08.02 | Εισαγωγή – Βιβλία Αλήθειας – Truth Legacy Books

2. Εἰσαγωγή

ΒΙΒΛΙΟ ΟΓΔΟΟ: ΠΟΡΕΙΑ ΑΓΓΕΛΩΝ ΣΤΗ ΓΗ

A- A A+

Ὅπως εἶχε προαναγγελθεῖ, μὲ αὐτὸ τὸ ὄγδοο βιβλίο κλείνει ὁ κύκλος τῶν τηλεπαθητικῶν ὑπαγορεύσεων-ἐγγραφῶν, καὶ ἔτσι τελειώνει καὶ ἡ καταγραφὴ τῶν γεγονότων ἐκείνων ποὺ πρόκειται νὰ συμβοῦν, γεγονότων ποὺ ἀφοροῦν τὴν πνευματικὴ ἱστορία τοῦ πλανήτη μας, μέσα στὴν ὁποία καίρια θέση καταλαμβάνει ἡ μελλοντικὴ «τύχη» ὅλων τῶν ὀντοτήτων καὶ ἰδιαίτερα τοῦ ἀνθρώπου.

Τὸ τί θὰ ἀποκομίσει ὁ κάθε ἀναγνώστης-ἐρευνητὴς ἀπὸ τὸ περιεχόμενο αὐτῶν τῶν βιβλίων ἐναπόκειται στὸν ἴδιο. Πάντως, ὅλοι πρέπει νὰ γνωρίζουν ὅτι ὁ κωδικὸς γιὰ τὴν κατανόηση τῶν ὅσων περιέχονται στὰ κείμενα αὐτὰ εἶναι πάντοτε ἡ πίστη. Μόνο οἱ ἐρευνητὲς-πιστοὶ θὰ μπορέσουν νὰ εἰσχωρήσουν στὰ ἄδυτα καὶ νὰ ἀντλήσουν τὸ «ὕδωρ» ἀπὸ τὴν πηγή, μόνο αὐτοὶ θὰ μπορέσουν νὰ γευτοῦν τοὺς καρποὺς ποὺ τόσο ἁπλόχερα χάρισε ὁ Οὐρανὸς σὲ ὅλους μας.

Θὰ ἤθελα ἀκόμα νὰ προσθέσω ὅτι ὅταν μιλῶ γιὰ πίστη, δὲν ἐννοῶ τὴν πίστη ἐκείνη ποὺ συνδυάζεται μὲ κάποιο θρησκευτικὸ πλαίσιο, χωρὶς ὅμως αὐτὸ νὰ σημαίνει ὅτι στρέφομαι ἐναντίον μιᾶς ὁποιασδήποτε θρησκείας καὶ ἰδιαίτερα τῆς θρησκείας τῶν προγόνων μας, δηλαδὴ τὸν Χριστιανισμό. Ἁπλῶς θέλω νὰ ξεχωρίσω τὶς θρησκευτικὲς πεποιθήσεις –οἱ ὁποῖες μπορεῖ νὰ εἶναι προϊὸν ἔνταξης σὲ κάποιον δογματικὸ σχηματισμὸ ἢ μιὰ ἁπλὴ συναισθηματικὴ τοποθέτηση ἢ ὁτιδήποτε ἄλλο– ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ πίστη, ἡ ὁποία εἶναι πάντοτε προϊὸν ἀναζήτησης καὶ ἔρευνας.

Πίστη εἶναι ἡ λαχτάρα νὰ γνωρίσεις τὸν Θεὸ σὲ σημεῖο τέτοιο, ποὺ ἡ Παρουσία Του νὰ σοῦ εἶναι ἄμεσα ἀντιληπτή. Εἶναι, δηλαδή, κάτι ποὺ βιώνεται, κάτι ποὺ ἐνυπάρχει μέσα στὸ εἶναι τῆς κάθε ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Εἶναι, ἀκόμα, ἡ ἱκανότητα νὰ «βλέπω» τὸν Θεὸ στὸ Σύμπαν ὁλόκληρο καὶ στὸν ἑαυτό μου. Ὅταν, γιὰ παράδειγμα, βρέχει, ὅταν φυσᾶ ὁ δυνατὸς ἄνεμος, ὅταν ὁ ἥλιος φωτίζει καὶ θερμαίνει τὰ πάντα, ὁ πιστὸς δὲν σκέπτεται ἁπλῶς ὅτι βρέχει, φυσᾶ κ.λπ., ἀλλὰ ἀντιλαμβάνεται ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἐκφράζεται μέσω τῶν δυνάμεων αὐτῶν τῆς φύσης.

Στοὺς καιρούς μας, βέβαια, ὁ ἥλιος, ἀντὶ νὰ φωτίζει καὶ νὰ θερμαίνει, «καίει» –μὲ τὴν ἔννοια ὅτι πυρπολεῖ–, ὁ ἄνεμος θανατώνει καὶ συμπαρασύρει στὴ δίνη του τὰ πάντα, ἡ βροχὴ ἔχει γίνει ἐπίσης θανατηφόρα. Αὐτὸ δὲν εἶναι τυχαῖο, εἶναι ἡ κατάληξη τῆς πορείας τῆς ζωῆς μας, ὅπως ἐμεῖς τὴν ἐπιλέξαμε. Κάτι τέτοιο δὲν σημαίνει, φυσικά, ὅτι ὁ Θεὸς στρέφεται διὰ τῶν δυνάμεων τῆς φύσης ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων, σημαίνει ἁπλῶς τὴ δική μας ἐπιλογὴ καὶ τὴν ἀνάγκη, φυσικά, νὰ ἀναστείλουμε αὐτὲς τὶς διαδικασίες. Ὅλα αὐτὰ ἔρχονται σὰν προειδοποίηση γιὰ αὐτὸ ποὺ ἀναγκαῖα πρόκειται νὰ συμβεῖ, ἐὰν καὶ ἐφόσον δὲν ἀλλάξουμε γραμμὴ πλεύσης. Τὸ σημερινὸ παρὸν τοῦ πλανήτη εἶναι πολὺ σημαντικό, γιατὶ προδιαγράφει τὰ μέλλοντα ποὺ πρόκειται νὰ προκύψουν.

Ἡ πίστη εἶναι ἄσχετη μὲ τὴ θρησκευτικὴ τελετουργία, ἡ ὁποία τελετουργία μόνο ὡς τρόπος ἔκφρασης τῆς λατρείας πρὸς τὸν Θεὸ θὰ πρέπει νὰ νοηθεῖ. Ἡ τελετουργία ἀποτελεῖ βαθμίδα, εἶναι ἡ βάση ἑνὸς κτιρίου, τὸ θεμέλιο ἴσως, ὄχι ὅμως ὁλόκληρο τὸ κτίριο. Ἀναγκαστικὰ ἀκολουθεῖ ἡ θεωρία, δηλαδὴ ἡ ἀνάβαση πρὸς τὸν Οὐρανό.

Ἡ πίστη πηγάζει ἀπὸ τὴν ἄμεση ἐσωτερικὴ ἐμπειρία, μιὰ ἐμπειρία ἄκρως ἀποκαλυπτική, μιὰ ἐμπειρία ποὺ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδεικνύεται ἀναρίθμητες φορὲς στὴν καθημερινή μας ζωή. Ἡ πίστη εἶναι ἐκείνη ποὺ δὲν ἐπιδέχεται σὲ καμία περίπτωση ἀμφιβολίες, φόβους καὶ τὰ παρόμοια.

