Λόγος & Αντίλογοι

ΟΥΡΑΝΙΑ ΘΑΥΜΑΤΑ – ΚΡΥΜΜΕΝΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ
ΑΦΘΑΡΤΑ & ΑΔΙΑΒΛΗΤΑ – Το Ένατο Βιβλίο

A- A A+

1. ΓΕΝΙΚΑ

Είναι αναμενόμενο ότι κάθε έργο, ανάλογα με το περιεχόμενό του, μπορεί να ελκύσει σχόλια και αντιδράσεις. Οι αντιδράσεις προφανώς διαφέρουν σε περιεχόμενο, ύφος και ήθος ανάλογα με την πηγή που προέρχονται.

Το παρόν έργο που παρουσιάζεται πλέον σε δύο βιβλία, το ΑΦΘΑΡΤΑ & ΑΔΙΑΒΛΗΤΑ – Οκτώ Βιβλία Αλήθειας και το Ουράνια Θαύματα – Κρυμμένες Αλήθειες ΦΘΑΡΤΑ & ΑΔΙΑΒΛΗΤΑ – Το Ένατο Βιβλίο), έχει αρκετούς λόγους να προκαλέσει ποικίλες αντιδράσεις, περισσότερες από ό,τι το μέσο βιβλίο. Κάποιοι από αυτούς τους λόγους αποτελούν αφορμές κι άλλοι αιτίες – αιτίες εξωτερικές και αιτίες πιο εσωτερικές, συνειδητές καθώς και ασυνείδητες που εκλαμβάνονται ως συνειδητές.

Αναμφισβήτητα, βάσιμες ή αβάσιμες αφορμές και αιτίες για σκεπτικές αντιδράσεις –θετικές ως και αρνητικές– από όλους, είτε είναι ενταγμένοι σε κάποιους επιστημονικούς ή θρησκευτικούς κύκλους είτε όχι, δύναται να αποτελεί το ίδιο το γεγονός οποιασδήποτε αμφίδρομης επικοινωνίας με τον αόρατο κόσμο, ο ασυνήθιστος τρόπος γραφής όλων των κειμένων του βιβλίου (τηλεπαθητική υπαγόρευση), η αναφερόμενη πηγή των υπαγορεύσεων («Σύντροφοι») και η επιλογή της Σ.Σ. να μη δημοσιοποιηθεί το όνομά της. Επίσης, τα ίδια τα μυστικά του αόρατου κόσμου –άγνωστα σε όλους ή μυστικά για τους περισσότερους από εμάς–, η φύση κάποιων θεμάτων που διαχρονικά έχουν προκαλέσει τριβές, όπως οι πολλαπλές ενσαρκώσεις και, τέλος, η αποτόλμηση της παραμικρής έστω αμφισβήτησης δογματικών θέσεων εγκαθιδρυμένων για πολλούς αιώνες, είναι περαιτέρω πηγές ποικιλόμορφης αντίδρασης.

Προσωπικά, θεωρώ πιο ψυχωφελές να εστιάσουμε την προσοχή μας στο τι γράφεται στο έργο παρά στο πώς και από ποιον γράφεται – αυτά είναι θέματα για επιστημονική έρευνα.

Μέσα από τη δική μου πορεία, τη δική μου προσπάθεια κατανόησης όσων γράφονται –προκειμένου τελικά να έχω τη μέγιστη δυνατή προσέγγιση της αλήθειας και την κατά το δυνατό απόσταση από τα αντίθετά της–, θα μοιραστώ παρακάτω με τον αναγνώστη την προσέγγισή μου στο έργο αυτό και την εκ μέρους μου κατανόηση του περιεχομένου του.

Οφείλω, πάντως, να τονίσω πως θεωρώ ότι τόσο το βιβλίο αυτό όσο και όλο το έργο ΑΦΘΑΡΤΑ & ΑΔΙΑΒΛΗΤΑ χρειάζονται μελέτη, όχι απλή ανάγνωση.

2. ΤΗΛΕΠΑΘΗΤΙΚΗ ΥΠΑΓΟΡΕΥΣΗ – ΕΝΟΡΑΤΙΚΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Αποτελεί γεγονός ότι η επιστήμη εδώ και δεκαετίες έχει ασχοληθεί και συνεχίζει να ασχολείται ανά τον κόσμο, μέσα από αναρίθμητα πειράματα, με φαινόμενα που πολλοί, αδαείς και μη, άστοχα (κατά τη γνώμη μου) χαρακτηρίζουν ως «παραψυχολογικά». Εντυπωσιακά είναι τα από πολλών δεκαετιών πειράματα που αναφέρονται στο βιβλίο των Henry Gris και William Dick,7 μεταξύ αναρίθμητων άλλων βιβλίων και εκδόσεων. Παρακινούμενη η διάνοιά μας στη μελέτη αυτών των φαινομένων, συνειδητοποιεί αφενός ότι η «λογική» δεν είναι πάντα η αλήθεια και, αφετέρου, ότι τα παρά τη «λογική» δεν ισοδυναμούν πάντα με απομάκρυνση από την αλήθεια.

Σε παραπλήσια συμπεράσματα οδηγήθηκε μεταξύ πολλών άλλων και ο διακεκριμένος και πολυγραφότατος καθηγητής Ψυχιατρικής Brian Weiss, στις Η.Π.Α., ο οποίος –όπως κι εγώ παλαιότερα– ούτε έλαβε εκπαίδευση σε τέτοια θέματα κατά τις σπουδές του στα ανώτατα πανεπιστημιακά ιδρύματα ιατρικής που φοίτησε, αλλά ούτε και είχε ουσιαστική γνώση τέτοιων θεμάτων. Ο Dr. Weiss έφτασε στα συμπεράσματά του μέσω συνεδριών θεραπευτικής ύπνωσης,8 μεθόδου που είναι ευρέως γνωστή στον ιατρικό χώρο εδώ και χρόνια.

Τονίζω, ωστόσο, ότι η περίπτωση της Σ.Σ. είναι σαφώς διαφορετική από περιπτώσεις ύπνωσης και, από άποψη της νευροψυχιατρικής επιστήμης που με αφορά, ακόμα πιο ενδιαφέρουσα. Επειδή είναι σημαντικό για κάθε θέμα να αξιολογείται αυστηρά ατομικά και να αποφεύγονται αόριστες αναφορές, ιδίως για θέματα λεπτά, θα αναφερθώ σε μελλοντικό μου έργο εκτενέστερα στην επιστημονική γνώση γύρω από τις δυνατότητες του νου και του εγκεφάλου και, επίσης, πιο συγκεκριμένα, γύρω από τις τηλεπαθητικές εγγραφές της Σ.Σ.

Πάντως, ανεξάρτητα των όποιων επιστημονικών πειραμάτων και θεωριών και πρακτικών, πληροφορούμαστε από τον Πάνο Λιγομενίδη, διακεκριμένο επιστήμονα με ακαδημαϊκή πορεία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ότι:

«Η διαφυγή […] από τους περιορισμούς της γνώσης […] μπορεί να επιτευχθεί με βαθύ διαλογισμό, ή με τον στοχασμό της υπερβατικής επικοινωνίας με την “αλήθεια”, ή με την έμπνευση, ή και με τη διαίσθηση, διεργασίες που συνήθως προηγούνται μιας επιστημονικής ανακάλυψης, όπως έχει δείξει η ιστορία της επιστημονικής έρευνας».9

«[…] οι ίδιοι οι ερευνητές μπορεί κάποτε να καταφεύγουν σε τέτοιες (μυστικιστική ενόραση) ή παρόμοιες υπερβατικές καταστάσεις για διαφωτισμό και έμπνευση. Είναι γνωστό ότι οι μεγάλοι επιστήμονες της φυσικής, Einstein, Pauli, Schrödinger, Heisenberg και άλλοι, υιοθέτησαν τον μυστικισμό».10

«[…] οφείλουμε να αναδείξουμε τη σύγκλιση της ενορατικής πνευματικότητας και της αισθητικής, της θρησκευτικότητας, των γραμμάτων και των τεχνών με τον ορθολογισμό της επιστήμης».11

3. «ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ»

Είναι απολύτως κατανοητό ότι κάθε αναγνώστης του έργου αυτού θα αναρωτηθεί για τις φωτεινές άυλες πνευματικές οντότητες που αυτοαποκαλούνται «Σύντροφοι», και οι οποίοι αναφέρονται ως πηγή των υπαγορεύσεων που αποτελούν το περιεχόμενο αυτού του βιβλίου και του μεγαλύτερου μέρους του όλου έργου «ΑΦΘΑΡΤΑ & ΑΔΙΑΒΛΗΤΑ». Διερωτώμενος κι εγώ, έκανα τις ακόλουθες σκέψεις. Καταρχάς, δεν αποδεχόμαστε ως Χριστιανοί –επιστήμονες και μη– την ύπαρξη Αγίων και Αγγέλων; Πέραν της γνώσης της ύπαρξής τους, δεν αποδεχόμαστε τον ενεργό ρόλο που έχουν Άγιοι και Άγγελοι στην καθημερινότητά μας, όταν επικαλούμαστε τη βοήθειά τους αλλά και γενικότερα για τη «συντήρησή» μας – καθώς και ότι ο ενεργός τους ρόλος είναι πλήρως υποταγμένος στη Βούληση του Θεού;

Ὅτι τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ ἐντελεῖται περὶ σοῦ τοῦ διαφυλάξαι σε ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς σου· ἐπὶ χειρῶν ἀροῦσί σε, μήποτε προσκόψῃς πρὸς λίθον τὸν πόδα σου.12

Ὁρᾶτε μὴ καταφρονήσητε ἑνὸς τῶν μικρῶν τούτων· λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι οἱ ἄγγελοι αὐτῶν ἐν οὐρανοῖς διὰ παντὸς βλέπουσι τὸ πρόσωπον τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς.13

Εξάλλου, στο πλαίσιο της ενεργού συμμετοχής στη ζωή των ανθρώπων δεν συγκαταλέγεται αυτό που πρωταρχικά υποδηλώνει ο ίδιος ο χαρακτηρισμός τους, δηλαδή φορείς αγγελίας, χαρμόσυνου μηνύματος; Είναι, βέβαια, ιστορικά σαφές ότι ο ρόλος αυτός –αν και τόσο βασικός ώστε εξ αυτού να πηγάζει ο χαρακτηρισμός της ιδιότητάς τους– δεν είναι συχνός και διαχρονικά προκαλεί δέος αλλά και ερωτήματα, αμφιβολίες ή και φόβο.14 Ωστόσο, για τον Χριστιανό, η ιστορική τους παρουσία και συμμετοχή στο γίγνεσθαι είναι πλήρως αποδεκτή, τόσο κατά την εποχή της Παλαιάς όσο και της Καινής Διαθήκης:

Οἵτινες ἐλάβετε τὸν νόμον εἰς διαταγὰς ἀγγέλων, καὶ οὐκ ἐφυλάξατε.15

Εἰ γὰρ ὁ δι’ ἀγγέλων λαληθεὶς λόγος ἐγένετο βέβαιος […].16

Καὶ ἐσήμανεν ἀποστείλας διὰ τοῦ ἀγγέλου αὐτοῦ τῷ δούλῳ αὐτοῦ Ἰωάννῃ.17

Έγὼ Ἰησοῦς ἔπεμψα τὸν ἄγγελόν μου μαρτυρῆσαι ὑμῖν ταῦτα ἐπὶ ταῖς ἐκκλησίαις.18

4. ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

Τόσο σε θρησκευτικούς κύκλους όσο και σε κύκλους των «λογικών» που δεν πιστεύουν, κυριαρχεί μια βασικά ανεδαφική αλλά πάντως «λογική» θεώρηση που, όπως και τόσες άλλες, απέκτησε χροιά δόγματος με τους αιώνες: ότι το λογικό είναι οι αξιόπιστες θεολογικές αλήθειες και θρησκευτικές πραγματικότητες να δίνονται από τον Θεό μόνο στους κόλπους των κληρικών και μοναχών, όχι των λαϊκών.

Έτσι, αν ένας λαϊκός –προφανώς μη αναμάρτητος, όπως και όλοι επί της Γης, ακόμα και οι Άγιοι– αποκτήσει αυτό το χάρισμα, ως αποτέλεσμα του «άγιου βίου» τον οποίο όλοι οι Χριστιανοί προτρέπονται να επιζητούν (εξάλλου τα Ευαγγέλια και οι Επιστολές των Αποστόλων απευθύνονται σε όλους, ανεξαιρέτως), αυτό αμέσως αποδίδεται σε ακάθαρτο δαιμόνιο.

Η ευκολία της απόδοσης ενός χαρίσματος σε ακάθαρτο δαιμόνιο αντί για τον Τριαδικό Θεό-Άγιο Πνεύμα δεν είναι, ωστόσο, νέα επινόηση από πλευράς είτε λαϊκών είτε κλήρου. Το ίδιο επιχείρημα εξαπέλυσε το ιερατείο και ο όχλος εναντίον του Ίδιου του Τριαδικού Θεού-Χριστού μας όταν ως Θεός αποφάσισε να συμπληρώσει ή και σαφώς να τροποποιήσει τον Νόμο-Λόγο του Τριαδικού Θεού-Πατέρα, που τους είχε εμπιστευθεί να διαφυλάξουν.

Ἀπεκρίθη ὁ ὄχλος καὶ εἶπε· δαιμόνιον ἔχεις.19

Οὐ καλῶς λέγομεν ἡμεῖς ὅτι Σαμαρίτης εἶ σὺ καὶ δαιμόνιον ἔχεις; Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· ἐγὼ δαιμόνιον οὐκ ἔχω.20

Οι Ιουδαίοι, επιχειρώντας καλοπροαίρετα ή κακοπροαίρετα –όπως και οι σύγχρονοι αντίστοιχοί τους– να υπερασπιστούν αφενός την όντως από αιώνων Ιερή Παράδοσή τους και αφετέρου την απλοϊκή λογική τους:

Εἶπον οὖν αὐτῷ οἱ Ἰουδαῖοι· νῦν ἐγνώκαμεν ὅτι δαιμόνιον ἔχεις.21

Ἔλεγον δὲ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν· δαιμόνιον ἔχει καὶ μαίνεται· τί αὐτοῦ ἀκούετε;22

Αλλά την ίδια κατηγορία εξαπέλυσαν και εναντίον του ισαγγέλου Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή:

Ἦλθε γὰρ Ἰωάννης μήτε ἐσθίων μήτε πίνων, καὶ λέγουσι· δαιμόνιον ἔχει.23

Ακόμα και πριν την εποχή που ενσαρκώθηκε ο Χριστός στη Γη, την ίδια «καλοπροαίρετη» συνήθεια να «διαφυλάξουν την Ιερή Παράδοση» είχαν και οι προκάτοχοί τους.

