ στὸν πρωταρχικὸ σκοπὸ ποὺ ὑπηρετεῖ τὸ ἔργο αὐτό, ὅπως ἐξάλλου διατυπώθηκε ἀπὸ τοὺς θεσμικοὺς συντελεστές του.

6. Η ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ

Παρουσιάζεται πλέον σὲ ἕναν τόμο, ἀναπλασμένη καὶ ἐμπλουτισμένη ἀλλὰ ἀδιάβλητη, ἡ σειρὰ ἀπὸ ὀκτὼ βιβλία ποὺ ἐρευνοῦν τὴν ἄφθαρτη Ἀλήθεια μέσα ἀπὸ ἀναρίθμητες ὄψεις τοῦ πολυδιάστατου ἀνθρώπινου καὶ κοσμικοῦ γίγνεσθαι, βιβλία ποὺ ἀναφέρονται σὲ πηγὲς σοφίας τοῦ παρελθόντος καὶ τοῦ παρόντος –θεολογικές, φιλοσοφικές, ἐπιστημονικές–, καθὼς καὶ σὲ συμ- παντικὲς διδαχές, παραινέσεις καὶ ἀγγέλματα.

Ὅπως ἀναφέρει καὶ ὁ Ε. Παπαδογιάννης, ὅσοι συνέβαλαν στὰ βιβλία ποὺ εἴτε ἔγραψε εἴτε ἐπιμελήθηκε «δὲν διεκδικοῦν δάφνες, δὲν διεκδικοῦν λογοτεχνικὰ βραβεῖα, γιατὶ κανεὶς ἀπὸ ὅσους συνέβαλαν στὴν ὑλοποίηση τῶν μηνυμάτων ποὺ περιέχουν τὰ βιβλία αὐτὰ δὲν ὑπῆρξε ποτὲ λογοτέχνης. Οἱ ἐργάτες ποὺ συνέβαλαν καὶ συμβάλλουν στὴ διαμόρφωση τῶν κειμένων αὐτῶν εἶναι “ἀνειδίκευτοι”», δυσεύρετοι, ἀπόμακροι, μιᾶς κάποιας ἄλλης στάσης ζωῆς –ποὺ δύσκολα μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀντιληφθεῖ– καὶ ἀξιοπρέπειας, ὄχι ἐγωισμοῦ.

Ἀναφέρει ὁ Ε. Παπαδογιάννης στὴν ἀφιέρωση τοῦ πρώτου βιβλίου, Ἄφθαρτα: «Τὸ βιβλίο αὐτὸ εἶναι ἀφιερωμένο στὴ Μαρία, ποὺ ἔφυγε καὶ ἄφησε κάποια χειρόγραφα, μὲ μεγάλη ἐπιθυμία νὰ δημοσιευθοῦν σύντομα». Καὶ συνεχίζει: «Πολλοὶ φίλοι μὲ βοήθησαν μὲ διάφορους τρόπους γιὰ νὰ γράψω αὐτὸ τὸ βιβλίο. Τοὺς εὐχαριστῶ. Ἰδιαίτερα ὅμως θέλω νὰ εὐχαριστήσω τὴ Βάσω Καφιώτη καὶ τὴ Στέλλα Θεοδοσιάδου γιὰ τὴν οὐσιαστικὴ συνεισφορά τους στὴν προσπάθειά μου νὰ φέρω εἰς πέρας ἕνα ὁπωσδήποτε δύσκολο ἔργο». Καὶ ἦρθε καὶ ἡ Σ.Σ. καὶ μαζί της τὰ ἑπόμενα βιβλία. Καὶ οἱ συμβάλλοντες στὸ ἔργο αὐξήθηκαν – οἱ ἀνώνυμοι σὲ ἐμᾶς, οἱ ἀφανεῖς, οἱ ἀδιόρατοι καὶ οἱ κάποιοι ἀδιάστατοι. Καὶ τὸ ἔργο ἐμπλουτίστηκε.

Τελικά, θεωρῶ ὅτι, ἀνεξάρτητα τῆς προέλευσης καὶ τῆς ταυτότητας τῶν πηγῶν του, τὸ ἔργο αὐτὸ δύναται νὰ κριθεῖ ἀπὸ τὸ περιεχόμενό του καὶ μόνο.

Ἐφόσον οἱ ἀρχικοὶ συντελεστὲς δὲν θέλησαν ἢ δὲν δύνανται νὰ κατονομαστοῦν, δὲν ἔχει κανένα νόημα νὰ κατονομαστοῦν οἱ λιγότερο σημαντικοὶ συντελεστὲς τῆς παρούσας συνέχισης τοῦ ἔργου. Τοὺς εὐχαριστῶ ὅλους, ὅσους γνώρισα καὶ ὅσους «γνώρισα», εἶναι ὅλοι «μαζί μας» καὶ εἶναι ὅλοι «κοντά μας». Μαζὶ ἐπιτελέσαμε τὸ ἔργο. Μαζὶ παρουσιάζουμε αὐτὸ τὸ βιβλίο. Τὰ βιώματα δόθηκαν. Τὰ μηνύματα ἐλήφθησαν. Τὰ ὀκτὼ βιβλία γράφτηκαν. Τὸ ἔργο πλέον ἑνώθηκε, τὸ βιβλίο παρουσιάζεται, ὁ λόγος ἀναδύεται καθαρός. Ὁ Λόγος παρίσταται. Εὐχαριστοῦμε. Εὐχαριστῶ.

 

Ἀθήνα, Δεκέμβριος 2017

Εὐθύμιος Χαρ. Μικρόπουλος