Ἡ πίστη εἶναι ἕλξη ἀπὸ τὸν Πατέρα, ἕλξη ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀπόφαση νὰ ἀκολουθήσεις τὸν πνευματικὸ δρόμο – καὶ αὐτὸς ὁ δρόμος ὁδηγεῖ στὴ γνώση, τὴν ἐσωτερικὴ γνώση, τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ ποὺ βρίσκεται σὲ ὅλα τὰ δημιουργήματά Του καί, προπαντός, μέσα μας.

Αὐτὸ τὸ ἀλφαβητάρι τῆς γνώσης σοῦ μαθαίνει ὅτι τὰ πάντα ζοῦν, κινοῦνται καὶ τελειώνουν βάσει Σχεδίου καὶ ὅτι τίποτα σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο δὲν εἶναι τυχαῖο, σοῦ μαθαίνει ὅτι ἡ ζωὴ ποὺ ὑπάρχει μέσα σου εἶναι δοτή, οἱ χτύποι τῆς καρδιᾶς σου εἶναι δοτοί, ἡ ἱκανότητα νὰ ἀναπνέεις εἶναι δοτή.

Ἡ πίστη παραμένει σταθερὴ σὲ ὅλα τὰ ἐμπόδια, σὲ ὅλες τὶς ἀντιξοότητες. Σὲ καμία περίπτωση ὁ πιστὸς δὲν συνδέει τὴν πίστη του μὲ τὴν προσωπικὴ εὐημερία, δηλαδὴ μὲ τὴν καλὴ ἢ κακὴ ὑγεία του, μὲ τὴν ὁποιαδήποτε ἀποτυχία ἢ ἐπιτυχία του, μὲ τὴν ἀνέχεια ἢ τὸν πλοῦτο – γιατὶ δέχεται τὸ καθετὶ ὡς ἀναγκαῖο γιὰ τὴν ἐξέλιξή του, τὴν πρόοδό του. Ὁ πιστὸς δὲν φοβᾶται τοὺς ἀνέμους καὶ τὶς βροχές, γιατὶ γνωρίζει ὅτι ἡ ζωὴ περιέχει τὰ πάντα. Τέλος, ἡ ἔρευνα ὁδηγεῖ τὸν πιστὸ στὴ γνώση ὅτι ἡ Θεία Πνοὴ εἶναι ἐκείνη ποὺ κινεῖ τοὺς πλανῆτες καὶ τοὺς γαλαξίες, τοὺς ἀναρίθμητους ἥλιους καὶ κρατᾶ τὰ πάντα στὴν τροχιά τους μὲ μιὰ ἀπαράμιλλη ἁρμονία καὶ ἕναν ὑπέροχο ρυθμό.

Πῶς θὰ γνωρίσει κανεὶς μιὰ τέτοια πίστη; Ἁπλούστατα μὲ τὴ γνωριμία τοῦ ἑαυτοῦ του. Ἡ γνωριμία τοῦ ἑαυτοῦ, δηλαδὴ ἡ αὐτογνωσία –γιὰ τὴν ὁποία, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ πρῶτο βιβλίο, ἔχουμε ἀναφερθεῖ καὶ σὲ ὅλα τὰ ἄλλα–, δὲν εἶναι ἕνα ἁπλὸ πράγμα, εἶναι ἔργο ζωῆς.

Αὐτογνωσία, δηλαδή, δὲν σημαίνει ὅτι ἁπλῶς ἀντιλαμβάνομαι ὅτι ὁ πραγματικὸς ἑαυτός μου εἶναι ἡ «ψυχὴ» ποὺ ἔχω μέσα μου καὶ ὅτι ὁ ἐξωτερικὸς ἑαυτός μου, ἡ προσωπικότητά μου, εἶναι κάτι ποὺ πρέπει νὰ ἐξυπηρετεῖ τὴν ψυχή. Αὐτογνωσία σημαίνει: ἀφοῦ γνωρίσω τὸν ἐσωτερικὸ ἑαυτό μου, τὴν ψυχή μου, νὰ παραχωρήσω σὲ αὐτὸν τὴ δυνατότητα νὰ πραγματώσει τὸν σκοπό του, δηλαδὴ νὰ γνωρίσει μέσω τῆς ἐμπειρίας τὸ ἀνθρώπινο γίγνεσθαι σὲ ὅλα του τὰ ἐπίπεδα. Βέβαια, δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε ὅτι ὁ δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ στὴν πλήρη γνώση τοῦ ἑαυτοῦ τερματίζεται μόνο ὅταν ἐπιτύχουμε τὴ συνάντηση τοῦ πνευματικοῦ ἑαυτοῦ μας, ὅταν, δηλαδή, μὲ τὴν ἐσωτερικὴ ἐνδοσκόπηση καὶ ἐνατένιση –ποὺ γίνεται διαισθητικὰ– βρεθοῦμε πρὸ τῆς πνευματικῆς μας ὑπόστασης, πρὸ τοῦ ἐνοικοῦντος σὲ ἐμᾶς πνεύματος. Ὅταν ἐπιτύχουμε λοιπὸν τὴν πλήρη αὐτογνωσία καί, στὴ συνέχεια, μέσω μιᾶς ἐκστατικῆς κατάστασης, ὁδηγηθοῦμε μὲ τὴν ἀνάταση καὶ τὴ διάχυση τοῦ ἑαυτοῦ μας στοὺς κόλπους τοῦ Πυρήνα, δηλαδὴ στὴν πλήρη γνώση τοῦ Θεοῦ, τότε καὶ μόνο τότε θὰ ἔχουμε φτάσει στὸ τέρμα τῆς γήινης προσπάθειας, μιᾶς προσπάθειας ποὺ θὰ ἐπιτρέψει τὴν Επάνοδο καὶ Ενοποιηση τοῦ ἐνοικοῦντος σὲ ἐμᾶς πνεύματος μὲ τὴν Πηγή, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀπέρρευσε καὶ ἀπὸ τὴν ὁποία θὰ ἀφομοιωθεῖ – πάντοτε ὅμως ὡς μιὰ ἐξατομικευμένη ὀντότητα, ἕνα βότσαλο μέσα στὸν ἀπέραντο Ὠκεανὸ καὶ ὄχι μιὰ σταγόνα ποὺ χάνει τὴν ὑπόστασή της μὲ τὴν ἀφομοίωση.

Ἡ ἐμπειρία τῶν αἰσθήσεων καὶ ἡ ἀποτύπωσή της στὸν ἐγκεφαλικὸ νοῦ ὠφελεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν ἐπιβίωσή του καὶ στὴν ἀντιμετώπιση τοῦ φυσικοῦ κόσμου, γρήγορα ὅμως χάνεται καὶ μὲ τὸν θάνατο ἐξαφανίζεται ἐντελῶς. Ἀντίθετα, ἡ ἐμπειρία τῆς ψυχῆς ὁδηγεῖ στὴν αὐτογνωσία καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὴν τελείωση τῆς ψυχῆς.