Ὑμεῖς ἀεὶ τῷ Πνεύματι τῷ Ἁγίῳ ἀντιπίπτετε, ὡς οἱ πατέρες ὑμῶν καὶ ὑμεῖς. Τίνα τῶν προφητῶν οὐκ ἐδίωξαν οἱ πατέρες ὑμῶν;24

Μάταια η διαβεβαίωση του Κυρίου ότι:

Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι, ἀλλὰ πληρῶσαι.25

Με προβληματίζει το περιεχόμενο και το ύφος τοποθέτησης κάποιων φανατισμένων θρησκόληπτων εκπροσώπων του Σώματος της Εκκλησίας μας, οι οποίοι προφανώς παραβλέπουν ότι η Χριστιανική θρησκεία μας, ως συμπλήρωση και τροποποίηση του Νόμου του Θεού, δεν δόθηκε από τον ίδιο τον Χριστό στους προϋπάρχοντες βαθυγνώστες του Νόμου της Παλαιάς Διαθήκης, αυτούς που με φαρισαϊκή επιμονή και υποκρισία έφτασαν και τότε –με την πάροδο των αιώνων από τότε που τους παραδόθηκε από τον Τριαδικό Θεό-Πατέρα ο Μωσαϊκός Νόμος– να εμποδίζουν τον λαό να γνωρίσει την αληθινή «βασιλεία των Ουρανών». Μήπως η ιστορία επαναλαμβάνεται;

Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι κλείετε τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων· ὑμεῖς γὰρ οὐκ εἰσέρχεσθε, οὐδὲ τοὺς εἰσερχομένους ἀφίετε εἰσελθεῖν.26

Ο ίδιος ο Χριστός είναι Αυτός που επέλεξε με δικά Του κριτήρια σε ποιους θα δώσει συμπληρωματικά στοιχεία περί του Τριαδικού Θεού και του γίγνεσθαι. Η Χριστιανική μας θρησκεία αρχικά δόθηκε και στη συνέχεια εξαπλώθηκε από απλούς και αγνούς στην καρδιά ψαράδες – πάντως λαϊκούς! Επίσης, βλέπουμε ότι από τότε κιόλας καλά κρατεί να «μισεῖ ὑμᾶς ὁ κόσμος»:

Οὐχ ὑμεῖς με ἐξελέξασθε, ἀλλ’ ἐγὼ ἐξελεξάμην ὑμᾶς […].27

Ἀλλ’ ἐγὼ ἐξελεξάμην ὑμᾶς ἐκ τοῦ κόσμου, διὰ τοῦτο μισεῖ ὑμᾶς ὁ κόσμος.28

Αναρωτιέμαι πόσο δύσκολο είναι –ιδίως για όποιον θεωρεί τον εαυτό του πιστό Χριστιανό– να κατανοήσει το εξής απλό: Ότι ο Τριαδικός Θεός αποφασίζει για τα πάντα – χωρίς, ωστόσο, να παραβιάζει την ελεύθερη βούλησή μας! Ότι, όπως ο Χριστός ήταν Αυτός που επέλεξε τους Μαθητές Του, έτσι το Άγιο Πνεύμα είναι Αυτό που αποφασίζει με δικά Του κριτήρια πότε θα πνεύσει, σε ποιον θα «πάει», ποια θεία χαρίσματα θα διαμοιράσει και σε ποιον βαθμό – και ότι αυτό αφορά όλο το Σώμα της Εκκλησίας, λαό και κλήρο, αλλά και όλη την ανθρωπότητα, όλη τη Γη και όλο το Σύμπαν, «ορατό» και «αόρατο».

Τὸ πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ, καὶ τὴν φωνὴν αὐτοῦ ἀκούεις.29

Συνεπιμαρτυροῦντος τοῦ Θεοῦ σημείοις τε καὶ τέρασι καὶ ποικίλαις δυνάμεσι καὶ Πνεύματος Ἁγίου μερισμοῖς κατὰ τὴν αὐτοῦ θέλησιν.30

Διαιρέσεις δὲ χαρισμάτων εἰσί, τὸ δὲ αὐτὸ Πνεῦμα· καὶ διαιρέσεις διακονιῶν εἰσι, καὶ ὁ αὐτὸς Κύριος· καὶ διαιρέσεις ἐνεργημάτων εἰσίν, ὁ δὲ αὐτὸς ἐστι Θεός, ὁ ἐνεργῶν τὰ πάντα ἐν πᾶσιν. Ἑκάστῳ δὲ δίδοται ἡ φανέρωσις τοῦ Πνεύματος πρὸς τὸ συμφέρον. ᾯ μὲν γὰρ διὰ τοῦ Πνεύματος δίδοται λόγος σοφίας, ἄλλῳ δὲ λόγος γνώσεως κατὰ τὸ αὐτὸ Πνεῦμα, ἑτέρῳ δὲ πίστις ἐν τῷ αὐτῷ Πνεύματι, ἄλλῳ δὲ χαρίσματα ἰαμάτων ἐν τῷ αὐτῷ Πνεύματι, ἄλλῳ δὲ ἐνεργήματα δυνάμεων, ἄλλῳ δὲ προφητεία, ἄλλῳ δὲ διακρίσεις πνευμάτων, ἑτέρῳ δὲ γένη γλωσσῶν, ἄλλῳ δὲ ἑρμηνεία γλωσσῶν· πάντα δὲ ταῦτα ἐνεργεῖ τὸ ἓν καὶ τὸ αὐτὸ Πνεῦμα, διαιροῦν ἰδίᾳ ἑκάστῳ καθὼς βούλεται.31

Δεν θεωρώ ότι η κατανόηση των παραπάνω θα ήταν τόσο δύσκολη αν δεν υπεισερχόταν το αεί βασικό μας πρόβλημα-πάθος: ο εγωισμός. Αυτός ο εγωισμός που, ενώ στη θεωρία μπορεί να αποδώσει κάθε ενέργημα στη Σοφία και την Κρίση του Θεού, ωστόσο στην πράξη εμποδίζεται από τα παιδαριώδη: «Γιατί αυτός; Γιατί σε αυτόν; Και ποιος είναι αυτός που…;»

Ἀδελφοί, μὴ παιδία γίνεσθε ταῖς φρεσίν, ἀλλὰ τῇ κακίᾳ νηπιάζετε, ταῖς δὲ φρεσὶ τέλειοι γίνεσθε.32

Προφανώς θεωρείται από κάποιους ότι οι ευχές των Αποστόλων για «κοινωνία του Αγίου Πνεύματος», σε τόσες από τις Επιστολές της Καινής Διαθήκης, είναι είτε ευχολόγια «άπιαστα» –οπότε καθίστανται κενά ουσιαστικού περιεχομένου– είτε απευθύνονται προς κληρικούς και μοναχούς, δηλαδή «δεν προβλέπονται» για «πάντες υμάς». Ένα από τα πολλά παραδείγματα:

Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μετὰ πάντων ὑμῶν.33

Βρίσκω, ομολογουμένως, ενδιαφέρον ότι ο Απόστολος Παύλος απηύθυνε την παρακάτω σαφή προτροπή:

Διώκετε τὴν ἀγάπην, ζηλοῦτε δὲ τὰ πνευματικά, μᾶλλον δὲ ἵνα προφητεύητε.34

Δύνασθε γὰρ καθ’ ἕνα πάντες προφητεύειν, ἵνα πάντες μανθάνωσιν καὶ πάντες παρακαλῶνται.35

Μήπως να ολισθήσουμε στην παραδοχή ότι διέφευγε από τον Απόστολο Παύλο ότι, προφανώς, κοντά σε όλα τα πνευματικά χαρίσματα παραμονεύουν και τα ακάθαρτα δαιμόνια, αυτά που τόσο πλέον υπερτονίζουν οι περισσότεροι θρησκευτικοί παράγοντες, ξεχνώντας πως για κάθε δύναμη –άνθρωπο ή άλλη οντότητα– ισχύει ότι:36

Οὐκ εἶχες ἐξουσίαν οὐδεμίαν κατ’ ἐμοῦ, εἰ μὴ ἦν σοι δεδομένον ἄνωθεν.37

5. ΤΡΟΠΟΙ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ

Θα αναφέρω δύο μόνο –από αναρίθμητα– παραδείγματα προς εμπέδωση της πραγματικότητας ότι το Άγιο Πνεύμα όπως κρίνει πράττει κι ότι η εκδήλωση αυτή είναι ποικιλότροπη, ακόμα και ως προς τη διάδοση της Αλήθειας.

Η εικόνα της Παναγίας, μετά την εύρεση της οποίας, το 1823, οικοδομήθηκε ο ναός της Παναγίας της Τήνου, προήλθε από σχετικά οράματα της Αγίας Πελαγίας, που ήταν μοναχή. Διαφορετικός ήταν ο τρόπος που μας αποκαλύφθηκαν οι Άγιοι της Θερμής,38 στη Λέσβο, το 1959. Δεν ήταν μέσα από απλούς και αμόρφωτους ανθρώπους που επέλεξε η Θεία Βούληση, και τους οποίους φώτισε και καθοδήγησε «υπερφυσικά»; Ή μήπως να ψάξουμε για «επιστημονική επαλήθευση και ερμηνεία» του γεγονότος; Αν όχι και αλλού, τουλάχιστον στους θρησκευτικούς κύκλους είναι γνωστό ότι έχουν καταγραφεί πολλές περιπτώσεις θείων αποκαλύψεων σε λαϊκούς.

Ακόμα πιο ασυνήθιστη είναι η ιστορία της Παναγίας της Σκριπούς, στον Ορχομενό Βοιωτίας. Σε ποιους αποκαλύφτηκε υπερφυσικά η Παναγία και σώθηκε ο Ορχομενός: στον ορθόδοξο κλήρο και λαό ή στους μη ορθόδοξους «αιρετικούς» Γερμανούς στρατιώτες, δηλαδή σε ανθρώπους που είχαν ήδη σκοτώσει τόσους και τόσους και πλησίαζαν να σκοτώσουν κι άλλους; Ή μήπως θα μπορέσουν οι επιστήμονες να εξηγήσουν τόσο τον μηχανισμό της αιφνίδιας μαζικής ακινητοποίησης των τανκς όσο και του αιφνίδιου «παραληρήματος» χάρη στο οποίο έξαφνα αδερφώθηκαν Ναζί και ντόπιοι κάτοικοι της περιόδου εκείνης, και έκτοτε εόρταζαν μαζί ετησίως μέχρι τα γεράματά τους;

6. ΠΛΑΝΕΜΕΝΟΙ ΨΕΥΔΟΠΡΟΦΗΤΕΣ ΤΩΝ ΕΠΟΧΩΝ

Θα ήταν άκρως επιπόλαιο, ωστόσο, ιδίως στην εποχή μας, να παραβλέψουμε τις προειδοποιήσεις για εμφάνιση ψευδοπροφητών (με γνώσεις και ικανότητες πράγματι υπερφυσικής προέλευσης), η παρουσία των οποίων απαιτεί διάκριση για να αναγνωριστούν.

Οἱ γὰρ τοιοῦτοι ψευδαπόστολοι, ἐργάται δόλιοι, μετασχηματιζόμενοι εἰς ἀποστόλους Χριστοῦ. Καὶ οὐ θαυμαστόν· αὐτὸς γὰρ ὁ σατανᾶς μετασχηματίζεται εἰς ἄγγελον φωτός. Οὐ μέγα οὖν εἰ καὶ οἱ διάκονοι αὐτοῦ μετασχηματίζονται ὡς διάκονοι δικαιοσύνης.39

Είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι σήμερα κυκλοφορούν αναρίθμητα βιβλία και ιστοσελίδες του διαδικτύου, σε πολλές γλώσσες, που υποστηρίζουν ότι τα κείμενά τους προέρχονται από «γνήσιες φωτεινές πηγές του αόρατου κόσμου ή του φωτός ή και του ίδιου του Θεού». Οι θεολόγοι Πατέρες μας προειδοποιούν ότι για την αναγνώριση αυτών των ψευδοπροφητών απαιτείται ταπείνωση, γνώση και διάκριση. Επίσης, προς διευκόλυνσή μας, ενημερωνόμαστε στην Καινή Διαθήκη ότι:

Ἀγαπητοί, μὴ παντὶ πνεύματι πιστεύετε, ἀλλὰ δοκιμάζετε τὰ πνεύματα εἰ ἐκ τοῦ θεοῦ ἐστιν, ὅτι πολλοὶ ψευδοπροφῆται ἐξεληλύθασιν εἰς τὸν κόσμον. Ἐν τούτῳ γινώσκετε τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ· πᾶν πνεῦμα ὃ ὁμολογεῖ Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστιν· καὶ πᾶν πνεῦμα ὃ μὴ ὁμολογεῖ τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔστι· καὶ τοῦτό ἐστι τὸ τοῦ ἀντιχρίστου ὃ ἀκηκόατε ὅτι ἔρχεται, καὶ νῦν ἐν τῷ κόσμῳ ἐστὶν ἤδη.40

Οὐδεὶς δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν εἰ μὴ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ.41

Ἐν Αὐτῷ γὰρ ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμέν.42

«“Ἐν Αὐτῷ” αποκτούμε την αντίληψη της Θείας Ουσίας, “ἐν Αὐτῷ” αποκτούμε τη συνειδητότητα της Υπέρτατης Ουσίας […]».43 Ο καλοπροαίρετος ή μη εκπρόσωπος της όποιας θρησκείας ο οποίος διδάσκει στα αναρίθμητα βιβλία που κυκλοφορούν την αγάπη και την αλληλεγγύη και το φως και τα απόκρυφα ως μύστης των μυστικών του Θεού και του Σύμπαντος, θεωρώ ότι είναι πράγματι πλανεμένος εφόσον –ως Μύστης!– δεν έχει γνωρίσει ότι ο Θεός μας έχει έρθει στη Γη με συγκεκριμένο Όνομα: Ιησούς Χριστός. Το κεφάλαιο «Μυήσεις» του βιβλίου αυτού θεωρώ ότι είναι τόσο αποκαλυπτικό όσο και επεξηγηματικό περί αυτού.

Όμως, από εκεί και πέρα, ο σπερματικός λόγος του Θεού έχει δοθεί εδώ και αιώνες σε όλους τους ανθρώπους της Γης, –ακόμα και σε αυτούς που στον παρόντα χρόνο εντάσσονται σε άλλες θρησκείες ή ιδεολογίες– και είναι θέμα εξέλιξής τους στον χωροχρόνο το να επιλέξουν ή μη αν θα προσεγγίσουν περαιτέρω την Αλήθεια.

«Όχι πως οι διδαχές του Χριστού είναι αντίθετες από εκείνα που δίδαξε ο Πλάτωνας, αλλά ότι δεν είναι και καθ’ όλα όμοιες, όπως [και με] εκείνες που είπαν οι Στωικοί, και οι ποιητές και οι συγγραφείς. Διότι ο καθένας, βλέποντας τη συγγένεια που υπάρχει, από την άποψη του σπερματικού Λόγου [του άκτιστου, προαιώνιου, αείδιου και ομοούσιου Λόγου του Θεού], μίλησε σωστά».44

7. Σ.Σ.

Όπως είχε τονίσει και ο Εμμ. Παπαδογιάννης στους προλόγους κάποιων από τα οκτώ βιβλία, η Σ.Σ. είναι παντελώς ξύπνια κατά τη διάρκεια της τηλεπαθητικής λήψης των κειμένων, δεν τελεί υπό ύπνωση και δεν είναι υπό την επήρεια καμιάς ουσίας. Όπως η ίδια έγραψε στον πρόλογο του αρχικού βιβλίου του Κύκλου των Χαρίτων, το 2002:

«Θα πρέπει να σας διευκρινίσω ότι ουδέποτε λάμβανα αυτά τα υπαγορευόμενα τηλεπαθητικά μηνύματα ευρισκόμενη σε κατάσταση ύπνωσης ή σε κατάσταση κατάληψής μου από την παρουσία κάποιας πνευματικής οντότητας. Αντίθετα, το ιδιαίτερο στοιχείο στη λειτουργία αυτών των μηνυμάτων, που προείχε στη διαδικασία διεργασίας αυτών των πνευματικών εγγραφών, ήταν η απόλυτη νηφαλιότητα στις απαιτήσεις της εγρήγορσης για την επικέντρωση του νου, η τέλεια απομόνωση του νου από διάφορους εξωτερικούς ερεθισμούς του που θα παρεμπόδιζαν την απελευθέρωσή του και τον απόλυτο συντονισμό του με τον συμπαντικό παράγοντα, μέσα στην απόλυτη ουσία της συνειδητότητάς μου».

Πέραν της καθαυτής δυνατότητας οποιασδήποτε αμφίδρομης επικοινωνίας με τον αόρατο κόσμο, αναμφισβήτητη επίδραση στις αντιλήψεις μας περί του φαινομένου –είτε ως επιστήμονες είτε ως κοινωνία– προκαλούν η «προσωπικότητα» ή «ιδιότητα» του ατόμου που επικοινωνεί, δηλαδή τι τίτλος περιζώνει την κοινωνική μας αντίληψη επ’ αυτού του φαινομένου και περί αυτού του ατόμου.

Έχοντας πλέον γνωρίσει τη Σ.Σ., πιστοποιώ ότι δεν επιθυμεί αναγνώριση ή πλουτισμό κανενός τύπου (οικονομικό όφελος, εκκλησιαστική αναγνώριση, κοινωνική καταξίωση). Ούτε καν επιζητεί τις πληροφορίες που της δίνονται! Είναι απόφοιτος του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και δεν χρησιμοποιεί το χάρισμα που της δόθηκε στην ενήλικη ζωή της για βιοποριστικούς λόγους. Έχει δώσει και συνεχίζει να δίνει αναρίθμητους αληθινούς αγώνες ζωής σε πολλαπλά επίπεδα, και προσεύχεται με βαθιά πίστη στον Χριστό, στην Παναγία και στους Αγίους. Συμμετέχει ως Ορθόδοξη Χριστιανή στις λατρευτικές και άλλες εκδηλώσεις της κοινότητάς της. Δεν ανήκει σε καμία «παραθρησκευτική», «μυστικιστική» οργάνωση. Αν και σπουδαγμένη και μορφωμένη, ο προσωπικός της προφορικός και γραπτός λόγος δεν «ανα-λογεί» στην ακρίβεια της διατύπωσης των εννοιών των κειμένων – κειμένων εκατοντάδων σελίδων με εντυπωσιακή νοηματική συνάφεια (όχι απαραίτητα στυλιστική και λεξιλογική, καθότι και οι άνωθεν πηγές της, οι «Σύντροφοι», δεν έχουν ίδια και ενιαία «πνευματική ταυτότητα»). Μετά από κάθε υπαγόρευση, η ανάγνωση των κειμένων που η ίδια καταγράφει προκαλεί και στην ίδια το ίδιο πηγαίο δέος και γεμάτο έκπληξη ενδιαφέρον ως προς το περιεχόμενο, όπως και στον κάθε ενδιαφερόμενο αναγνώστη τους. Για τη Σ.Σ., όπως τη γνωρίζω σταδιακά, θα γράψω πιο πολλά στο μέλλον. Για την ώρα, σέβομαι την επιθυμία της να παραμείνει ανώνυμη.

Οὐχ ὁ Θεὸς ἐξελέξατο τοὺς πτωχοὺς τοῦ κόσμου πλουσίους ἐν πίστει καὶ κληρονόμους τῆς βασιλείας ἧς ἐπηγγείλατο τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν;45

Κύριε, τί ἐπληθύνθησαν οἱ θλίβοντές με; πολλοὶ ἐπανίστανται ἐπ᾿ ἐμέ.46

8. ΕΝΣΑΡΚΩΣΕΙΣ

Αποτελεί θέμα θρησκευτικής διαμάχης η πορεία της ψυχής μετά θάνατον. Θεωρώ ότι αξίζει ο κάθε ενδιαφερόμενος να ενδιαφερθεί και να μελετήσει όλες τις απόψεις που έχουν διατυπωθεί – αν μη τι άλλο, αφορούν τη μελλοντική πορεία του καθένα μας. Άραγε, ποιον άνθρωπο δεν αφορά το μέλλον του, για το οποίο όλοι πάντως συμφωνούν ότι σχετίζεται με το παρόν του –κατά το «όπως στρώνεις, κοιμάσαι!»– είτε αφορά αυτήν τη ζωή είτε ως προς την άλλη.

Ένα πρώτο στοιχείο που αποκόμισα από την έρευνα αυτή είναι ότι πρόκειται για θέματα που απασχόλησαν έντονα την Εκκλησία για περίπου έξι αιώνες, όχι απλώς σε επίπεδο απόψεων του λαού, αλλά στο πλαίσιο σφοδρής διαμάχης μεταξύ σημαντικών εκκλησιαστικών παραγόντων. Ο Ωριγένης, ένας από τους σημαντικότερους Εκκλησιαστικούς Πατέρες με κολοσσιαίο αναγνωρισμένο έργο, είναι ο πιο γνωστός αλλά όχι ο μόνος που διατύπωσε σε πολλά θέματα διαφορετικές απόψεις από αυτές που τελικά επικράτησαν εκείνη τη χρονική περίοδο. Τις απόψεις αυτές αποδέχτηκαν χιλιάδες Χριστιανοί για μερικές εκατοντάδες χρόνια. Δεν θεωρώ, λοιπόν, πρέπον να καταφρονείται ή να καταπνίγεται η άποψη τέτοιων φωτισμένων ανθρώπων, ακόμα κι αν κάποια διατύπωσή τους είναι εν μέρει εσφαλμένη ή δεν βρίσκει σύμφωνο το κρατούν δόγμα της Εκκλησίας.

Ένα δεύτερο στοιχείο που αποκόμισα είναι η ανομοιογένεια μεταξύ των διατυπώσεων όλων των θεωριών που έχουν εκφραστεί. Η ανομοιογένεια μεταξύ των διατυπώσεων οφείλεται σε κάποιον βαθμό στο γεγονός ότι οι έννοιες «μετεμψύχωση», «μετενσάρκωση» και «μετενσωμάτωση» δεν είναι ταυτόσημες παρά την κατά καιρούς και κατά τόπους χρήση τους ως εναλλακτικών. Το θέμα περιπλέκεται ακόμα περισσότερο από την πραγματικότητα ότι αν και οι όροι «ψυχή», «σάρκα», «σώμα» προφανώς διαφέρουν, έχουν όμως πολλές παραπλήσιες σημασίες που ενίοτε διεισδύουν η μία στην άλλη. Βρήκα ότι η ανομοιογένεια αυτή αφορά θεωρίες και επιχειρήματα όλων των πλευρών και ότι συμπεριλαμβάνει διατυπώσεις από σύγχρονους διανοητές και θεολόγους, Πατέρες της Εκκλησίας μας, αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους και εκπροσώπους-εκφραστές-υποστηρικτές αναρίθμητων θρησκειών, δογμάτων και θεωρήσεων ανά τον κόσμο και ανά τους αιώνες.

Ένα τρίτο στοιχείο που συμπέρανα είναι ότι παρά το γεγονός ότι έχουν διασωθεί κάποιες πηγές όπου διατυπώνεται η όποια άποψη, είτε πρόκειται για χωρία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης είτε για συγγράμματα του Ωριγένη, του Πλάτωνα, του Αγίου Βασιλείου, του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης ή άλλων, ωστόσο οι αυθεντικές πηγές είναι λίγες, σύντομες και ασαφείς και δεν επιτρέπουν την εκτενή ανάλυση και επεξήγηση κάθε θεώρησης. Ως αποτέλεσμα, τελικά, βλέπουμε ότι στο θέμα της μετενσάρκωσης –όπως και σε τόσα άλλα–, τόσο οι υπέρμαχοι όσο και οι αρνητές της θεωρίας αυτής αναγκάζονται να χρησιμοποιούν ακόμα και τις ίδιες πηγές για να υποστηρίξουν την όποια άποψή τους. Ο Ωριγένης έγραψε χιλιάδες συγγράμματα από τα οποία διασώζονται ελάχιστα και είναι ενδιαφέρον ότι εντός αυτών υπάρχουν ακόμα και από τον ίδιο υποψίες για νόθευση κάποιων απόψεών του.

Στο έργο αυτό, οι σχετιζόμενες με το θέμα των ενσαρκώσεων πληροφορίες που αποκαλύπτονται αναδεικνύουν σαφείς και ουσιώδεις διαφορές από τις περισσότερες ανά τους αιώνες διατυπωμένες θεωρίες, παρά την όποια κοινή τους βάση. Η πρόθεση «μετά» δεν χρησιμοποιείται καν πριν τον όρο «ενσάρκωση», προφανώς λόγω της ασάφειας και παρανόησης της πραγματικότητας που επιφέρει. Καταρχάς, επεξηγείται ο λόγος και ο τρόπος των εκάστοτε κύκλων ενσάρκωσής μας στη Γη για το χτίσιμο της ατομικής μας εμπειρίας. Εξηγείται, επίσης, γιατί καθίσταται σταδιακά απαραίτητη η γνώση του λόγου και του σκοπού των ενσαρκώσεών μας, όταν πλέον ωριμάζουμε πνευματικά στους αιώνες του χρόνου. Τον φόβο που προβάλλουν κάποιοι ότι, αν οι άνθρωποι γνωρίζουν ότι θα έχουν ευκαιρίες πολλαπλών ενσαρκώσεων για την πνευματική τους βελτίωση, τότε δεν θα αγωνίζονται γι’ αυτήν στο παρόν, τον διαφωτίζει πλέον η γνώση ότι αφενός δεν είναι γνωστό ή δεδομένο ούτε ότι θα υπάρξει άλλος κύκλος ούτε «πού» στο άπειρο Σύμπαν θα είναι, και αφετέρου ότι κάθε ενέργειά μας μάς ακολουθεί στον χωροχρόνο, έτσι ώστε «για ό,τι έδωσες, θα λάβεις τα όμοια» χωρίς να τίθεται θέμα παραγραφής των πράξεών μας. Η άνωθεν συγχώρεση –απαραίτητη σε όλους μας– διαφοροποιείται με σαφήνεια και με νόημα από τη «βολική» παραγραφή. Τέλος, επιβεβαιώνεται ότι και οι κύκλοι ενσαρκώσεων πρόκειται να λήξουν κατά την προαναγγελθείσα –και σε όλους τους χριστιανικούς κύκλους αποδεκτή– Δευτέρα Παρουσία και Κρίση, που ως γνωστό είναι σε όλους άγνωστο πότε θα συμβεί. Οι δυνητικές ευκαιρίες πολλαπλών ενσαρκώσεων εξηγούνται στο πλαίσιο της γενικότερης κατανόησης των ορίων της Θείας Πρόνοιας και Ευσπλαχνίας, καθώς και της ελευθερίας της επιλογής. Η κάθε ανθρώπινη οντότητα δύναται πλέον να γνωρίσει ότι στο τώρα κάθε ενσάρκωσής της, «πληρώνει ή απολαμβάνει τα δοκούντα από την αεί ελεύθερη επιλογή της», αλλά επίσης και ότι «η απόλυτη ελευθερία πρέπει να ποιοτικοποιεί και να εκπληρώνει τον λόγο των πολλαπλών ενσαρκώσεων και όχι να τον δυσκολεύει με τις αδιάκριτες επιλογές».47

Οι δυνητικά πολλαπλές ενσαρκώσεις είναι μια πραγματικότητα. Με το άπλετο φως που παρέχεται πλέον στο θέμα αυτό, θεωρώ ότι δύναται τόσο οι καλοπροαίρετοι «συντηρητικοί κύκλοι» να καθησυχαστούν όσο και οι «προοδευτικοί» να οριοθετηθούν.

9. ΔΑΙΜΟΝΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΜΟΝΕΣ (ΔΟΓΜΑΤΙΚΕΣ)

Έχοντας αναφερθεί ακροθιγώς στις αφορμές για αντιδράσεις από κάποιους επιστημονικούς και θρησκευτικούς κύκλους, θα ήθελα τώρα να αναφερθώ στις πιο εσωτερικές αιτίες για αυτές τις αντιδράσεις. Μια αιτία είναι ότι το έργο αυτό αναφέρεται σε αλήθειες, και μάλιστα πολλές. Η αναφορά και υπερίσχυση της όποιας αλήθειας δεν έχει φανεί ιστορικά να γίνεται χωρίς κόπο και αντίδραση. Η αλήθεια –για μην αναφερθούμε καν στην Αλήθεια– έχει να προσκρούσει σε πολλά στρώματα που συχνότερα –για να μην πει κανείς, πάντοτε– συνυπάρχουν αλληλένδετα: στην άγνοια, στη λήθη, στα συμφέροντα του κατεστημένου, στις ιδεοληψίες, στον εγωισμό, στην πλάνη, στην αδιαφορία. Όταν τα παραπάνω αφορούν ανθρώπους που υποβιβάζουν τον εαυτό τους σε συμπεριφορά όχλου ή μαζική συμπεριφορά, το πρόβλημα εντείνεται. Είναι, βέβαια, ορθό να αναλογιστούμε ότι τα παραπάνω πάθη και παθήματα είναι υπο-βοηθούμενα:

Ὅτι οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ πάλη πρὸς αἷμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ πρὸς τὰς ἀρχάς, πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρὸς τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις.48

Όμως σε ποιον βαθμό δικαιούμαστε να δικαιολογηθούμε ως άνω όταν το παραπάνω χωρίο συνεχίζει ως εξής:

Διὰ τοῦτο ἀναλάβετε τὴν πανοπλίαν τοῦ Θεοῦ, ἵνα δυνηθῆτε ἀντιστῆναι ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ πονηρᾷ καὶ ἅπαντα κατεργασάμενοι στῆναι. Στῆτε οὖν περιζωσάμενοι τὴν ὀσφὺν ὑμῶν ἐν ἀληθείᾳ, καὶ ἐνδυσάμενοι τὸν θώρακα τῆς δικαιοσύνης, καὶ ὑποδησάμενοι τοὺς πόδας ἐν ἑτοιμασίᾳ τοῦ εὐαγγελίου τῆς εἰρήνης, ἐπὶ πᾶσιν ἀναλαβόντες τὸν θυρεὸν τῆς πίστεως, ἐν ᾧ δυνήσεσθε πάντα τὰ βέλη τοῦ πονηροῦ τὰ πεπυρωμένα σβέσαι.49

Μια δεύτερη αιτία για αντιδράσεις, που σχετίζεται αναπόσπαστα με την πρώτη, είναι ότι διαφωτίζει έννοιες και θέματα που ιστορικά έχουν περιφρουρηθεί από θρησκευτικούς και επιστημονικούς και κοινωνικούς παράγοντες ως δόγματα. Στην περίπτωση των δογμάτων, αφενός τα στρώματα στα οποία αναφέρθηκα πιο πάνω, δηλαδή τα τείχη των νοητικών φρουρίων, είναι παχύτερα. Αφετέρου, φρουρούνται ενεργά από δυνάμεις εντεταλμένες σε αυτό τον σκοπό. Δυνάμεις επί της Γης που μάχονται για τα «γήινα».

Όπως μου επισήμανε πολύ περιεκτικά ένας γνωστός μου, «τα δόγματα έχουν δύο όψεις: 1) τη δομή μιας βάσης που στηρίζεται μια ιδέα, 2) την αποδοχή μιας ιδιοτέλειας σε κανόνες που δημιούργησαν [και συντηρούν] κάποιοι για να εξυπηρετήσουν εξουσιαστικά συμφέροντα».

10. ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΠΡΟΟΔΟΥ

Ας δούμε τι απαιτείται να διαθέτει κάποιος ώστε να επιτύχει την αποδοχή μιας αλήθειας –και κατ’ επέκταση ενός νέου δόγματος– που είναι διαφορετική ή έστω συμπληρωματική από αυτήν που πίστευε ή γνώριζε ως κάποια στιγμή της ζωής του. Θεωρώ ότι είναι ίδιες οι προϋποθέσεις και για να επιτύχει κανείς να απορρίψει μια εσφαλμένη άποψή του.