Ἡ ψυχὴ εἶναι ἕνα ἐλάχιστο πολλοστημόριο τῆς Θείας Δύναμης. Κατέρχεται στὴ Γῆ γιὰ νὰ ἐπαληθευτεῖ ἡ Ἀλήθεια – γιατὶ καὶ ἡ Ἀλήθεια χρειάζεται ἐπαλήθευση. Κατακερματίζει ὁ Θεὸς τὴ Δύναμή Του σὲ τρισεκατομμύρια ψυχὲς καὶ μέσω αὐτῶν τῶν ψυχῶν ἐπαληθεύεται τὸ Θαῦμα τῆς Δημιουργίας. Ἡ Θεϊκὴ Δύναμη διαχέεται παντοῦ, στὸν ἥλιο, στὸν ἀέρα, στὴ βροχή. Στὸσύμπαν ὁλόκληρο, στὰ φυτά, στὰ δέντρα καί, προπαντός, σὲ ἐμᾶς τοὺς ἀνθρώπους. Εἶναι διάχυτη στὰ μάτια μας, στὴν ἀκοή μας, στὸν νοῦ μας, στὴν ψυχή μας.

«Ἄνθρωπε, γνώρισε τὸν ἑαυτό σου, καὶ μέσω αὐτοῦ νὰ εἶσαι βέβαιος ὅτι θὰ γνωρίσεις τὸν Θεό».

Μὲ τὴ γνωριμία τοῦ ἑαυτοῦ συνδέεται ἄμεσα ἡ πορεία τοῦ ἀνθρώπου στὸ ἄπειρο Σύμπαν.

Μὲ τὴ γνωριμία τοῦ ἑαυτοῦ ἀρχίζει ἡ ἀποκάλυψη τοῦ μυστηρίου.

Σ’ ἐκεῖνον ποὺ γνώρισε τὸν ἑαυτό του, δίνεται ἡ γνώση τῶν πάντων. […] Ὅπως λένε οἱ ἅγιοι Βασίλειος καὶ Γρηγόριος, ἐκεῖνος ποὺ ἐννόησε ὅτι ὁ ἑαυτός του βρίσκεται μεταξὺ μεγέθους καὶ ταπεινότητας –ἐπειδὴ ἔχει νοερὴ ψυχὴ καὶ θνητὸ καὶ γήινο σῶμα–, ποτὲ δὲν ὑπερηφανεύεται, οὔτε ἀπελπίζεται […]. (Ὅσιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός)422

Σιγὰ-σιγὰ τὸ πέπλο τοῦ μυστηρίου ποὺ ἐπικαλύπτει τὴν ὕπαρξη ἀρχίζει νὰ ἀποκαλύπτεται καὶ κάποια μέρα αὐτὸ τὸ φῶς, αὐτὸ τὸ πνεῦμα ποὺ ὑπάρχει μέσα στὴν ὕπαρξη, ἔξω καὶ πέρα ἀπὸ αὐτήν, αὐτὴ ἡ «πνοὴ» ποὺ συνέχει, συντηρεῖ καὶ ἐνδυναμώνει τὸ Σύμπαν, θὰ ἐκραγεῖ καὶ ἡ ὕπαρξη –ἡ ἀνθρώπινη ὀντότητα τῆς εὐθείας πορείας– θὰ μπορεῖ νὰ τὸ δεῖ παντοῦ. Θὰ δεῖ ὁλόκληρο τὸ Σύμπαν νὰ ὑπάρχει μέσα καὶ ἔξω ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Ὁ θεϊκὸς σπινθήρας θὰ πλημμυρίσει τὰ μάτια του καὶ τότε θὰ ἀντικρίζει μὲ τὴν ὅραση τῆς ψυχῆς του τὸν ἴδιο ἐσώτερο φωτεινὸ ἑαυτό του, ὅπου καὶ ἂν κοιτάζει. Θὰ βλέπει τὴν ἀκτινοβολία του παντοῦ ὅπου στρέφει τὸ βλέμμα του, στοὺς ἀνθρώπους, στὰ ἀντικείμενα, στὸν οὐρανὸ σὰν πλειάδα ἀστεριῶν, σὰν ἕναν φωτεινὸ ἥλιο, φωτεινότερο ἀκόμα καὶ ἀπὸ τὸν ὁρατὸ ἥλιο τοῦ πλανητικοῦ μας συστήματος. Θὰ βλέπει τὴν ἴδια τὴν ψυχή του νὰ ἀκτινοβολεῖ καί, ὅπου καὶ ἂν βρίσκεται, ὁ νοῦς τῆς ψυχῆς του θὰ συναντᾶ τὴ δική του ἐσωτερικὴ φωτεινὴ ὑπόσταση. Γρήγορα θὰ ἀντιληφθεῖ ὅτι ὁλόκληρο τὸ Σύμπαν περιέχεται στὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτὸ καὶ θὰ κατανοήσει ὅτι μέσα σὲ αὐτὲς τὶς ἀμέτρητες μεταβολὲς ποὺ συμβαίνουν μέσα στὸν δημιουργημένο κόσμο συμμετέχει καὶ ἐκεῖνος ἐνεργὰ καὶ συμβάλλει πότε θετικὰ καὶ πότε ἀρνητικὰ στὴν ἁρμονία ἢ στὴ δυσαρμονία τοῦ Σύμπαντος. Τέλος, θὰ συνειδητοποιήσει ὅτι ἡ ὕπαρξή του καθρεφτίζεται παντοῦ καὶ ὅτι εἶναι δική του ἡ ἀντανάκλαση ποὺ ἐμφανίζεται μπροστά του διαρκῶς.

Ὅταν ἕνας ἄνθρωπος ζεῖ ἁρμονικὰ μὲ τὸν ἐσώτερο ἑαυτό του, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι τὸ φυσικὸ καὶ συναισθηματικό του σῶμα ὑποτάσσεται στὴν ψυχὴ καί, ὑπὸ τὴν ἐπήρεια τῆς ψυχῆς, συλλειτουργεῖ ἁρμονικά, τότε ὁλόκληρη ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη φτάνει εὔκολα στὸ σημεῖο τῆς φώτισης καὶ τῆς πραγμάτωσης.

Στὴ λειτουργικὴ αὐτὴ κατάσταση, ὅταν ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη στρέψει τὴν προσοχή της πρὸς τὰ «ἄνω» καὶ ἐπιζητήσει τὴν ἐπικοινωνία μὲ τὶς Θεῖες Δυνάμεις, ἂν ὄχι τὴν ἴδια στιγμή, πάντως βαθμιαῖα, λαμβάνει γνώση τῆς κοσμικῆς ἐνέργειας καὶ δέχεται τὴν πνευματικὴ Παρουσία τοῦ Υἱοῦ –δηλαδὴ τὴν παρουσία σοφίας καὶ ἀγάπης– ὁ Ὁποῖος ἔχει ἀπερίφραστα δηλώσει ὅτι «θὰ εἶμαι πάντοτε μαζί σας».

Ἡ σύνδεση τῆς ἀνθρώπινης ὀντότητας μὲ τὴν ἐνέργεια-δύναμη ποὺ ἕλκεται ἀπευθείας ἀπὸ τὸ Σύμπαν θὰ γίνει μὲ τὴ σταθερὴ ἐπίκληση τοῦ Ὀνόματος τοῦ Κυρίου.