Το πρώτο που χρειάζεται είναι η καλή προαίρεση. Ας μη συγχέεται η δυσπιστία με την προαίρεση. Ο άνθρωπος με κακή προαίρεση δεν θέλει να πειστεί. Αντίθετα, ο καλοπροαίρετος δύσπιστος είναι σε νοητική εγρήγορση και προβάλλει ο ίδιος λογικά και βάσιμα επιχειρήματα υπέρ και κατά μιας θέσης, τόσο στον εαυτό του όσο και σε συζητήσεις με άλλους. Με στοιχειώδη δε πίστη, τα θέτει και στον Θεό ζητώντας κάπως, κάποτε να φωτιστεί ο δρόμος του.

Το δεύτερο είναι η διαθεσιμότητα στην έρευνα, στην έρευνα κατά το Ἐρευνᾶτε τὰς γραφὰς (Κατά Ιωάννην 5:39). Ο αδιάφορος για τέτοια θέματα, ο οκνηρός και ο «βολεμένος» στην έρευνα και στα γραπτά άλλων (ακόμα κι όταν οι «άλλοι» είναι οι καθ’ όλα Άγιοι Πατέρες μας) δεν δύναται να προχωρήσει στη μελέτη ενός δόγματος. Ο επαναπαυμένος στην Ιερή Παράδοση των Αγίων Πατέρων της Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν νιώθει την ανάγκη να διαθέσει τον εαυτό του στην έρευνα. Επαναπαύεται στην αναμφισβήτητη αγιότητα των Πατέρων, επαναπαύεται στο βάθος των αιώνων αποδοχής της Ιερής Παράδοσης και ασχολείται με την ανακύκλωση ή επικαιροποίηση της καθημερινότητάς του. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν διαθέτουν με ειλικρίνεια και αυταπάρνηση τον εαυτό τους στην έρευνα και ως εκ τούτου καθίστανται σταδιακά ανίκανοι να μάθουν. Οπότε τα δόγματα είναι το φρούριό τους. Το δόγμα είναι απολύτως απαραίτητο για μια νηπιακή πνευματικότητα. Χωρίς δόγματα, οι κοινωνίες θα κατέρρεαν.

Το τρίτο στοιχείο που χρειάζεται είναι η τόλμη. Δεν θα αναφερθώ εδώ εκτενώς περί φόβου και περί τόλμης διότι είναι βασικό θέμα ανάπτυξης του παρόντος βιβλίου σε πολλά σημεία, όχι μόνο στο κεφάλαιο «Επίπεδα Φόβου & Τόλμης».

Ὅσοι γὰρ Πνεύματι Θεοῦ ἄγονται, οὗτοί εἰσιν υἱοὶ Θεοῦ. Οὐ γὰρ ἐλάβετε πνεῦμα δουλείας πάλιν εἰς φόβον, ἀλλ’ ἐλάβετε πνεῦμα υἱοθεσίας, ἐν ᾧ κράζομεν· ἀββᾶ ὁ πατήρ.50

Η παραποιημένη εικόνα του τιμωρού και εκδικητικού Θεού, που και μόνο να τολμήσεις να αναρωτηθείς ή σκεφτείς ή να μιλήσεις για τα απαγορευμένα θέματα του δόγματος θα σε τιμωρήσει, θα ήταν θεωρητικά μια σαφής δικαιολογία για τέτοιον φόβο, αν ίσχυε… Βέβαια, δυστυχώς, είναι διαχρονικά βιωμένη και διαπιστωμένη η ανθρώπινη πραγματικότητα: ότι κάποιοι εκπρόσωποι όχι του Θεού αλλά της Εκκλησίας μπορεί να σφετεριστούν την εξουσία που τους έχει δοθεί και να εκδηλωθούν ακόμα και τιμωρητικά προς τους «ανήσυχους» πιστούς του ποιμνίου τους, κατά την ίσως καλοπροαίρετη αλλά πάντως εσφαλμένη προσωπική εντύπωση που έχουν περί του Θεού. Παρόμοια εντύπωση έχουν, δυστυχώς, εκατομμύρια ακόλουθοι κάθε θρησκείας.

Τελικά ο Χριστιανός καλείται από τον Χριστό να τολμήσει να απαρνηθεί τον ίδιο του τον εαυτό –τις αντιλήψεις που έχει διαμορφώσει και τον έχουν διαμορφώσει μέσα στον κόσμο– και να Τον ακολουθήσει, ώστε κάποτε, τελικά, να βρει την ελευθερία που θα τον απελευθερώσει από τα δεσμά που γνωρίζει και αυτά που αγνοεί:

Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι.51

Γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς.52

Συγχρόνως, υπό το λογικοφανές πρόσχημα και περίβλημα της προστασίας του από τα δαιμόνια, την αίρεση, την αποκοπή από το Σώμα της Εκκλησίας και, τελικά, την ίδια την αιώνια Κόλαση, ο πιστός εγκαλείται από κάποιους εκπροσώπους της Εκκλησίας αν αποτολμήσει να αναρωτηθεί πηγαία και ουσιαστικά α) για το περιεχόμενο των Γραφών, β) για τις ερμηνείες των πράγματι θεοφώτιστων Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας, γ) για τις ερμηνείες επί των Γραφών και των κειμένων των Αγίων Πατέρων από τους θεωρούμενους θεολόγους όλων των εποχών, δ) για τους όρους, δηλαδή τις αποφάσεις που προέκυψαν στις Οικουμενικές Συνόδους, αλλά και για τις συνθήκες που οδήγησαν σε αυτές και καθοδήγησαν αυτές (εξουσιαστικές πολιτικές και στρατιωτικές ανάγκες, πολιτιστικές διαφοροποιήσεις και διαφορές αντίληψης και νοοτροπίας σε κέντρα διακριτής θεολογικής σκέψης βάσει συναισθηματικών δεσμών και ιδιοσυγκρασιών δασκάλων),53 ε) για το δυνητικά επισφαλές που υποκρύπτεται πίσω από τη χρονική διάρκεια της Ιερής Παράδοσης «πολλών αιώνων», δεδομένου ότι επί της Γης συνυπάρχει το αδύναμο και ατελές στοιχείο της ανθρώπινης φύσης που διαβρώνει τη γνώση μας των γεγονότων.

Τελικά, ο ενδεδειγμένος σεβασμός στον Θεό, στους Αγίους Πατέρες, στο Σώμα και στην Ιερή Παράδοση της Εκκλησίας επιμολύνεται στον κλήρο και στον λαό από αβάσιμο φόβο και από το πρόσχημα της ταπείνωσης, και πιο συγκεκριμένα της ταπεινωτικής ατολμίας στη διανόηση, στην κατανόηση και στη συμπεριφορά. Ακόμα και σε θεωρούμενα ως θρησκευόμενα στρώματα του λαού, επιμολύνεται περαιτέρω από την άγνοια της ουσίας, αφού οι περισσότεροι λαϊκοί δεν έχουν καν διαβάσει την Καινή Διαθήκη και πατερικά κείμενα αλλά «βολεύονται» με την πίστη και την εμπιστοσύνη στις ερμηνείες των στρωμάτων θεοφώτιστων εκπροσώπων του Θεού.

Γεγονός, πάντως, είναι ότι όποιος επιθυμεί το ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν,54 πρέπει καταρχήν να πολεμήσει με τόλμη τα δόγματα του εαυτού του, πριν ασχοληθεί με τα δόγματα της Εκκλησίας.

11. ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ

Ο άνθρωπος κάθε εποχής έχει κληθεί να γνωρίσει τον εαυτό του, να γνωρίσει το είναι του – να αποκτήσει αυτογνωσία. Η αυτογνωσία είναι όρος με ευρεία χρήση στην εποχή μας, αλλά νοείται διαφορετικά από τους ανθρώπους. Στην προσπάθειά του αυτή, όποιος την επιχειρήσει –πάντα με την ελεύθερή του βούληση και με αγάπη για τις ευκολίες και αποδοχή για τις δυσκολίες της διαδρομής–, θα βασιστεί τόσο στις προσωπικές του γνώσεις και εμπειρίες όσο και σε αυτές άλλων, κατά την προσωπική του κλίση και κατά το περιβάλλον της ζωής του (οικογενειακό, κοινωνικό, πολιτικό, θρησκευτικό, πολιτιστικό). Αντίθετα με όσα λέγονται και γράφονται, είναι σίγουρο ότι ως αυτογνωσία δεν νοείται μια πρακτική μέθοδος για νοητική-συναισθηματική μετάβαση σε ένα επίπεδο όπου απλώς νιώθει κανείς ευδαιμονία και χαλάρωση από τα θέματα της καθημερινότητας. Δεν νοείται αυτογνωσία χωρίς την παραδοχή και αποδοχή ύπαρξης ψυχής.

Και έτσι τίθενται αλληλένδετα ερωτήματα – όχι μόνο θεωρητικά, αλλά ενίοτε και πρακτικά: Τι είναι η ψυχή, τι είναι ο ανώτερος εαυτός, τι είναι ο νους, τι είναι το πνεύμα, τι είναι η διάνοια, τι είναι το μυαλό, τι είναι ο χαρακτήρας, τι είναι η προσωπικότητα, τι είναι το συναίσθημα, τι είναι το εγώ, τι είναι το συνειδητό, το υποσυνείδητο, το ασυνείδητο – το ατομικό και το συλλογικό; Είναι ο νους στον εγκέφαλο και το συναίσθημα στην καρδιά; Ποια η προέλευση της ψυχής, ποιο το νόημα της ύπαρξής της, ποια η πορεία της ψυχής στον χωροχρόνο; Και πού είναι η ψυχή, ο ανώτερος ή βαθύτερος εαυτός; Είναι μέσα μας βαθιά, είναι γύρω μας, είναι δίπλα μας ή κάπου μακριά μας, στον ουρανό; Πώς συνδεόμαστε με αυτόν; Μπορούμε εμείς με τρόπο πρακτικό να διεισδύσουμε ή να «ανέβουμε» σε αυτόν, ή να τον «κατεβάσουμε» σ’ εμάς; Πώς σχετίζονται με ανατολικής προέλευσης αναφερόμενα σε διαφορετικά ενεργειακά σώματα του ανθρώπου; Πώς, τελικά, συνδέονται μεταξύ τους όλες οι παραπάνω έννοιες-οντότητες; Πώς εκφράζονται στο ανθρώπινο σώμα και στην ολότητα της ύπαρξής μας; Πώς συσχετίζονται με την ιατρική επιστήμη και τις νεότερες επιστημονικές απεικονιστικές μελέτες που δείχνουν περιοχές του εγκεφάλου να ενεργοποιούνται και να φωτίζονται βάσει σκέψεων, μνημών και συναισθημάτων; Πώς ερμηνεύονται με βάση την επιστημονική και εμπειρική μας γνώση περί της επίδρασης φυσικών ή χημικών ουσιών και ηλεκτρομαγνητικών πεδίων στον νου και στο συναίσθημα; Πώς ερμηνεύονται με βάση καταγεγραμμένες βιωματικές εμπειρίες χιλιάδων ατόμων στο όριο ζωής-θανάτου ή σε συνεδρίες ύπνωσης ασθενών από ιατρούς; Πώς σχετίζονται με τις λοιπές θετικές επιστήμες; Τι κληρονομείται στο DNA; Τι αλλάζει σταδιακά στην κατανόησή μας του DNA, του περιβάλλοντος και της αλληλεπίδρασής τους; Τι αλλάζει στην κατανόηση της πραγματικότητας με βάση την κβαντική φυσική;

Είναι κυριολεκτικά αναρίθμητα τα ερωτήματα γύρω από τον εαυτό μας και τον κόσμο που μας περιβάλλει, τον ορατό και τον μη ορατό σ’ εμάς. Θα έλεγε κανείς ότι αυτό που οι σκεπτόμενοι άνθρωποι της εποχής μας αρχίζουν ολοένα και εντονότερα να επιζητούν είναι μια επικαιροποιημένη κατανόηση της όλης πραγματικότητας του εαυτού τους και του κόσμου που τους περιβάλλει και στον οποίο ανήκουν. Μια επικαιροποίηση του λόγου, του ρόλου, της θέσης και των ορίων τόσο της επιστήμης, σε κάθε της κλάδο, όσο και της θρησκείας, ως παραγόντων που τελικά διαμορφώνουν τα κοινωνικά συστήματα και επηρεάζουν το άτομό μας.

Ο Πάνος Λιγομενίδης, ο φωτισμένος αυτός επιστήμονας που έφθασε στο ύψιστο αξίωμα και διάκριση να διατελέσει πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών –δηλαδή του «ιερατείου» της επιστημονικής κοινότητας–, γράφει στο πεντάτομο βιβλίο του Το Γίγνεσθαι για τις επιστήμες:

«Είναι ανάγκη των καιρών, και ίσως είναι μια άνευ προηγουμένου ευκαιρία, να παρακινηθεί η θεολογία και ο θρησκευτικός στοχασμός, μαζί με τη φιλοσοφία, την ενόραση, τα γράμματα και τις τέχνες, για να βοηθήσουν στην πνευματική ανάπλαση των επιστημονικών θεωριών για την πραγματικότητα, για τον φυσικό κόσμο, και για τον ρόλο του ανθρώπου μέσα σε αυτόν […]».55

Παράλληλα με τις παραπάνω προτροπές με στόχο την ανάπλαση της επιστήμης, αναφέρει όσον αφορά στην ανάπλαση της κατανόησης θεμάτων θεολογικών και φιλοσοφικών:

«[…] για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρώπινης διανόησης, η νέα φυσική του αιώνα μας και η επιστήμη της πληροφορικής δίνουν μια επιστημονική βάση για τη διερεύνηση παραδοσιακών θεμελιωδών φιλοσοφικών, ακόμα και θρησκευτικών προβλημάτων. Η διερευνητική προσέγγιση γίνεται την φορά αυτή όχι με αναφορά σε φιλοσοφικά αξιώματα ή σε θρησκευτικά δόγματα και απόλυτες αξίες, αλλά με αναφορά στην έρευνα της αλήθειας, στην κατανόηση της πραγματικότητας του κόσμου μας, η οποία απορρέει από την παρατήρηση και την θεωρητικοποίηση».56

Τελικά, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι:

«Για να συλλάβουμε την έννοια της πραγματικότητας, της εξελικτικής πορείας του φυσικού κόσμου και της διάστασης του χρόνου που υπογραμμίζει την “ύπαρξη”, πρέπει να συζεύξουμε την έρευνα των θετικών επιστημών, ιδιαίτερα της φυσικής, της πληροφορικής και της βιολογίας με τις ανθρωπιστικές σπουδές, τη φιλοσοφία και τη θεολογία».57

Ο Δανιήλ Σαχάς, διεθνούς εμβέλειας καθηγητής της Θρησκειολογίας με μακρόχρονη πορεία στο Πανεπιστήμιο του Waterloo στον Καναδά, έχει γράψει ένα υπέροχο βιβλίο, το Σπέρμα Αβραάμ, που θεωρώ απαραίτητο να διαβαστεί από όλους στη νέα πολυπολιτισμική πραγματικότητα που ζούμε.

«Η Χριστιανική Θεολογία βρίσκεται εν εξελίξει εφόσον υπάρχουν Χριστιανοί και Χριστιανικές ομολογίες οι οποίες συνεχίζουν να δέχονται προκλήσεις από τη Χριστιανική διδασκαλία, νιώθουν την ανάγκη να την εξερευνήσουν περαιτέρω, και επιθυμούν να την προσφέρουν στη σύγχρονη γλώσσα και υπό το φως των διαρκώς νέων ερωτημάτων και περιστάσεων».58

Δεν θεωρώ ότι η «περαιτέρω εξερεύνηση» στην οποία αναφέρεται σημαίνει αποκοπή από το παρελθόν ή ασέβεια προς την Ιερή Παράδοση της Χριστιανικής Εκκλησίας. Αντίθετα, θεωρώ ιερή την υποχρέωσή μας να τη γνωρίσουμε αλλά και να την κατανοήσουμε τόσο στην ανθρώπινη πραγματικότητα του παρελθόντος όσο και στην αιωνιότητά της, ώστε πηγαία να μας ελκύσει να εμβαθύνουμε στον πλούτο της και με αυθορμόμενο σεβασμό να την εντάξουμε στην καθημερινότητά μας.

12. Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ

Η Χριστιανική Εκκλησία μας, ως σώμα, είναι εν μέρει κατανοητό ότι δυσκολεύεται και πρακτικά αδυνατεί, τελικά, να δεχτεί την οποιαδήποτε συμπλήρωση ή τροποποίηση των δογμάτων της. Ωστόσο, ακόμα και αν δύναμαι να δικαιολογήσω τη θέση της ως προς τις όποιες θέσεις διατυπώσει κάποιος τυχαίος, δυσκολεύομαι να κατανοήσω την αμφίρροπη θέση της ως προς την Αποκάλυψη του Ιωάννη. Πρόκειται για έργο τόσο προφητικό όσο και παιδευτικό, που διδασκόμαστε ότι δεν γράφτηκε από κάποιον λαϊκό, οποιονδήποτε θεολόγο, κάποιον Πατέρα ή «οποιονδήποτε» Απόστολο, αλλά από τὸν μαθητὴν ὃν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς.59 Παρ’ όλα αυτά, μόλις τον 6ο αιώνα μ.Χ. άρχισε να γίνεται μερικώς αποδεκτή ως γνήσιο έργο, χωρίς ακόμη και σήμερα να αντιμετωπίζεται από το Σώμα της Εκκλησίας όπως και τα λοιπά επίσημα κείμενα της Καινής Διαθήκης.

Μακάριος ὁ ἀναγινώσκων καὶ οἱ ἀκούοντες τοὺς λόγους τῆς προφητείας καὶ τηροῦντες τὰ ἐν αὐτῇ γεγραμμένα· ὁ γὰρ καιρὸς ἐγγύς.60

13. Η ΙΕΡΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Τίθεται το ερώτημα, δύναται από μόνη της η μελέτη της Ιερής Παράδοσης να απαντήσει με επαρκή σαφήνεια στα πολύπλευρα αλληλένδετα ερωτήματα αυτογνωσίας που τέθηκαν πιο πάνω, αλλά και σε τόσα άλλα; Δηλαδή, διά της μελέτης αυτής, μπορεί είτε ο «άπιστος» ερευνητής που ψάχνει τον δρόμο του είτε ο πιστός μιας άλλης θρησκείας –είτε ακόμα και ο βαπτισμένος αλλά ωριμάζων Χριστιανός– να βρει στην Αγία Γραφή και στην Ιερή Παράδοση της Χριστιανικής Εκκλησίας στοιχειωδώς επαρκείς απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα; Η απάντηση, θεωρώ, είναι πως μόνο στοιχειωδώς μπορεί. Εξάλλου, και ο Απόστολος Παύλος γράφει:

Καὶ ἐγώ, ἀδελφοί, οὐκ ἠδυνήθην ὑμῖν λαλῆσαι ὡς πνευματικοῖς, ἀλλ’ ὡς σαρκικοῖς, ὡς νηπίοις ἐν Χριστῷ.61

Ακόμα και αν κάποιοι βιαστικά και επιπόλαια διαχωρίσουν τον εαυτό τους από το στάδιο της νηπιακής πνευματικότητας στο οποίο αναφερόταν ο Απόστολος των Εθνών, έχουν βέβαιη και στοιχειωδώς επαρκή πνευματικότητα για να σηκώσουν με γνήσια ταπείνωση τα «βάρη» στα οποία τότε αναφέρθηκε ο Ίδιος ο Χριστός;

Ἔτι πολλὰ ἔχω λέγειν ὑμῖν, ἀλλ’ οὐ δύνασθε βαστάζειν ἄρτι.62

Επειδή οι Απόστολοί Του, στους οποίους ο Κύριος απευθυνόταν, δεν είχαν καν οι ίδιοι αρχικά το πνευματικό ανάστημα να σηκώσουν τις γνώσεις που θα ήθελε να τους δώσει, τους υποσχέθηκε ότι μετά τη Σταύρωσή Του θα τους στείλει τον Παράκλητο, το Άγιο Πνεύμα της Αληθείας.

Ὅταν δὲ ἔλθῃ ἐκεῖνος, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν· οὐ γὰρ λαλήσει ἀφ’ ἑαυτοῦ, ἀλλ’ ὅσα ἀν ἀκούσῃ λαλήσει, καὶ τὰ ἐρχόμενα ἀναγγελεῖ ὑμῖν.63

Δεδομένου, τελικά, ότι οι Χριστιανοί δεχόμαστε ότι τον Χριστό θα Τον ξαναδούμε στη Δευτέρα Παρουσία, εναπόκειται πλέον στο Άγιο Πνεύμα κάπως και κάποτε να «οδηγήσει ημάς εις πάσαν την αλήθειαν», να συνεχίσει να συμπληρώνει τα κενά της γνώσης μας. Αναφερόμαστε πάντα στο Άγιο Πνεύμα ως Ομοούσια και Αδιαίρετη Υπόσταση του Τριαδικού Θεού μας. Αναφερόμαστε πάντα στο Άγιο Πνεύμα που όλοι οι Χριστιανοί επιζητούμε να αξιωθούμε να μας παραστέκεται και να μας φωτίζει. Αναφερόμαστε πάντα στο Άγιο Πνεύμα το Οποίο όπου και όποτε θέλει πάει, και το Οποίο όσα θέλει δίνει σε κάθε άνθρωπο. Αυτό που φώτισε τους Αποστόλους και τους Πατέρες της Εκκλησίας μας, αυτούς που συνέχισαν μετά τον Κύριο την οικοδόμηση της νέας εμπλουτισμένης και τροποποιημένης Ιερής Παράδοσης, τη συνέχιση της εξίσου Ιερής Παράδοσης που ως Θεός-Πατέρας είχε δώσει στους Εβραίους. Αυτό που τους φώτισε όχι μόνο ποια Ουράνια Θαύματα να αποκαλύψουν αλλά και ποια να μας αποκρύψουν κατά την επίγεια ζωή τους, κάτι που δεν αφορά μόνο τον Απόστολο Παύλο αλλά και τόσους από τους Αγίους Πατέρες μας που –με τον έναν ή τον άλλο τρόπο που επιλέχθηκε γι’ αυτούς– έφτασαν στην ενορατική γνώση.

Οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ […]· εἴτε ἐν σώματι οὐκ οἶδα, εἴτε ἐκτὸς τοῦ σώματος οὐκ οἶδα, ὁ Θεὸς οἶδεν· ἁρπαγέντα τὸν τοιοῦτον ἕως τρίτου οὐρανοῦ. Καὶ οἶδα τὸν τοιοῦτον ἄνθρωπον· εἴτε ἐν σώματι εἴτε ἐκτὸς τοῦ σώματος οὐκ οἶδα, ὁ Θεὸς οἶδεν· ὅτι ἡρπάγη εἰς τὸν παράδεισον καὶ ἤκουσεν ἄρρητα ῥήματα ἃ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι.64

14. ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ

Στους καιρούς μας, ο Μητροπολίτης Διοκλείας Κάλλιστος Ware είναι ένας πολυγραφότατος θεολόγος με πλούσιο συγγραφικό έργο που θαυμάζω, καθότι περιλαμβάνει ακόμα και τη μετάφραση της Φιλοκαλίας στα αγγλικά. Το βιβλίο του Εχθροί ή φίλοι; το βρήκα εξαιρετικά χρήσιμο διότι ανασκοπεί συγκεντρωτικά πολλά λεπτά θέματα με βάση τις θέσεις των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας, ώστε ο αναγνώστης που δεν έχει εντρυφήσει στα κείμενα της Φιλοκαλίας να έχει μια επαρκώς σαφή εικόνα για τις θέσεις και αντιθέσεις τους επί δογματικών και άλλων θεμάτων, όπως τα ενδεικτικά ερωτήματα που έθεσα πιο πάνω στο πλαίσιο επιδίωξης αυτογνωσίας. Ένα ίσως απροσδόκητο αλλά εμφανές πόρισμα στο οποίο οδηγείται ο αναγνώστης είναι ότι, επί λεπτών εσωτερικών θεμάτων, ούτε σαφήνεια υπάρχει στην Ιερή Παράδοσή μας ούτε και ομοφωνία μεταξύ των καθ’ όλα σεβαστών και Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας.

«Αφού λοιπόν η ανθρώπινη φύση μας είναι πέραν της απολύτου κατανοήσεώς μας, δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι στους Έλληνες Χριστιανούς συγγραφείς δεν υπάρχει ένας και μοναδικός ορισμός για την ψυχή, επί του οποίου να συμφωνούν όλοι».65

«Παρ’ ότι το κατ’ εικόνα θεωρείται ως δεδομένο, σε καμία αυθεντική πηγή –ούτε στη Γραφή, ούτε στο Σύμβολο της Πίστεως Νικαίας-Κωσταντινουπόλεως (381), ούτε ακόμη και στα δογματικά θεσπίσματα των επτά Οικουμενικών Συνόδων (325-787)– δεν βρίσκουμε καμία σαφή δήλωση που να διευκρινίζει την ακριβή φύση της ενοικούσης “εικόνος”».66

«Οι περισσότεροι Έλληνες Χριστιανοί συγγραφείς, πράγματι, συνδέουν τη θεία εικόνα με την ψυχή και αποκλείουν τη μετοχή του σώματος σ’ αυτήν. Αλλά, μολονότι αυτή είναι η γνώμη της πλειοψηφίας, δεν αποτελεί πεποίθηση όλων. Υπάρχει μια σημαντική μειοψηφία που συνδέει τη θεία εικόνα με το όλο ανθρώπινο ον, το σώμα μαζί με την ψυχή και μαζί με το πνεύμα».67

«Η Ε΄ Οικουμενική Σύνοδος […] αρνείται επισήμως ότι η ψυχή προϋπάρχει. Σώμα και ψυχή λαμβάνουν την ύπαρξη ταυτόχρονα».68

«Πέραν αυτής της βασικής θέσεως περί θεμελιώδους ενότητος σώματος και ψυχής, το επίσημο δόγμα της ανατολικής χριστιανοσύνης δεν προχωρεί».69

Ο κάθε άνθρωπος δύναται με σαφήνεια να πληροφορηθεί ποια είναι και πώς δικαιολογείται σήμερα η θέση της κρατούσας επίσημης Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας, όπως έχει προκύψει από τις Οικουμενικές Συνόδους:

«Ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα, κατά τον σωματικό θάνατο, δεν είναι οριστικός ούτε αμετάκλητος, καθώς τα δύο αυτά θα ενωθούν και πάλι κατά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, κατά την εσχάτη ημέρα και έκτοτε θα συνυπάρχουν αιωνίως εις τον μέλλοντα αιώνα».70

«Αφού η Ανάσταση του Χριστού συνιστά τη βάση και το παράδειγμα και της δικής μας μελλοντικής αναστάσεως, προκύπτει ότι και εμείς, κατά τη δική μας ανάσταση κατά την εσχάτη ημέρα, θα έχουμε σώμα το οποίο σε σημαντικό βαθμό θα είναι το ίδιο με το σημερινό μας. Θα υπάρχει γνήσια συνέχεια. […] Θα αναστηθούν με το ίδιο σώμα που έχουν τώρα».71

Η θέση της Εκκλησίας προβάλλει ξεκάθαρη, αλλά:

«Ωστόσο, και ενώ επιβεβαιώνουν αυτή τη συνέχεια οι περισσότεροι Έλληνες Πατέρες, με σύνεση, απέχουν από του να προσπαθήσουν να εξηγήσουν με πολλές λεπτομέρειες ποια θα είναι η ακριβής σύνδεση του τωρινού μας σώματος με εκείνο που θα λάβουμε κατά την ανάστασή μας».72

«Οι Πατέρες και Διδάσκαλοι της Εκκλησίας διά μέσου των αιώνων εξέθεταν την αποκάλυψη περί της ομοιώσεώς μας με τον Θεό, όχι βέβαια όλοι, ούτε πάντα με την ίδια δύναμη. Κι αυτό οφείλεται εν μέρει στο ότι δεν βρίσκονταν όλοι στο ίδιο επίπεδο γνώσεως του Θεού και του Ανθρώπου».73

Θεωρώ, λοιπόν, ότι το λογικό και ακριβές συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι η αποδοχή της άποψης ενός ατόμου δεν συνεπάγεται αποδοχή κάθε λεπτομέρειας γύρω από αυτήν, αλλά ούτε απαραιτήτως και συναποδοχή όλων των υπόλοιπων απόψεων του ίδιου ατόμου. Το αλάθητο δεν το αποδεχόμαστε για κανέναν άνθρωπο – ειδικά οι Χριστιανοί Ορθόδοξοι αυτό το διακηρύσσουμε! Θα ήταν επισφαλές ο ενδεδειγμένος σεβασμός στους θεολόγους Αγίους Πατέρες της Εκκλησίας μας –και πιο συγκεκριμένα στη μορφή του όποιου συγγραφικού τους έργου μάς παραδίδεται– να αποτελεί παγιωμένο κριτήριο «δογματικής» απόρριψης κάθε ψήγματος διαφορετικής ή συμπληρωματικής θεώρησης – αν μη τι άλλο, όταν αυτή η άποψη έχει διατυπωθεί κατά καιρούς και κατά τόπους, με διαφορετικές μορφές, όλες ατελείς αλλά και όλες εξ ορισμού δυνάμενες να ολοκληρωθούν με τη δυναμική της γνώσης, προϊόντος του χρόνου και της ενδεχόμενης Θείας Βούλησης, με την όποια καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος μέχρι να συντελεστεί η Δευτέρα Παρουσία του Χριστού.

Αναρωτήθηκα πώς δύναται να συγχέεται από τόσους ανθρώπους η αγιότητα των Αγίων Πατέρων με το αλάθητο. Ίσως είναι χρήσιμο να ενθυμούμαστε ότι πρωταρχικό, κοινό, απαραίτητο και αναγκαίο στοιχείο βάσει του οποίου κάποιοι συνάνθρωποί μας ανά τους αιώνες αναδεικνύονται σε άγιες μορφές από την Εκκλησία μας (Άγιοι, Όσιοι, Μάρτυρες) είναι η βαθιά τους Πίστη στον Θεό μας, όχι απαραίτητα οι θεολογικές τους γνώσεις. Και δεν υπάρχει, προφανέστατα, καμία αμφιβολία ότι οι θεολόγοι Άγιοι Πατέρες είχαν τη φώτιση του Αγίου Πνεύματος –προφανώς, έκαστος σε διαφορετικό βαθμό–, αλλά πάντως αυτή η φώτιση δεν παρουσιάζεται τελικά σαν απλή, διαυγέστατη, ενοποιημένη και πλήρης κατανόηση και ερμηνεία πολλών από τις αλήθειες.