Σύμφωνα μὲ τὴ Διδασκαλία, ἡ ἀπαιτούμενη συνεχὴς ἐπίκληση τοῦ Θείου Ὀνόματος βασίζεται στὸ γεγονὸς ὅτι, ἐπὶ αἰῶνες, λίγο ὡς πολὺ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ζήσει μὲ τέτοιο τρόπο, ὥστε νὰ ἔχουν παγιωθεῖ στὸν συναισθηματικὸ καὶ νοητικό τους κόσμο στρώματα ἀρνητικῆς καὶ καταστρεπτικῆς ἐνέργειας.

Ἑπομένως, γιὰ νὰ μετουσιώσει κανεὶς αὐτὴ τὴν ἀρνητικὴ ἐνέργεια, θὰ πρέπει νὰ ὁδηγηθεῖ σὲ μιὰ ἐνέργεια ἐκ διαμέτρου ἀντίθετη ἀπὸ ὅ,τι κατὰ τὴν προηγούμενη ζωή του, γεγονὸς ποὺ θὰ ἐπιφέρει τὸ ἰσοζύγιο στὴ συνείδησή του.

Ὅταν μιὰ ἀνθρώπινη ὀντότητα –ἀνὰ τοὺς βιοτικούς της κύκλους στὴ Γῆ– ἔχει ἐπαναλάβει ἐπὶ χιλιάδες χρόνια ὅτι εἶναι δυστυχής, ἀνικανοποίητη, ἀδικημένη, ἐγκαταλελειμμένη, μόνη κ.λπ., τότε εἶναι βέβαιο ὅτι ἔχει δημιουργήσει βαθιὲς τομὲς ἀρνητικῆς ἐνέργειας ποὺ λειτουργοῦν σὰν ἑστίες πνευματικῆς μόλυνσης.

Ὅταν μιὰ ἀνθρώπινη ὕπαρξη στρέψει τὴν προσοχή της πρὸς τὸν Θεὸ ἢ τὸν Χριστό, ποὺ τοὺς λατρεύει ἀνάλογα μὲ τὶς θρησκευτικές της πεποιθήσεις καὶ ἐπιζητεῖ τὴν ἐπικοινωνία μετ’ Αὐτῶν, τότε ἄμεσα ἢ βαθμιαῖα λαμβάνει γνώση τῆς ὕπαρξης τῆς Θείας Ἐνέργειας. Ἀκτίνες φωτὸς ἐπικεντρώνονται σὲ ἐκεῖνον ποὺ συγκέντρωσε τὴν προσοχή του στὴ Θεία Ὕπαρξη. Οἱ ἀκτίνες αὐτὲς –ποὺ μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ ὁρατὲς στὴν ἀνθρώπινη ψυχὴ– δίνουν μέσω τῆς διάνοιας τὸ αἴσθημα τῆς ἠρεμίας, τῆς ἁρμονίας, τῆς ἀσφάλειας καὶ ὁποιοδήποτε ἄλλο αἴσθημα ἀπαιτεῖ ἡ περίσταση.

Μιὰ συνήθης, ἀποτελεσματικὴ μέθοδος γιὰ νὰ ἔρθει κανεὶς σὲ ἐπαφὴ μὲ τὴ Θεία Ἐνέργεια εἶναι ἡ μελέτη κειμένων ποὺ πηγὴ ἔχουν τὴ Θεότητα ποὺ ἐπικαλεῖται.

Ἡ πιὸ ἀποτελεσματική, ὅμως, «μέθοδος» εἶναι ἡ νοερὴ προσευχή,423 κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ὁποίας ὁ προσευχόμενος σκέπτεται τὴ Θεότητα σὰν μιὰ πραγματικὴ ὕπαρξη, σὰν ἕναν φίλο ἀγαπητὸ ἢ ἕναν πατέρα φίλτατο.

Ἡ προσευχὴ μὲ τὴν παραπάνω ἔννοια εἶναι πολύτιμος, ἂν ὄχι μοναδικὸς τρόπος ἐπαφῆς τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης μὲ τὶς Θεῖες Δυνάμεις. Θὰ πρέπει, ὅμως, κανεὶς νὰ ἐπιζητεῖ τὴν ἐπαφὴ αὐτὴ καθημερινὰ καὶ γιὰ κάποιο ὁρισμένο χρόνο κάθε φορά, ὥστε νὰ ἐξασφαλίσει διαρκὴ ἐπαφὴ καὶ φιλία μὲ τὸ Θεῖο, τὸ ὁποῖο θὰ ἐμπλουτίσει τὸν νοῦ, τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα του.

Ἐὰν ὁ ἐπικαλούμενος τὴ Θεία Ὕπαρξη πράττει αὐτὸ συνεχῶς, μία ἢ δύο φορὲς τὴν ἡμέρα, εἶναι βέβαιο ὅτι θὰ διατηρεῖ τὴ θεία ἀκτινοβολία συνεχῶς ἐνώπιόν του.

Τὸ κατὰ πόσον ἡ ἀνθρώπινη σκέψη ἐπηρεάζει θετικὰ ἢ ἀρνητικὰ τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη μπορεῖ κανεὶς νὰ τὸ παρατηρήσει στὴν περίπτωση τῆς συγκέντρωσης πολλῶν ἡλικιωμένων ἀνθρώπων ποὺ δὲν ἔχουν καμία σχέση μὲ τὴν πνευματικὴ διδασκαλία, ἰδίως ὅταν αὐτοὶ οἱ ἡλικιωμένοι εἶναι συγκεντρωμένοι σὲ ἱδρύματα, γηροκομεῖα κ.λπ., ὅπου γίνεται συχνὴ ἐπανάληψη τῶν διάφορων προσωπικῶν δυσχερῶν καταστάσεων, ὑποκειμενικὰ ἢ ἀντικειμενικά, τοῦ καθενός – γιὰ παράδειγμα, μικρὴ ἢ καθόλου σύνταξη, ἐγκατάλειψη ἀπὸ συγγενεῖς καὶ φίλους, φθορὰ σώματος, πρόσφατη κατάσταση ὑγείας κ.λπ. Στὶς περιπτώσεις αὐτὲς δημιουργεῖται ἐντὸς καὶ γύρω ἀπὸ τὸν χῶρο σύννεφο αἰθερικῆς οὐσίας, ποὺ εἶναι προτιμότερο νὰ μὴ μπορεῖ νὰ τὸ δεῖ κανείς. Γίνεται, ὅμως, ἀμέσως ἀντιληπτὴ μιὰ καταθλιπτικὴ-βεβαρημένη ἀτμόσφαιρα, τὴν ὁποία ὁποιοσδήποτε συνειδητοποιημένος ἄνθρωπος θὰ ἤθελε νὰ ἀποφύγει. Σκεφτεῖτε τοὺς χώρους αὐτοὺς νὰ ἐπικεντρώνουν τὴ σκέψη τους στὴν Αἰώνια Ὕπαρξη, στὴν ἀφθαρσία, στὴν αἰωνιότητα τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς καὶ στὴν ἀναγκαιότητα τῆς φθορᾶς, τοῦ γήρατος καὶ τοῦ θανάτου. Τότε ὅλο αὐτὸ τὸ σκοτεινὸ σύννεφο ποὺ πλακώνει τὴν ἀνθρώπινη καρδιὰ θὰ ἐξαφανιζόταν καὶ τὴ θέση του θὰ ἔπαιρνε ἡ ἐλπίδα, ἡ ἠρεμία καὶ ἕνα αἴσθημα ἀσφάλειας, ποὺ θὰ κάλυπτε τὶς ὑπάρξεις αὐτὲς συνεχῶς.