Εξάλλου, μήπως οι πρωταπόστολοι Πέτρος και Παύλος, αναμφίβολα χρισμένοι και φωτισμένοι και οι δύο από τον ίδιο Θεό, δεν είχαν διαφορετικές απόψεις τις οποίες και εξέφρασαν έντονα μέχρι να καταλήξουν να ασπαστούν ο ένας τον άλλο ως αδέρφια και παιδιά του ίδιου Πατέρα;

Αναρωτιέμαι, αποκλείεται ο όποιος συνάνθρωπός μας, που κάποτε αγίασε και εμείς τον τιμούμε ως φωτισμένο Άγιο, να άλλαξε τη γνώμη του επί ενός θεολογικού θέματος στην πορεία της ζωής του; Ο άνθρωπος που ανακηρύχθηκε σε Άγιο είχε τις ίδιες παγιωμένες απόψεις σε όλα τα θέματα από τη γέννηση ή την ωρίμαση του μέχρι τον θάνατό του; Αποκλείεται τη γνώμη του να την εξέφρασε σε πολύ στενό του κύκλο και να αποσιωπήθηκε; Αποκλείεται να άλλαξε γνώμη και να επέλεξε να μην την εκφράσει για να μην προκαλέσει αναταραχή στην ενότητα74 του Σώματος της Εκκλησίας;

«Συνεπώς η “Συστηματική Θεολογία” […] δεν είναι απαραίτητα ο κοινώς αποδεκτός τρόπος προσέγγισης της Χριστιανικής εμπειρίας από όλους τους Χριστιανούς. Ορθόδοξοι θεολόγοι έχουν επισημάνει τα μειονεκτήματα της “Συστηματικής Θεολογίας” και μιλάνε μάλλον περί “Μυστικής Θεολογίας” τονίζοντας έτσι το μη-αποδεικτικό, υπερ-λογικό και μυστικό χαρακτήρα της Θεολογίας».75

Ανασκοπώντας στα δύο πλέον βιβλία αυτού του έργου τα εκατοντάδες παραθέματα από το συγγραφικό έργο των Αγίων Πατέρων που περιέχονται στη Φιλοκαλία, θεωρώ ότι αφενός αποτυπώνεται ο σεβασμός στη γνώση τους που μας κατέθεσαν και αφετέρου –φθάνοντας ιδίως στον Μεγάλο Κάλλιστο– η αλήθεια της γνώσης που πολλοί από αυτούς κατείχαν και δεν μας απέδωσαν.

Αν ο Δημιουργός δε δημιουργούσε μόνο ό,τι χρειαζόταν, αλλά κατά τη δύναμή Του, τη σοφία, τη δόξα και τη μεγαλοπρέπειά Του, τότε αντί ενός θα βλέπαμε αναρίθμητους κόσμους. Και μάλιστα, όχι κόσμους όπως αυτός που τώρα βλέπομε, αλλά κόσμους παράδοξους, υπερφυσικούς και πάνω από κάθε νόηση, που το κάλλος και τη σοφή ποικιλία τους, τη δόξα και την ακτινοβολία τους δε θα μπορούσε εύκολα η ψυχή να υποφέρει, αλλά από τις εκπλήξεις θα εγκατέλειπε το σώμα.76

15. ΟΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΕΣ ΣΥΝΟΔΟΙ

Ακόμα κι όταν αναγνωρίζεται το μη αλάθητο ενός Αγίου Πατέρα της Εκκλησίας μας, η εμμονή στο αλάθητο της Ιερής Παράδοσης της Ορθοδοξίας μας αποδίδεται στο συλλογικό αλάθητο που προκύπτει από τη συλλογικότητα των ιερών μας Πατέρων, τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων και το βάθος των αιώνων της παράδοσης.

Ωστόσο, η εμπεριστατωμένη ιστορική μελέτη γύρω από τις Οικουμενικές Συνόδους εγείρει βάσιμες αμφιβολίες για τον τρόπο λήψης των αποφάσεων. Το θεωρούμενο αλάθητο εκ της οικουμενικότητος των συνόδων προκύπτει ότι πρόκειται για μια παραδοχή που συχνά προβάλλεται, αλλά δεν επιβεβαιώνεται καν από εμβριθή ιστορική μελέτη πολλών διασωσμένων ιστορικών αρχείων, πρακτικών και συγγραμμάτων, δεδομένου ότι μια τέτοια μελέτη μεταξύ άλλων αναδεικνύει σαφείς –και ενδεχομένως κοινωνικά απαραίτητες!– πολιτικές παρεμβάσεις και σκοπιμότητες.77

Ο μελετητής θα διαπιστώσει ότι ανά τους λίγους αιώνες που οργανώθηκαν Οικουμενικές Σύνοδοι, υπάρχουν θέματα στα οποία οι αποφάνσεις της μιας συνόδου είναι διαμετρικά και προκλητικά αντίθετες με της προηγούμενης. Εξ αυτού και μόνο του αντικειμενικού γεγονότος, νιώθω άβολα να θεωρήσω το Άγιο Πνεύμα ως αποκλειστικό καθοδηγητή και εγγυητή του αλάθητου των συνόδων.

Για λόγους ιστορικής ακρίβειας, θεωρώ ότι αρμόζει να αναφερθεί ότι η Εκκλησία ουδέποτε καταδίκασε τον Ωριγένη ως υποστηρικτή της μετενσάρκωσης, αλλά ως υποστηρικτή άλλων «κακοδοξιών», συναφών και μη. Αυτό έγινε στην Ενδημούσα Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης (543 μ.Χ.), οπότε και καταδικάστηκαν οι διατυπώσεις του που αναφέρονταν στην προΰπαρξη των ψυχών, στην αποκατάσταση των πάντων και στο Χριστολογικό δόγμα. Η καταδίκη αυτή επικυρώθηκε αργότερα, κατά ή αμέσως μετά την Ε΄ Οικουμενική Σύνοδο (553 μ.Χ.) που συγκλήθηκε με σκοπό την επίλυση άλλου μη σχετιζόμενου θεολογικού ζητήματος.

16. Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ

«Ο Χριστός Ανέστη εκ νεκρών όχι με κάποιο νέο σώμα αλλά με το ίδιο που είχε προηγουμένως· έτσι οι Μαθητές Τον αναγνωρίζουν ακριβώς επειδή βλέπουν τις πληγές που προκάλεσε η Σταύρωση στα χέρια και τα πόδια και την πλευρά Του».78

Η περιγραφή αυτή του Μητροπολίτη Κάλλιστου Ware θεωρώ ότι αποτυπώνει επαρκώς την αιτία που ο Κύριος επέλεξε να εμφανιστεί μετά την Ανάστασή Του σε υλικό σώμα – άφθαρτο πλέον, αλλά υλικό.

Συνομιλώντας ο καθένας μας με τόσους και τόσους ανθρώπους που αμφισβητούν διαχρονικά είτε τη φυσική Παρουσία του Χριστού στη Γη είτε τα θαύματα των οποίων τόσοι άνθρωποι περιγράφονται ως μάρτυρες, υπάρχει άραγε χώρος για βάσιμη αμφιβολία ότι αν ο Χριστός εμφανίζονταν μετά την Ανάστασή Του με άυλο Σώμα, αυτό θα αποδιδόταν από επιστήμονες και δύσπιστους κάθε εποχής σε ομαδικό παραλήρημα με οπτικές ψευδαισθήσεις φανατισμένων πιστών; Το επιχείρημα αυτό, λίαν διαδεδομένο και στους καιρούς μας, θα τροφοδοτούνταν περαιτέρω από τη μεγάλη χρονική διάρκεια των αιώνων που μεσολάβησαν και από την απουσία «αντικειμενικής» καταγραφής στην οποία σήμερα έχουμε συνηθίσει, χάρη στην πρόοδο της οπτικο-ακουστικής τεχνολογίας και της πληροφορικής με το διαδίκτυο.

Αλλά μήπως και το υλικό Σώμα που ψηλάφησε ο Απόστολος Θωμάς –εκπροσωπώντας την αναμενόμενη διαχρονική δυσπιστία της λογικής, όλων των ανθρώπων– ήταν παντελώς ίδιο με αυτό που είχε κατά την ολοκλήρωση της Σταύρωσής Του;

Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· μή μου ἅπτου.79

17. ΔΡΑΣΗ-ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ

Όπως προανέφερα στην αρχή αυτού του μέρους του προλόγου, είναι ποικίλες οι αφορμές και οι αιτίες για αντίδραση στο έργο αυτό. Με βάση τον νόμο δράσης-αντίδρασης, αυτό εξάλλου θα ήταν το φυσικό, εφόσον πρόκειται για έργο που παρακινεί όλους μας σε κινητοποίηση και δράση, εσωτερική και εξωτερική.

Προσωπικά προσπάθησα να αντιδράσω κατά τρόπο που να θεωρώ θετικό – δηλαδή, μέσα από κοπιώδη έρευνα, να συζεύξω τρεις πραγματικότητες: ότι γεννήθηκα άνθρωπος, ότι βαπτίστηκα Χριστιανός και ότι σπούδασα την επιστήμη της ιατρικής, και μάλιστα με ενδιαφέρον στο νευρικό σύστημα και στις ψυχικές διεργασίες. Η απόφαση να σπουδάσω ήταν προσωπική μου επιλογή, και θεωρούμενη ως συνειδητή. Θεώρησα απαραίτητο να ανταποκριθώ στην εσωτερική κλήση για ενήλικη και συνειδητή επικαιροποίηση των πρώτων δύο πραγματικοτήτων, αυτών για τις οποίες –κατά τη συμβατική μας θεώρηση– δεν είχα συνειδητή επιλογή: τη γέννησή μου και την ένταξή μου σε ένα θρησκευτικό σώμα, με τα δόγματά του. Δεδομένου ότι αφορούν μελλοντικά στάδια της πορείας μου, όταν πια δεν θα ασκώ την ιατρική, έχω αποφασίσει να τις τιμήσω με το σεβασμό που τους αναλογεί.

Ως άνθρωπος μέσα στη ζωή, έχω βιωματικές εμπειρίες από τις χαρές και τις λύπες, τις προκλήσεις και τους αγώνες και τις αγωνίες που αντιμετωπίζουμε σαν άτομα και σαν κοινωνίες. Επιπλέον, η επαφή μου ως ιατρός, ήδη για 24 χρόνια, με χιλιάδες ανθρώπους, με έχει εμπλουτίσει βιωματικά ως προς την πιο ολοκληρωμένη κατανόηση του γίγνεσθαι, όπως το βιώνουμε οι άνθρωποι σε στάδια της ζωής μας όταν δοκιμάζονται οι πηγές υλικής, κοινωνικής-οικογενειακής, σωματικής και ψυχικής μας εξασφάλισης.

Ρεαλιστικά, ως προς το οδοιπορικό της ενασχόλησής μου με όλο αυτό το έργο που περιέχει εννέα συνολικά βιβλία, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτό που εγώ χαρακτηρίζω ως θετική αντίδραση και θετική έκβαση για εμένα, άλλοι συνάνθρωποί μας το βλέπουν ως αρνητική, ως ξεστράτισμα από την Οδό της Αλήθειας. Προσπαθώντας να είμαι ειλικρινής –αν μη τι άλλο με τον ίδιο μου τον εαυτό!– δύσκολα θα βρω κάποιο σημείο αντίδρασής τους στο οποίο εγώ ο ίδιος να μην είχα παλαιότερα την ίδια ή παραπλήσια τοποθέτηση με αυτούς. Ως αποτέλεσμα, από τη δική μου θέση, δεν μπορώ να θεωρήσω καθαυτό αρνητική την όποια τοποθέτηση που είναι αντίθετη προς τα γραφόμενα.

Δύο θέματα θα χαρακτήριζα ως αρνητικά. Το ένα είναι ο επιπόλαιος, επιφανειακός και φανατισμένος τρόπος εκδήλωσης μιας αντιθετικής αντίδρασης, φαινόμενο που, δυστυχώς, διαχρονικά καλά κρατεί. Είναι ένα φαινόμενο που αφορά κυρίως και πρωταρχικά τους αντιτιθέμενους.

Υπάρχει και μια δεύτερη και αρκετά διαφορετική αρνητική εκδήλωση, έντονη σε κάθε πτυχή της ζωής πολλών ανθρώπων σήμερα: η «χλιαρότητα», η χαλαρότητα. Δεν αναφέρομαι στη χαλαρότητα πάνω σε θέματα στα οποία οι άνθρωποι βρίσκονται σε αντίθεση μεταξύ τους –λόγω των διαφορετικών τους προσεγγίσεων και αντιλήψεων σε οποιοδήποτε ατομικό ή κοινωνικό ή επιστημονικό θέμα–, αλλά στη δεδηλωμένη προσέγγιση του Θείου, όπως πληροφορούμαστε περί αυτής στην Αποκάλυψη του Ιωάννη:

Οὕτως ὅτι χλιαρὸς εἶ, καὶ οὔτε ζεστὸς οὔτε ψυχρός, μέλλω σε ἐμέσαι ἐκ τοῦ στόματός μου.80

«Χλιαρός» νοείται ο αδιάφορος, αυτός που αδιάφορα προσπερνά θέματα που αφορούν τον ίδιο και τη θέση του στο Όλο, αυτόν που κρατάει αποστάσεις τυπικές, αποστάσεις «ασφαλείας» ή και «βολική άγνοια» τόσο από την Αλήθεια όσο και από τα πολλά αντίθετά της. Σε κοινωνικό και διαπροσωπικό επίπεδο, αυτή η χλιαρότητα-χαλαρότητα είναι προτιμητέα από μια θέση αντιμαχίας, ως και πιο «πολιτισμένη». Αλλά είναι πραγματικά ενδιαφέρον ότι ίσως αυτός ο ακατάληπτος Θεός των Χριστιανών να προτιμάει τους ενεργά και φανατικά τοποθετημένα «άπιστους», αυτούς που ακόμη στερούνται επαρκούς και ορθής αντίληψης ή και γνώσης, από αυτούς που πασχίζουν ενεργά και ακατάπαυστα να εξασφαλίσουν τη νοητική-συναισθηματική τους χλιαρότητα και τη σωματική τους χαλάρωση. Το παράδειγμα της μεταστροφής του Αποστόλου Παύλου από δεινό διώκτη των Χριστιανών σε Απόστολο των Εθνών είναι ακραίο αλλά ενδεικτικό.

18. ΕΠΙΚΑΙΡΟΠΟΙΗΣΗ

Ο χρόνος της επίγειας ζωής μας κυλάει και κανείς δεν γνωρίζει τη διάρκειά της. Παράλληλα με τη δικαιολογημένη ενασχόλησή μας με εξασφάλιση των απαραίτητων υλικών μας αναγκών, των ορατών ή προφανών, κατανοώ σταδιακά όλο και βαθύτερα την ουσιαστική ανάγκη κάλυψης του εσωτερικού εαυτού μας, αυτού για τον οποίο οι περισσότεροι συμφωνούν ότι έχει προοπτικές αιωνιότητας.

Η Ιερή Παράδοσή μας θεωρώ ότι αποτελεί μια αρχή του ορθού δρόμου αλλά όχι αναγνωστική πηγή ουσιαστικής απάντησης των στοιχειωδών αποριών που μας αφορούν. Οι κοινωνίες εξελίσσονται, οι επιστήμες προοδεύουν, δεν μπορούμε να περιμένουμε για μια νέα Οικουμενική Σύνοδο να επιχειρήσει να δώσει απαντήσεις στα αναρίθμητα ερωτήματα που εγείρονται. Επίσης, δεν δύναται κανείς μας να γνωρίζει τι ακριβώς δίνεται από τον Ουρανό στον κάθε φωτισμένο Άγιο Πατέρα της Εκκλησίας μας – τι δόθηκε και τι δεν δόθηκε, τι και πότε θα δοθεί.