Κάθε ἀνθρώπινη ὕπαρξη συμβάλλει θετικὰ ἢ ἀρνητικὰ στὴν παγκόσμια ἁρμονία, συμβάλλει μὲ τὶς πράξεις της, μὲ τοὺς λόγους της, μὲ τὶς ἁπλὲς σκέψεις. Κάθε ἀνθρώπινη ὕπαρξη ἐπηρεάζει τὴν ἀνθρωπότητα στὸ σύνολό της μὲ τὴ φύση τῶν σκέψεων καὶ τῶν συναισθημάτων ποὺ ἐκπορεύονται ἀπὸ αὐτήν. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἀποφύγει αὐτὴν τὴ συνεχὴ διαρροὴ πρὸς τὰ ἔξω ἢ τὴν εἴσοδο πρὸς τὰ μέσα τῶν συνεπειῶν τῶν δικῶν του σκέψεων καὶ ἐνεργειῶν, καθὼς καὶ τῶν συνανθρώπων του. Ἐντὸς χρόνου μηδενικοῦ, ὅπως γιὰ παράδειγμα μὲ τὴν τηλεόραση καὶ τὸ ραδιόφωνο, λαμβάνονται καὶ μεταδίδονται οἱ θετικὲς καὶ ἀρνητικὲς σκέψεις καὶ ἐνέργειες καὶ ἐπιδροῦν ἀναλόγως.

Ἐὰν γνωρίζαμε ὅτι ὅλες οἱ σκέψεις μας καὶ ἐνέργειές μας ἐκπέμπονται πρὸς τὸ Σύμπαν καὶ ἐπηρεάζουν τὴ ζωὴ ὁλόκληρου τοῦ κόσμου, ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ὅλων τῶν ζώων, ὅλων τῶν φυτῶν, σίγουρα θὰ προσπαθούσαμε νὰ ἐλέγξουμε τὸν ἑαυτό μας καί, στὴν ἀνάγκη, νὰ τὸν ἀλλάξουμε, εὐθυγραμμίζοντάς τον μὲ μιὰ συμπεριφορὰ τέτοια ποὺ θὰ συνέτεινε στὴν ἁρμονικὴ καὶ ἤρεμη ζωή, τὴ δική μας ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων.

Ὁ ἄνθρωπος σὰν ὁλότητα διατρέχει τοὺς βιοτικούς του κύκλους στὴ Γῆ ἀμέριμνος –ὅπως ἀκριβῶς ὁ ταξιδιώτης–, καὶ σκέπτεται τὴν «πατρίδα» του μόνο ὅταν πλησιάσει ὁ χρόνος τῆς ἐπιστροφῆς. Στὸν πνευματικὸ δρόμο, ὁ αἰώνιος ταξιδιώτης, ὅταν ἀποφασίσει τὴν ἐπιστροφὴ σὰν ἄλλος ἄσωτος υἱός, ἔχει νὰ διατρέξει τὰ ἑξῆς στάδια:

Διακαὴς πόθος γιὰ τὴν ἐπιστροφή.

Συγκέντρωση τοῦ νοῦ σὲ μία μόνο σκέψη, σὲ μία μόνο ἰδέα, τὴν προσπάθεια ἐξέλιξής του γιὰ τὴν ἐπιτυχία τοῦ σκοποῦ τῆς ἐπιστροφῆς.

Προσευχὴ τοῦ τύπου ποὺ προαναφέραμε – νοερή.

Θεωρία, δηλαδὴ ἡ ἐμφάνιση ἐνώπιόν του τῆς Δημιουργίας καὶ τοῦ κόσμου τῆς ψυχῆς καὶ ἡ προσπάθεια νὰ ἀντιληφθεῖ ὅ,τι καὶ ἡ ἴδια ἡ ψυχή του γνωρίζει.

Φώτιση, δηλαδὴ τελείωση ὅλων τῶν προηγούμενων σταδίων.

Ἔμπνευση. Κατὰ τὸ στάδιο αὐτό, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ὁ νοῦς παύει νὰ δέχεται ἐρεθίσματα μόνο ἀπὸ τὸν ὑλικὸ κόσμο καὶ νὰ σχηματίζει τὶς ἐμπειρίες ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἐρεθίσματα μέσω τῶν αἰσθήσεων. Ὁ νοῦς κατὰ τὸ στάδιο αὐτό, πειθαρχημένος, ἔχει ἐπίγνωση τῶν πραγμάτων καὶ τῶν ἰδεῶν καί, προπαντός, τῶν πηγῶν γνώσης. Ἔτσι, ἀρχίζει νὰ ἀντλεῖ τὰ ἐρεθίσματά του γιὰ τὸν σχηματισμὸ τῶν ἐμπειριῶν ἀπὸ τὸν ἐσωτερικό του κόσμο. Ἰδέες ποὺ προέρχονται «ἐκ πεδίων βαθέων» μεταδίδονται σὲ αὐτὸν διὰ τῆς ψυχῆς, εἴτε τῆς δικῆς του ὡς ἄμεσης πηγῆς ἢ δι’ ἄλλης ψυχῆς ἐμπνεόμενης. Ὁ νοῦς τότε εἰσέρχεται σὲ νέα ἐπίπεδα καὶ ἡ δράση του ἐπεκτείνεται ὄχι μόνο στὸ ἄμεσο περιβάλλον του, δηλαδὴ στὸ γήινο περιβάλλον, ἀλλὰ καὶ στὸν κόσμο τῶν ψυχῶν, δηλαδὴ στὸ κοσμικὸ γίγνεσθαι.

Μιλήσαμε πιὸ πάνω γιὰ τὴ νοερὴ προσευχή. Θὰ ἦταν χρήσιμο νὰ τὴν καθορίσουμε ἐννοιολογικά. Ἡ διαφορὰ τῆς νοερῆς προσευχῆς ἀπὸ ἐκείνη ποὺ ψελλίζει ὁ συνήθης «πιστὸς» ὅταν «προσεύχεται» ἔγκειται στὸ ὅτι ἡ νοερὴ προσευχὴ κάνει χρήση τοῦ νοῦ ὡς μέσου γιὰ τὴ μετὰ τοῦ πνεύματος ἐπικοινωνία, σὲ ἀντίθεση πρὸς τὴν «κοινὴ» προσευχή, ἡ ὁποία κάνει χρήση τοῦ συναισθήματος πρὸς ἱκανοποίηση κάποιων ἀναγκῶν τοῦ προσευχόμενου ἢ τῶν οἰκείων του.

Ἡ μία προσευχὴ βασίζεται, λοιπόν, στὸν νοῦ καὶ τείνει πρὸς τὰ ἄνω, ἡ ἄλλη στὴν καρδιὰ καὶ τείνει πρὸς τὸν περίγυρο. Ἡ πρώτη σκοπὸ ἔχει τὴν ἕνωση τῆς ψυχῆς μὲ τὸ «ἐν τῷ ἀνθρωπίνῳ σώματι ἐνοικοῦν πνεῦμα» καί, ἀργότερα, μὲ τὸν Θεό. Ἡ ἄλλη κρούει τὴ θύρα καὶ ἐπιζητεῖ ὡς ἐπαίτης ψίχουλα ἀπὸ τὸ Θεῖο Ἔλεος καὶ τὴ Θεία Εὐλογία.

Ἔτσι, ὅπως γίνεται φανερὸ ἀπὸ τὰ προαναφερόμενα, γιὰ τὴν ἐπίτευξη τῶν ἀνώτερων πνευματικῶν στόχων καὶ τὴν κατάκτηση τῶν ἀνώτερων συνειδησιακῶν ἐπιπέδων, θὰ πρέπει τὸ συναισθηματικὸ νὰ παραγκωνιστεῖ ἀπὸ τὸ νοητικό, σὲ συνεργασία μὲ τὴν ψυχή, μὲ ἀπώτερο καὶ μερικότερο σκοπὸ νὰ ἐπιτευχθεῖ ἡ συνένωση νοῦ καὶ καρδιᾶς καὶ ἡ ἀπόλυτη συνεργασία μεταξύ τους.

Πῶς γίνεται αὐτό; Ὑπάρχουν διάφοροι τρόποι.

Πρῶτον, κατανοεῖ κανεὶς τὴ δυαδικότητα πνεύματος-ὕλης ποὺ ἐνυπάρχει στὴν ὕπαρξή του καὶ τὴν ἀντίθεση τοῦ ἑνὸς στοιχείου πρὸς τὸ ἄλλο. Ἀντιλαμβάνεται ὅτι, ὅταν τὸ ὑλικὸ στοιχεῖο ὑπερτερεῖ τοῦ πνευματικοῦ, τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ ἀνθρώπου ἑστιάζεται στὴν ὕλη. Βαθμιαῖα, ὅμως, ὅταν τὸ «ἐνδιαφέρον» αὐτὸ μετακινεῖται καὶ μὲ τὴν πάροδο καὶ τὴ βοήθεια τοῦ χρόνου ἐπέρχεται ἡ μεταβολή, αἰσθάνεται κανεὶς ὅτι κάτι τὸ συγκεκριμένο λείπει ἀπὸ αὐτόν, δημιουργεῖται ἕνα κενὸ καὶ μιὰ διαφορετικὴ διάθεση, μιὰ τάση ἀναχωρητισμοῦ ποὺ συνοδεύεται ἀπὸ τὴν ἔντονη ἐπιθυμία γιὰ τὴν ἐνασχόληση μὲ τὰ πνευματικὰ «πράγματα» καὶ ἕναν διακαὴ πόθο γιὰ ἔρευνα.

Ὁ ἐσωτερικὸς ἄνθρωπος ἀναζητεῖ τὸ ὑψηλότερο καὶ πνευματικότερο. Ἐπιζητεῖ τὴ συνεργασία, τὴν ἐπικοινωνία καί, τελικά, τὴν ἕνωση μὲ τὴν ψυχὴ καὶ ὁραματίζεται τὸν ἀπὸ κοινοῦ μὲ αὐτὴν ἀγώνα γιὰ τὴν ἄνοδο.

Ἀρχίζει μὲ τὴ μελέτη καὶ τὴ σπουδή, ἐξιχνιάζοντας καὶ ἐρευνώντας θέματα τὰ ὁποῖα ἄλλοτε ἦταν ἐντελῶς ξένα γιὰ αὐτόν, δηλαδὴ ἦταν ἐκτὸς τοῦ ἄμεσου ἐνδιαφέροντός του.

Ὁ κάθε ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ προσευχηθεῖ, ὅμως γιὰ τὴ νοερὴ προσευχὴ ἀπαιτεῖται ἀνεπτυγμένος νοῦς καὶ πείρα πρὸς αὐτοσυγκέντρωση, ἡ ὁποία εἶναι ἀνάλογη πρὸς τὴν πνευματικὴ ἀνάταση τοῦ καθενός.424

Νοητικὴ προσήλωση, εἰσακοὴ τῆς φωνῆς τῆς ψυχῆς, ἔρευνα τῆς Ἀλήθειας καὶ διακαὴς πόθος ἀνώτερης ἐξέλιξης εἶναι τὰ γνωρίσματα τοῦ ἀρχάριου ἐπίδοξου ἐρευνητῆ.

Ἔτσι κινούμενος ἐπιτυγχάνει τὴν εὐθυγράμμιση τῶν τριῶν διαστάσεών του, τοῦ πνεύματος, τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, τὴν ἑνοποίηση αὐτῶν καὶ τὴν ἀπὸ κοινοῦ ὤθηση πρὸς τοὺς νέους κοσμικοὺς ὁρίζοντες. Χωρὶς αὐτὴ τὴν εὐθυγράμμιση, ὁ ἀνώτερος ἑαυτὸς δὲν μπορεῖ νὰ ἐπικοινωνήσει καὶ νὰ προσέλθει ἐπικουρικὰ στὴν ἐπιδιωκόμενη ἐξέλιξη.

Ἡ προσευχὴ μὲ λίγα λόγια, φυσικά, ἡ νοερή, εἶναι ἡ ἐπιστήμη διὰ μέσου τῆς ὁποίας μποροῦμε νὰ προσεγγίσουμε ἐδῶ στὴ Γῆ τὴ Θεία Δύναμη. Εἶναι τὸ μέτρο διὰ τοῦ ὁποίου μποροῦμε νὰ καταμετρήσουμε τὸν βαθμὸ τῆς ἐξέλιξης στὸν ὁποῖο ἔχουμε φτάσει μέχρι σήμερα.

Διὰ τῆς προοδευτικῆς μεθόδου τῆς προσευχῆς δημιουργεῖται σὺν τῷ χρόνῳ μιὰ ἀλληλουχία μεταξὺ καρδιᾶς καὶ νοῦ μέχρις ὅτου τὰ δύο αὐτὰ γίνονται ἕνα. Στὴν περίπτωση αὐτή, ὁ ἐξωτερικὸς ἄνθρωπος δὲν εἶναι τίποτα περισσότερο ἀπὸ ἀγωγὸς ἀποκάλυψης τοῦ φωτὸς τῆς ψυχῆς. Τὸ φυσικὸ σῶμα κυριαρχεῖται τελείως ἀπὸ τὴν ψυχὴ καὶ διὰ τοῦ πεφωτισμένου νοῦ, ἡ Θεία Θέληση καὶ οἱ ἀνώτερες πνευματικὲς γνώσεις μεταβιβάζονται στὸν ἐγκεφαλικὸ νοῦ.

Ὁλόκληρος ὁ σκοπὸς τῆς νοερῆς προσευχῆς εἶναι νὰ ἐπιβοηθήσει τὸν ἄνθρωπο νὰ καταστεῖ στὴν ἐξωτερική του ἐκδήλωση ὅ,τι εἶναι στὴν ἐσωτερικὴ πραγματικότητα καὶ νὰ τὸν συνταυτίσει μὲ τὴν ψυχή, τῆς ὁποίας εἶναι ἡ σκιὰ καὶ ἀντανάκλαση.