Προσωπικά, θεωρώ ότι αν και οι Άγιοι Πατέρες μας είχαν εκτεθεί στην επεξηγηματική σοφία των κειμένων αυτών που μας δόθηκαν και παρουσιάζονται στα εννέα βιβλία της σειράς «ΑΦΘΑΡΤΑ & ΑΔΙΑΒΛΗΤΑ», θα ικανοποιούνταν πολλές πνευματικές τους αναζητήσεις. Οι σεβαστοί Πατέρες δεν αντιτάχθηκαν στην ολοκληρωμένη γνώση που παρουσιάζεται σε αυτά τα εννέα βιβλία. Δικαιολογημένα αντιτάχθηκαν σε άλλες θεωρήσεις περί πολλαπλών ενσαρκώσεων, που όντως στερούνται επαρκούς λογικής. Σήμερα, πλέον, θεωρώ ότι ακόμα και η καλοπροαίρετη προσπάθεια απόλυτης ταύτισης με το συγγραφικό έργο των Αγίων Πατέρων, σε κάθε του λεπτομέρεια –εξ ορισμού αδύνατη αφού, όπως προαναφέρθηκε, πολλές απόψεις τους διαφέρουν μεταξύ τους–, θυμίζει την προσπάθεια του ιερατείου των Εβραίων για τη διαφύλαξη της κατά τ’ άλλα σεβαστής και θεόδοτης Ιερής Παράδοσης των Προφητών της Παλαιάς Διαθήκης.

19. Τ-ΩΡΑ

Ἔτι πολλὰ ἔχω λέγειν ὑμῖν, ἀλλ’ οὐ δύνασθε βαστάζειν ἄρτι.81

Είναι δεδομένο ότι η γνώση που μας έχει δοθεί δεν είναι ολοκληρωμένη. Γνωρίζει κανένας άνθρωπος πότε ο Θεός θα κρίνει και με ποιον τρόπο θα κρίνει ότι πρέπει να μας γίνει η όποια πνευματική συμπληρωματική αποκάλυψη όλων ή κάποιων από αυτά που μας είπε τότε ότι δεν ήμασταν έτοιμοι ως άνθρωποι να ακούσουμε;

Εφόσον ο Χριστός δεν θα επανενσαρκωθεί, πώς θα «επιτρέψουμε» στον Θεό να μας δώσει άλλες γνώσεις;

Αναρωτιέμαι, το Άγιο Πνεύμα, ως καθοδηγητής των Χριστιανών μετά την ένσαρκη Παρουσία του Χριστού ανάμεσά μας, έχει ή δεν έχει «δικαίωμα» να θελήσει να συμπληρώσει ή και να τροποποιήσει τις όποιες γνώσεις μάς έχει ήδη δώσει, όταν και όπως Το αποφασίσει;

Θα πρέπει πάλι να «σταυρώσουμε», έστω και μεταφορικά, τους φορείς που με δικά Του κριτήρια κάποτε θα επιλέξει;

Ως Πνεύμα, υπάρχει κάποιος τρόπος άλλος από την όποια μορφή πνευματικής ενόρασης, υπάρχει κάποιος «λογικός» ή συμβατικός επιστημονικός τρόπος να το κάνει;

Είναι σωστό να στρουθοκαμηλίζουμε ενώπιον της Αλήθειας –της αλήθειας ως πολύπτυχης και πολυεπίπεδης πραγματικότητας που βιώνουμε και μας αποκαλύπτεται ποικιλοτρόπως επιστημονικά και βιωματικά, σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο– και να εκλάβουμε ότι τα θεωρούμενα ως δόγματα δεν πρόκειται ποτέ πιά να συμπληρωθούν; Πότε άραγε, μόνο στην αναμενόμενη Δευτέρα Παρουσία, την οποία ολόκληρα έθνη προσαρμόζουν για αιώνες στη δική τους φαντασίωση, όπως άλλοι, κατά τη δική τους φαντασίωση, ακόμη περιμένουν και την «Πρώτη Παρουσία», την Έλευση του Μεσσία;

Εἰ γὰρ ὁ δι’ ἀγγέλων λαληθεὶς λόγος ἐγένετο βέβαιος, […] πῶς ἡμεῖς ἐκφευξόμεθα τηλικαύτης ἀμελήσαντες σωτηρίας;82

Ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν ὅτι πολλοὶ προφῆται καὶ δίκαιοι ἐπεθύμησαν ἰδεῖν ἃ βλέπετε, καὶ οὐκ εἶδον, καὶ ἀκοῦσαι ἃ ἀκούετε, καὶ οὐκ ἤκουσαν.83

 


7 Βλ. Γκρις, Χένρυ & Ντικ, Γουίλλιαμ, Νέες Παραψυχολογικές Ανακαλύψεις στη Σοβιετική Ένωση, μτφρ. Α. Νάνου-Τσάκαλη, Αθήνα: Εκδόσεις Σύμπαν, 1982.

8 Βλ. Βάις, Μπράιαν, Ίδια Ψυχή, Πολλά Σώματα, μτφρ. Δ. Κουτσούκης, Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη, 2007.

9 Λιγομενίδης, Πάνος, Το Γίγνεσθαι, Αθήνα: Εκδόσεις Δίαυλος, 2012, Κεφ. Δ4.8, «Περιορισμοί στην ορθολογική περιγραφή και την κατανόηση του φυσικού κόσμου», σ. 93.

10 Λιγομενίδης, Πάνος, Το Γίγνεσθαι, ό.π., Κεφ. Δ4.1, «Η εννοιολογική βάση της γνώσης για τον φυσικό κόσμο», σ. 80.

11 Λιγομενίδης, Πάνος, Το Γίγνεσθαι, ό.π., Κεφ. Δ8.9.1, «Αλλαγή νοοτροπίας», σ. 164.

12 Π.Δ., Ψαλμοί 90:11-12 – Κατά Ματθαίον 4:6 – Κατά Λουκάν 4:10-11. «[…] διότι θα δώσει διαταγή στους Αγγέλους Του για σένα, να σε διαφυλάξουν όπου κι αν πας· θα σε σηκώσουν στα χέρια τους, ώστε να μη χτυπήσεις το πόδι σου [να μη στραβοπατήσεις] σε καμιά πέτρα».

13 Κατά Ματθαίον 18:10. «Προσέξτε μην περιφρονήσετε κανέναν από αυτούς τους “μικρούς”· διότι σας λέω εγώ ότι οι Άγγελοι αυτών στον Ουρανό βλέπουν διαρκώς το Πρόσωπο του Ουράνιου Πατέρα Μου».

14 Βλ. Κατά Ματθαίον 28:2-5 – Κατά Λουκάν 1:11-13, 1:30, 2:10 – Πράξεις 10:3-4.

15 Πράξεις 7:53. «[…] αυτοί που έλαβαν τον Νόμο υπό την κατεύθυνση Αγγέλων, και [εν τούτοις] δεν τον τήρησαν».

16 Προς Εβραίους 2:2. «[…] διότι αν ο λόγος τον οποίο [ο Θεός] απήγγειλε μέσω Αγγέλων έχει αποδειχθεί σταθερός [ή, βέβαιος, ή ακλόνητος στην αλήθεια] τότε και […]».

17 Ιωάννου, Αποκάλυψις 1:1. «[…] και [τα οποία] επισήμανε στέλνοντας [αυτά] στον δούλο Του Ιωάννη μέσω Αγγέλου Του […]».

18 Ιωάννου, Αποκάλυψις 22:16. «Εγώ, ο Ιησούς, έστειλα τον Άγγελό Μου να δώσει διαβεβαίωση [περί] αυτών των πραγμάτων στις εκκλησίες […]».

19 Κατά Ιωάννην 7:20. «Και ο λαός απάντησε: “Έχεις δαίμονα [μέσα σου]”».

20 Κατά Ιωάννην 8:48-49. «Δεν έχουμε δίκιο που λέμε ότι είσαι Σαμαρείτης και ότι έχεις δαιμόνιο [μέσα σου]; Και ο Ιησούς τους απάντησε: “Εγώ δεν έχω κανένα δαιμόνιο [μέσα μου]”».

21 Κατά Ιωάννην 8:52. «Του είπαν, λοιπόν, οι Ιουδαίοι: “Τώρα ξέρουμε ότι έχεις δαιμόνιο [μέσα σου]”».

22 Κατά Ιωάννην 10:20. «Πολλοί δε από αυτούς έλεγαν, “έχει δαιμόνιο και είναι μανιακός· τι τον ακούτε;”».

23 Κατά Ματθαίον 11:18. «Ήρθε, λοιπόν, ο Ιωάννης ο οποίος ούτε έτρωγε ούτε έπινε, και έλεγαν ότι αυτός έχει δαιμόνιο [μέσα του]».

24 Πράξεις 7:51-52. «Είστε εσείς που διαρκώς αντιστέκεστε στο Άγιο Πνεύμα· όπως οι πατέρες σας, έτσι κι εσείς. Ποιόν από τους προφήτες δεν καταδίωξαν οι πατέρες σας;»

25 Κατά Ματθαίον 5:17. «Μη νομίζετε ότι ήρθα για να καταργήσω τον Νόμο ή τους Προφήτες· όχι, δεν ήρθα για να τους καταργήσω, αλλά για να τους συμπληρώσω».

26 Κατά Ματθαίον 23:14. «Αλίμονό σας, Γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριτές, που κλείνετε τη Βασιλεία των Ουρανών κατάμουτρα στους ανθρώπους· γιατί ούτε εσείς μπαίνετε μέσα ούτε αφήνετε και τους άλλους να μπουν!»

27 Κατά Ιωάννην 15:16. «Δεν είστε εσείς που με επιλέξατε, αλλά εγώ αυτός που επέλεξα εσάς».

28 Κατά Ιωάννην 15:19. «Είμαι εγώ αυτός που διάλεξα εσάς από τον κόσμο [ενν. το κοσμικό πνεύμα, τον “πεσμένο” κόσμο, τη μάζα, την επιπολαιότητα και τον λαϊκισμό, το συμφέρον], γι’ αυτό και ο κόσμος σας μισεί».

29 Κατά Ιωάννην 3:8. «Το Πνεύμα [η Πνοή] πνέει όπου θέλει, κι εσύ ακούς τη φωνή Του».

30 Προς Εβραίους 2:4. «[Πώς είναι δυνατόν να…] όταν μάλιστα ο Θεός δίνει ο Ίδιος επιπλέον μαρτυρία με σημάδια και θαύματα και ποικίλες δυνάμεις και δώρα του Αγίου Πνεύματος, σύμφωνα με τον τρόπο που θέλει ο Ίδιος;»

31 Προς Κορινθίους Α΄ 12:4-11. «Υπάρχουν διαιρέσεις [διάφορες κατηγορίες] χαρισμάτων, αλλά το Πνεύμα είναι ένα και το ίδιο. Υπάρχουν επίσης διάφορες κατηγορίες διακονημάτων [υπηρεσιών], αλλά ο Θεός είναι ένας και ο αυτός, αυτό που τα κάνει όλα σε όλους. Στον καθένα δε δίνεται η φανέρωση του Πνεύματος προς το συμφέρον όλων. Στον έναν δίνεται μέσω του Πνεύματος λόγος σοφίας, σε άλλον λόγος γνώσης σύμφωνα με το ίδιο Πνεύμα· σε άλλον πίστη μέσω του ίδιου Πνεύματος· σε άλλον το χάρισμα της ίασης μέσω του ίδιου Πνεύματος· σε άλλον πάλι το να κάνει θαύματα· σε άλλον να προφητεύει· σε άλλον η ικανότητα να διακρίνει πνεύματα [αν είναι καλά ή πονηρά, επικίνδυνα ή ωφέλημα]· σε άλλον πάλι οι διάφορες γλώσσες· σε άλλον δε η ερμηνεία γλωσσών. Όλα αυτά τα θέτει σε ενέργεια το ένα και το αυτό Πνεύμα, μοιράζοντάς τα στον καθένα [άνθρωπο] σύμφωνα προς το θέλημά Του».

32 Προς Κορινθίους Α΄ 14:20. «Αδερφοί μου, μη γίνεστε παιδιά [ή, μην είστε αφελείς] όσον αφορά στον νου [στην κρίση και στην κατανόηση]· αλλά όσον αφορά στην κακία, να είστε απονήρευτοι όπως τα νήπια. Και όσον αφορά στην αντίληψη [ή, κατανόηση], να αγωνίζεστε να γίνεστε τέλειοι».

33 Προς Κορινθίους Β΄ 13:13. «Η χάρη του Κυρίου μας, του Ιησού Χριστού, και η αγάπη του Θεού, καθώς και η κοινωνία [η υπαρξιακή σχέση] με το Άγιο Πνεύμα να είναι αυτά που να διακατέχουν όλους σας».

34 Προς Κορινθίους Α΄ 14:1. «Επιδιώκετε την αγάπη, [δηλ., επιδιώκετε να ζείτε και να εκφράζετε την αγάπη με όλη σας τη ζωή], επιθυμείτε με ζήλο ό,τι είναι πνευματικό, κι αυτό για να μπορείτε να προφητεύετε [δηλ. να λαμβάνετε και να εκφράζετε το πνεύμα και το θέλημα του Θεού]».

35 Προς Κορινθίους Α΄ 14:31. «Διότι μπορεί ο καθένας ξεχωριστά να προφητεύει [να λέει πράγματα που είναι όντως από τον Θεό και τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος], αλλά αυτό γίνεται για να μαθαίνουν όλοι και για να βρίσκουν στήριγμα όλοι».

36 Βλ. Παπαδογιάννης, Εμμανουήλ, ΑΦΘΑΡΤΑ & ΑΔΙΑΒΛΗΤΑ – Οκτώ Βιβλία Αλήθειας, ό.π., «Οντολογία του Κακού», σ. 260.

37 Κατά Ιωάννην 19:11. «Δεν θα είχες καμία εξουσία εναντίον Μου [ή, επάνω Μου], εάν αυτό δεν σου είχε δοθεί εκ των Άνω».

38 Γνωστότεροι είναι ο Άγιος Ραφαήλ, ο Άγιος Νικόλαος και η Αγία Ειρήνη. Λιγότερο γνωστοί είναι αυτοί που μαρτύρησαν κοντά τους ή, παλαιότερα, στο ίδιο μέρος, και τους οποίους επίσης η Εκκλησία μας πλέον τιμά: Βασίλειος, Μαρία, Ραφαήλ, Θεόδωρος, Σταύρος, Ευφροσύνη, Αγία Ολυμπία κ.α. Βλ. Δημητρίου, Μητροπολίτου Γουμενίσσης, Αξιουπόλεως και Πολυκάστρου, Η Ζωή εκ Τάφων, Γουμένισσα: Ιερά Μονή Αγίων Ραφαήλ, Νικολάου και Ειρήνης Γουμενίσσης, 2006.

39 Προς Κορινθίους Β΄ 11:13-14. «Διότι οι τέτοιου είδους άνθρωποι είναι ψευτο-απόστολοι, δόλιοι εργάτες [απατεώνες], οι οποίοι μετασχηματίζονται σε αποστόλους του Χριστού. Κι αυτό δεν είναι κάτι για το οποίο μπορεί κανείς να εκπλήσσεται· διότι ο σατανάς ο ίδιος μετασχηματίζεται σε άγγελο φωτός [σε φωτεινό άγγελο]. Δεν είναι επομένως σπουδαίο πράγμα που και αυτοί που τον διακονούν [αυτοί που υπηρετούν τον σατανά] μετασχηματίζονται σε διακόνους της αγιότητας».