Ἂν ἐπιθυμεῖς νὰ ἀξιωθεῖς τὴ νοερὴ θεϊκὴ θέα καὶ φανέρωση, ἀκολούθησε πρωτύτερα τὸν εἰρηνικὸ καὶ ἥσυχο βίο. Καὶ ἀφοῦ ἡσυχάσεις, Γνώρισε τὸν Εαυτό Σου καὶ τὸ Θεό. Ἂν κάνεις ἔτσι, δὲν ἐμποδίζει τίποτε, μέσα στὴν κατάσταση τῆς καθαρότητας, τὴν ἀνενόχλητη ἀπὸ κάθε πάθος, σὰν μέσα σὲ λεπτὴ αὔρα, νὰ δεῖς νοερὰ τὸν σὲ ὅλους ἀόρατο, νὰ σοῦ ἀναγγέλλει χαρμόσυνα τὴ σωτηρία σου μὲ τὴν καθαρότερη γνώση Του. (Ὅσιος Θεόγνωστος)425

Τί εἶναι ἡ θεότητα καὶ ποῦ βρίσκεται, μὴ ζητεῖς νὰ μάθεις μὲ τὸ νοῦ σου. Εἶναι ὑπερούσια καὶ δὲν περιέχεται σὲ τόπο, γιατὶ εἶναι πάνω ἀπὸ ὁ,τιδήποτε. Νὰ βλέπεις νοερά, ὅσο εἶναι ἐφικτό, μόνο τὸ Θεὸ Λόγο –γιατὶ λόγω τῆς ἐνανθρωπήσεώς Του εἶναι περιγραπτός– ν’ ἀκτινοβολεῖ μὲ τὴ θεία φύση Του. Αὐτὸς μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ σὲ ὁρισμένο τόπο, ἂν καὶ βρίσκεται παντοῦ, ἀφοῦ κατὰ τὴ θεότητα εἶναι ἀπεριόριστος. Πλὴν ὅσο καθαρίζεσαι ἀπὸ τὰ πάθη, τόσο θὰ ἀξιώνεσαι τὴ θεία ἔλλαμψη. (Ὅσιος Θεόγνωστος)426

Λογικὸς δὲν εἶναι ὅποιος ἔχει προφορικὸ λόγο· γιατὶ αὐτὸ τὸ ἔχει κάθε ἄνθρωπος· εἶναι ἐκεῖνος ποὺ μὲ τὸ λογικὸ ψάχνει καὶ Ερευνα νὰ βρεῖ τὸ Θεό. Καὶ θὰ βρεῖ ὄχι τί εἶναι στὴν οὐσία Του ὁ Ὑπερούσιος –γιατὶ αὐτὸ εἶναι ἀδύνατο σὲ ὅλα τὰ ὄντα– ἀλλὰ ἀπὸ τὴ σοφία στὴ δημιουργία τῶν ὄντων, τὴν πρόνοια, τὴ διοίκηση, τὴ συνοχή, τὴν κυβέρνηση καὶ τὴ συντήρηση, μέσα στὰ ὁποῖα ἀνευρίσκεται καὶ κατὰ κάποιο τρόπο βλέπεται ὁ Ἀριστοτέχνης, ὅπως καὶ ὁ οἰκοδόμος ἀπὸ τὰ ἔργα τῶν χεριῶν του. (Ὅσιος Θεόγνωστος)427

Χωρὶς Γνωση, δὲ θὰ ἀξιωθεῖς τὴ θεία ἀγάπη· οὔτε τὴ γνώση χωρὶς πίστη. (Ὅσιος Θεόγνωστος)428

Ἡ πίστη καὶ ἡ ἐλπίδα δὲν εἶναι τυχαῖα καὶ χωρὶς περιεχόμενο πράγματα. Ἀλλὰ ἡ πίστη ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ δυνατὴ ψυχή, καὶ ἡ ἐλπίδα ἀπὸ εὐθύτητα στὴν καρδιὰ καὶ στὴν προαίρεση. (Ὅσιος Θεόγνωστος)429

Ἐργαζόμενος τὴν πρακτικὴ ἀρετή,430 δὲ θὰ μπορέσεις μὲ αὐτὴν καὶ μόνο νὰ φτάσεις στὴν Απαθεια,431 ὥστε νὰ προσεύχεσαι καθαρὰ καὶ ἀπερίσπαστα, ἂν δὲν ἀκολουθοῦν στὸ νοῦ οἱ πνευματικὲς θεωρίες τῆς Γνωσεως ποὺ φωτίζει καὶ τῆς κατανοήσεως τῶν ὄντων. (Ὅσιος Θεόγνωστος)432

Ὅταν προετοιμάζεσαι λοιπὸν νὰ βγεῖς ἀπὸ τὴν ὕλη, σὰν ἀπὸ δεύτερη σκοτεινὴ μήτρα, πρὸς ἐκεῖνα τὰ ἄυλα καὶ φωτεινά, νὰ εἶσαι χαρούμενος καὶ νὰ δοξάζεις τὸν Εὐεργέτη ποὺ μᾶς μεταφέρει μὲ τὸ θάνατο πρὸς τὰ ἐλπιζόμενα. (Ὅσιος Θεόγνωστος)433

Παρέθεσα πιὸ πάνω ἀποσπάσματα ἀπὸ τὴ διδασκαλία τοῦ Ὁσίου Θεογνώστου τῆς Ἀλεξανδρείας. Τὰ ἀποσπάσματα αὐτὰ εἶναι παρμένα ἀπὸ τὴ Φιλοκαλία τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου. Παρατίθενται δὲ ἐδῶ γιὰ νὰ τεκμηριώσουν τὰ ὅσα στὰ εἰσαγωγικὰ κείμενα –καὶ ὄχι μόνο– ἀναφέρονται καί, συγχρόνως, γιὰ νὰ καταδείξουν ὅτι ἡ πατερικὴ διδασκαλία τῶν «Νηπτικῶν» καλύπτει περισσότερο ἀπὸ ὁποιοδήποτε ἄλλο κείμενο τὸν σημερινὸ ἄνθρωπο, ποὺ τείνει στὴν ἔρευνα καί, μέσα ἀπὸ τὴν ἔρευνα, στὴ γνώση τοῦ Θεου.

Τὰ προκείμενα βιβλία (Ἄφθαρτα, Ἀδιάβλητα Ἀστέρια, Τὸ Τρίτο Βιβλίο – Μηνύματα Ἀγάπης) ἄρχισαν μὲ τὴν πατερικὴ διδασκαλία, ἑπόμενο εἶναι νὰ τελειώσουν μὲ αὐτὴ σὰν ἐπισφράγισμα μιᾶς διδασκαλίας τῶν βιβλίων ποὺ εἶναι σύμφωνη ἀπολύτως, ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη, μὲ τὴ Διδασκαλία τῶν Πατέρων, μόνο ποὺ δίνεται μεταγλωττισμένη στὸν σύγχρονο ἄνθρωπο γιὰ νὰ εἶναι κατανοητὴ σὲ αὐτόν.