40 Επιστολή Ιωάννου Α΄ 4:1-3. «Αγαπητοί μου, μην εμπιστεύεστε [μη δίνετε πίστη σε] κάθε πνεύμα [έννοια, εντύπωση, ιδέα, ή πιο ελεύθερα: σε καθετί], αλλά δοκιμάζετέ τα αν προέρχονται από τον Θεό, γιατί πολλοί είναι οι ψευδοπροφήτες που έχουν βγει έξω στον κόσμο. Ο τρόπος με τον οποίο θα καταλαβαίνετε ότι είναι το Πνεύμα του Θεού είναι ότι όποιος και καθετί που δεν ομολογεί ότι ο Ιησούς Χριστός ήρθε στον κόσμο ένσαρκος [με σάρκα, ως πραγματικός άνθρωπος], αυτό [αυτή η ομολογία] δεν προέρχεται από τον Θεό, και ότι κάτι τέτοιο [δηλ. η άρνηση της ένσαρκης παρουσίας του Χριστού] είναι δήλωση του αντίχριστου· κάτι που ακούσατε ότι έρχεται και το οποίο βρίσκεται ήδη τώρα μέσα στον κόσμο».

41 Προς Κορινθίους Α΄ 12:3. «Κανείς δεν μπορεί να πει ότι ο Ιησούς είναι Κύριος [ή, να ομολογήσει τον Ιησού ως Κύριο, ή να τον χαρακτηρίσει ως Κύριο κ.λπ.] παρά μόνον μέσα από την πνοή (τον φωτισμό, την αποκάλυψη) του Αγίου Πνεύματος».

42 Πράξεις 17:28. «Διότι μέσα σ’ Αυτόν ζούμε, κινούμαστε και υπάρχουμε».

43 Βλ. Παπαδογιάννης, Εμμανουήλ, ΑΦΘΑΡΤΑ & ΑΔΙΑΒΛΗΤΑ – Οκτώ Βιβλία Αλήθειας, ό.π., «Συμπαντική Ενότητα», σ. 305.

44 Οὐχ ὅτι ἀλλότριά ἐστι τὰ Πλάτωνος διδάγματα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλ’ ὅτι οὐκ ἔστι πάντῃ ὅμοια, ὥσπερ οὐδὲ τὰ τῶν ἄλλων, Στωϊκῶν τε, καὶ ποιητῶν, καὶ συγγραφέων· ἕκαστος γάρ τις ἀπὸ μέρους τοῦ σπερματικοῦ θείου Λόγου τὸ συγγενὲς ὁρῶν, καλῶς ἐφθέγξατο (Ιουστίνου, Απολογία Δευτέρα Υπέρ Χριστιανών, στο Ελληνική Πατρολογία, επιμ. J.-P. Migne, τόμ. 6, Αθήνα: Κέντρο Πατερικών Εκδόσεων, 2001, σ. 465:13).

45 Ιακώβου Επιστολή 2:5. «Δεν είναι ο Θεός που διάλεξε τους φτωχούς αυτού του κόσμου να είναι πλούσιοι κατά την πίστη και κληρονόμοι της Βασιλείας [Του], την οποίαν υποσχέθηκε σε όσους Τον αγαπούν;»

46 Π.Δ., Ψαλμοί 3:2. «Κύριε, γιατί πληθαίνουν [ή, πολλαπλασιάζονται] αυτοί που με βασανίζουν [ή, που μου παρέχουν πίκρες]; Είναι τόσοι πολλοί αυτοί που μου εναντιώνονται!

47 Βλ. Ουράνια Θαύματα – Κρυμμένες Αλήθειες, «Απόλυτη Βουλητική Διάθεση. Ελευθερία στη Διακίνηση του Νου», σ. 238.

48 Προς Εφεσίους 6:12. «Διότι δεν παλεύουμε ενάντια σε αίμα και σάρκα [δηλ. ενάντια απλώς σε ανθρώπους], αλλά ενάντια προς τις αρχές και τις εξουσίες, τους κοσμοκράτορες του σκότους αυτού του αιώνα· ενάντια στις πνευματικές στρατιές της πονηρίας στα επουράνια».

49 Προς Εφεσίους 6:13-16. «Γι’ αυτό, λοιπόν, πάρτε επάνω σας [φορτωθείτε] όλη την πανοπλία του Θεού, ώστε να μπορέσετε να αντισταθείτε την ημέρα εκείνη την κακή και, έχοντας κάνει τα πάντα, να μπορέσετε να σταθείτε στα πόδια σας. Σταθείτε όρθιοι, λοιπόν, αφού έχετε ζωστεί στη μέση σας την Αλήθεια και αφού έχετε φορέσει τον θώρακα της δικαιοσύνης, και έχετε βάλει στα πόδια σας υποδήματα προετοιμασίας του ευαγγελίου της ειρήνης, πάνω από όλα δε παίρνοντας την ασπίδα της πίστης με την οποία θα μπορέσετε να αποκρούσετε [ή, να σβήσετε] όλα τα πεπυρωμένα βέλη του πονηρού».

50 Προς Ρωμαίους 8:14-15. «[…] διότι οδηγούνται από το Πνεύμα του Θεού, αυτοί είναι υιοί [παιδιά] του Θεού. Διότι δεν λάβατε πάλι πνεύμα δουλείας στον φόβο, αλλά λάβατε πνεύμα υιοθεσίας με το οποίο διαδηλώνουμε δυνατά: “Αββά! Πατέρα!”»

51 Κατά Ματθαίον 16:24. «Εάν κάποιος θέλει να πάρει τα βήματά Μου [ή, να Με ακολουθήσει], ας απαρνηθεί τον εαυτό του, ας σηκώσει τον σταυρό του και ας Με ακολουθήσει».

52 Κατά Ιωάννην 8:32. «[…] θα γνωρίζετε την αλήθεια και η αλήθεια θα σας κάνει ελεύθερους».

53 Πρβ. Σαχάς, Δανιήλ, Σπέρμα Αβραάμ, Αθήνα: Εκδόσεις Ιωλκός, 2011, «Αιρέσεις», σ. 308.

54 Πρβ. επίσης Κατά Μάρκον 8:34.

55 Λιγομενίδης, Πάνος, Το Γίγνεσθαι, ό.π., Κεφ. Δ8.8, «Ο ρόλος του ανθρώπου: Η επικοινωνιακή συνείδηση ολόκληρης της ανθρωπότητας», σ. 162.

56 Λιγομενίδης, Πάνος, Το Γίγνεσθαι, ό.π., Επιλογικό Σημείωμα Τόμου Ε΄, σ. 121.

57 Λιγομενίδης, Πάνος, Το Γίγνεσθαι, ό.π., Κεφ. Δ7.6, «Η κοινωνία μας στην εποχή της αμφιβολίας και της κοινωνικής σύγχυσης», σ. 138.

58 Σαχάς, Δανιήλ, Σπέρμα Αβραάμ, ό.π., 2011, «Θεολογικές σπουδές», σ. 216.

59 Κατά Ιωάννην 21:20. «[…] τον μαθητή αυτόν που αγαπούσε ο Ιησούς».

60 Ιωάννου, Αποκάλυψις 1:3. «Μακάριος [είναι] εκείνος που διαβάζει, καθώς και εκείνοι που ακούν τις λέξεις της προφητείας και τηρούν όσα είναι γραμμένα σ’ αυτήν· διότι έφτασε κι είναι κοντά ο καιρός [δεν απομένει πια πολύς καιρός]».

61 Προς Κορινθίους Α΄ 3:1. «Και εγώ, αδερφοί, δεν μπόρεσα να σας μιλήσω σαν πνευματικά πρόσωπα, αλλά σαν σαρκικά όντα, σαν κατά Χριστόν νήπια [σαν όντα τα οποία, με βάση τον (ή, όσον αφορά στον) Χριστό, είναι ακόμη σε νηπιώδη πνευματική κατάσταση]».

62 Κατά Ιωάννην 16:12. «Έχω πολλά ακόμα να σας πω, αλλά δεν μπορείτε να τα αντέξετε όλα τώρα».

63 Κατά Ιωάννην 16:13. «Όταν όμως έλθει Εκείνος, το Πνεύμα της Αληθείας, θα σας οδηγήσει σε όλη την Αλήθεια [στην πληρότητα της Αλήθειας]. Δεν πρόκειται να μιλήσει αφ’ εαυτού [με δική Του αυθεντία], αλλά θα πει όσα θα ακούσει· και θα σας αναγγείλει πράγματα που πρόκειται να συμβούν».

64 Προς Κορινθίους Β΄ 12:2-4. «Γνωρίζω άνθρωπο σύμφωνα με τον [ή, πού είναι μέσα στον] Χριστό […] τον οποίο [άνθρωπο] άρπαξε [η χάρη του Θεού] μέχρι το ύψος του Τρίτου Ουρανού. Και γνωρίζω έναν τέτοιον άνθρωπο (με σώμα, ή χωρίς σώμα, δεν ξέρω – ο Θεός ξέρει) ότι τον άρπαξαν και τον πήγαν στον Παράδεισο και [εκεί] άκουσε λόγια που δεν μπορεί, ούτε επιτρέπεται, να τα πει άνθρωπος».

65 Ware, Κάλλιστου, Μητροπολίτου Διοκλείας, Εχθροί ή φίλοι; «Η ψυχή κατά τους Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας», Αθήνα: Εκδόσεις Εν Πλω, 22015, σ. 38.

66 Ware, Κάλλιστου, Εχθροί ή φίλοι; Ό.π., σ. 40.

67 Ware, Κάλλιστου, Εχθροί ή φίλοι; Ό.π., σ. 41.

68 Ware, Κάλλιστου, Εχθροί ή φίλοι; Ό.π., σ. 43.

69 Ware, Κάλλιστου, Εχθροί ή φίλοι; Ό.π., σ. 48.

70 Ware, Κάλλιστου, Εχθροί ή φίλοι; Ό.π., σ. 43.

71 Ware, Κάλλιστου, Εχθροί ή φίλοι; Ό.π., σ. 45

72 Ware, Κάλλιστου, Εχθροί ή φίλοι; Ό.π., σ. 45.

73 Σωφρόνιος Σαχάρωφ, Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, μτφρ. από τα ρωσικά Αρχιμανδρίτου Ζαχαρία, μτγλ. της Γ΄ έκδοσης στη δημοτική, Έσσεξ Αγγλίας: Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου, 62014, «Η Υποστατική Αρχή», σ. 295.

74 Όταν απλοϊκά αναφερόμαστε στην ενότητα της Χριστιανικής Εκκλησίας, είναι χρήσιμο να ενθυμούμαστε ότι έχουν καταγραφεί χιλιάδες ομολογίες μέχρι σήμερα. Μήπως δεν είχαν αρχίσει να διαμορφώνονται διαιρέσεις στο Σώμα της Εκκλησίας ήδη από τα πρώτα Χριστιανικά χρόνια, αυτές στις οποίες αναφέρεται και ο Απ. Παύλος απευθυνόμενος προς τους Κορίνθιους (βλ. Προς Κορινθίους Α΄ 1:10). Αποτολμώ να διατυπώσω την εξής διαπίστωσή μου: ότι όσο διαφέρει στις λεπτομέρειες η όψη δισεκατομμυρίων ανθρώπων, άλλο τόσο διαφέρει από μεγάλες ως απειροελάχιστες διαφορές η θεώρηση και κατανόηση της Χριστιανικής Πραγματικότητας από όλους τους ανθρώπους. Η Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία δεν μπορεί εδώ και σχεδόν 100 χρόνια να επιλύσει ενωτικά και να αντιμετωπίσει στο εσωτερικό της με χριστιανική αγάπη το θέμα της αποδοχής ενός ημερολογίου έναντι ενός άλλου – είναι ρεαλιστικό να αναμένουμε να δύναται να δώσει απαντήσεις σε σύνθετα θεολογικά ζητήματα αιώνων;

75 Σαχάς, Δανιήλ, Σπέρμα Αβραάμ, ό.π., «Θεολογικές σπουδές», σ. 216.

76 Εἰ γάρ τοι μὴ τῆς χρείας χάριν ἀπήρξατο τῆς τῶν ὄντων γενέσεως ὁ Δημιουργός, ἀλλὰ τοῦ ἰδίου δυνατοῦ καὶ σοφοῦ, ἐνδόξου τε καὶ μεγαλοπρεποῦς μόνον, τάχ’ ἂν θᾶττον μυρίους ἀνθ’ ἑνὸς ἑώρακας Κόσμους· μᾶλλον μὲν οὖν οὐδὲ κόσμους, οἷον ὁ νῦν ὁρώμενος, ἀλλὰ τινὰς ξένους, ὑπερφυεῖς τε καὶ ὑπὲρ νόησιν· ὧν τοῦ κάλλους καὶ τῆς σοφῆς ποικιλίας, οὐδ’ ἂν ψυχὴ τὴν δόξαν τε καὶ στιλπνότητα ἐκ τοῦ ῥᾴστου ὑπενεγκεῖν ἠδύνατο, ἀλλ’ ἐξέφυγεν ἐκ τοῦ σώματος ἐξ ἐκπλήξεων (Πατριάρχης Κάλλιστος [Αγγελικούδης], στο Φιλοκαλία, τόμ. Δ΄ [1960], σ. 315:κζ΄). Μτφρ. από Φιλοκαλία, τόμ. Ε΄ [2002], «Περί θεωρίας», σ. 150:27.

77 Βλ. Αθανασιάδη, Πολύμνια, Η άνοδος της μονοδοξίας στην ύστερη αρχαιότητα, μτφρ. Ειρ. Μητούση, Αθήνα: Εκδόσεις της Εστίας, 2017, σσ. 96-106, 197-198 κ.α.

78 Ware, Κάλλιστου, Εχθροί ή φίλοι; Ό.π., «Η ψυχή κατά τους Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας», σ. 45.

79 Κατά Ιωάννην 20:17. «Της λέει ο Ιησούς: “μη μ’ αγγίζεις”».

80 Ιωάννου, Αποκάλυψις 3:16. «Έτσι, λοιπόν, επειδή είσαι χλιαρός, ούτε ζεστός ούτε ψυχρός, πρόκειται να σε εμέσω [ή, ξεράσω] από το στόμα Μου».

81 Κατά Ιωάννην 16:12. «Έχω πολλά ακόμα να σας πω, αλλά δεν μπορείτε να τα αντέξετε όλα τώρα».

82 Προς Εβραίους 2:2-3. «… διότι εάν τα λόγια που εκφωνήθηκαν μέσω Αγγέλων αποδείχθηκαν στέρεα [και αληθή] […] πώς εμείς, που φανήκαμε αμελείς προς μια τόσο μεγάλη σωτηρία [ή, ευεργεσία σωτηρίας], θα ξεφύγουμε [τη δίκαιη ανταμοιβή της, που είναι τιμωρία];»

83 Κατά Ματθαίον 13:17. «Αλήθεια σας το λέω, πολλοί προφήτες και ενάρετοι [ή, καλοί, ή ηθικοί] άνθρωποι είχαν επιθυμία να δουν αυτά που βλέπετε εσείς, και δεν τα είδαν, και να ακούσουν αυτά που ακούσατε εσείς, και δεν τα άκουσαν».

ΚΕΦΑΛΑΙΑ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

ΟΥΡΑΝΙΑ ΘΑΥΜΑΤΑ
ΚΡΥΜΜΕΝΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ
Το Ένατο Βιβλίο