Ἡ διδασκαλία ποὺ παρατίθεται μέσω τῶν ὀκτὼ βιβλίων τείνει κυρίως στὴν κορύφωση τῆς ἐξέλιξης τοῦ ἀνθρώπου καὶ στὴν ὑπόδειξη τοῦ προτύπου ἐκείνου ποὺ θὰ εἶναι ἱκανὸ νὰ ἀντεπεξέλθει στὶς ἐπερχόμενες ραγδαῖες ἀλλαγὲς τόσο στὸν πλανήτη, ὅσο καὶ στὴν οὐσία τῶν ὄντων. Τείνει στὴν ἔξοδο τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν πεπερασμένο ὑλικὸ κόσμο καὶ στὴν προετοιμασία του γιὰ μιὰ ζωὴ πραγματικὴ στὸν «καινούριο κόσμο». Στὸν νέο αὐτὸν κόσμο ἡ ἀγάπη καὶ μόνο ἡ ἀγάπη θὰ εἶναι ἡ ἔκφραση τῆς ζωῆς, μιὰ ἀγάπη ποὺ θὰ ἔχει προκύψει ἀπὸ τὴν οὐσιαστικοποίηση τῆς ψυχῆς μέσω τῆς γήινης τριβῆς καὶ τοῦ πόνου.

Τὰ λόγια τοῦ Μεγάλου Μαξίμου θὰ βροῦν ἔτσι τὴν ἔκφρασή τους, γιατὶ:

Ὁ τέλειος στὴν ἀγάπη […] δὲν [θὰ] γνωρίζει διαφορὰ δικοῦ του καὶ ξένου […] ἢ πιστοῦ καὶ ἀπίστου, ἢ δούλου καὶ ἐλεύθερου, ἢ γενικὰ ἀρσενικοῦ καὶ θηλυκοῦ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ [θὰ] ἔχει γίνει ἀνώτερος ἀπὸ τὴν τυραννία τῶν παθῶν καὶ [θὰ] ἀποβλέπει στὴ μία ἀνθρώπινη φύση, ὅλους [θὰ] τοὺς θεωρεῖ ἴσους καὶ [θὰ] ἔχει τὴν ἴδια διάθεση ἀπέναντι ὅλων. (Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής)434

Ὁ τέλειος στὴν ἀγάπη θὰ ἔχει κατανοήσει ὅτι:

Δὲν ὑπάρχει ψυχὴ λογική, ποὺ νὰ ἔχει κατὰ τὴν οὐσία μεγαλύτερη ἀξία ἀπὸ ἄλλη ψυχὴ λογική. Γιατὶ κάθε ψυχὴ ποὺ δημιουργεῖ κατ’ εἰκόνα Του ὁ Θεὸς ἀπὸ ἀγαθότητα, τὴ φέρνει στὴν ὕπαρξη γιὰ νὰ κινεῖται ἀπὸ μόνη της. Καὶ καθεμιά, ἀνάλογα μὲ τὴν πρόθεσή της, ἢ διαλέγει τὴν τιμή, ἢ ἐπισύρει τὴν ἀτιμία θεληματικὰ μὲ τὰ ἔργα της. (Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής)435

Τέλος, ὁ καθένας θὰ γνωρίσει ὅτι:

Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δὲν ἀπουσιάζει ἀπὸ κανένα ἀπὸ τὰ ὄντα καὶ μάλιστα ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ ἔχουν ὁπωσδήποτε λογικό. Γιατὶ αὐτὸ συγκρατεῖ τὴ γνώση καθενός, ἐπειδὴ εἶναι Θεὸς καὶ Πνεῦμα Θεοῦ, καὶ μὲ τὴ δύναμή Του προχωρεῖ προνοητικὰ ἀνάμεσα ἀπ’ ὅλα τὰ ὄντα. (Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής)436

Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι βέβαια παρὸν σὲ ὅλα γενικῶς τὰ ὄντα, καθὼς ὅλα τὰ συγκρατεῖ καὶ ἀνακινεῖ τὰ φυσικά τους σπέρματα. Ἰδιαίτερα ὅμως ὑπάρχει σ’ ὅλους, ὅσοι ὑπακούουν στὸ Νόμο, γιατὶ ὑποδεικνύει σ’ αὐτοὺς τὴν παράβαση τῶν ἐντολῶν καὶ […] προξενεῖ σοφία […]. (Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής)437

Στὸν καθένα φανερώνεται ὁ Θεὸς ἀνάλογα μὲ τὴν ἰδέα ποὺ ἔχει περὶ Αὐτοῦ. Σ’ ἐκείνους ποὺ μὲ τὴν ἐπιθυμία τους ξεπέρασαν τὴν ὑλικὴ σύνθεση καὶ οἱ δυνάμεις τῆς ψυχῆς τους κινοῦνται μὲ ἴση δύναμη γύρω ἀπὸ τὸ Θεὸ σὲ μία καὶ τὴν αὐτὴ ἀεικινησία, φανερώνεται ὡς Μονάδα καὶ Τριάδα, τόσο γιὰ νὰ δείξει τὴν ὕπαρξή Του, ὅσο καὶ νὰ διδάξει μυστικὰ τὸν τρόπο τῆς ὑπάρξεώς Του. Σ’ ἐκείνους ποὺ ἡ ἐπιθυμία τους κινεῖται μόνο γύρω ἀπὸ τὰ ὑλικὰ καὶ οἱ δυνάμεις τῆς ψυχῆς τους δὲν συνδέονται μεταξύ τους, δὲν φανερώνεται ὅπως εἶναι Αὐτός, ἀλλὰ ὅπως εἶναι ἐκεῖνοι, δείχνοντάς τους ὅτι καὶ μὲ τὰ δυό τους χέρια ἔχουν ἀγκαλιάσει τὴν ὑλικὴ δυάδα, κατὰ τὴν ὁποία συγκροτήθηκε ὅλος ὁ σωματικὸς κόσμος, ἀπὸ ὕλη δηλαδὴ καὶ μορφή. (Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής)438

Ὁ ἄνθρωπος τῆς 3ης χιλιετηρίδας, ὁ Νέος Ἄνθρωπος, θὰ διεξέλθει τὶς βαθμίδες τῆς κλίμακας ἐκείνης ποὺ θὰ τὸν ὁδηγήσει στὸν Οὐρανό.

Aὐτὲς oἱ πέντε βαθμίδες εἶναι, κατὰ τὸν Μεγάλο Κάλλιστο, ἡ πράξη, ἡ θεωρία τῶν κτιστῶν αἰσθητῶν, ἡ θεωρία τῶν κτιστῶν νοητῶν, ἡ θεωρία τῶν ἄκτιστων νοητῶν καὶ ἡ θεωρία τοῦ Ενος.

Αὐτὴ ἡ ἱερὴ κλίμακα διαιρεῖται σὲ πέντε βαθμίδες κι ἀνεβαίνει ἔτσι στὸν ἄκρο σκοπό· δὲν ἔχει ὅμως τοπικὴ ἀπόσταση ἡ μία βαθμίδα ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἀλλὰ ἡ διαφορὰ καὶ ἡ ἀπόσταση τῆς μίας ἀπὸ τὴν ἄλλη εἶναι τάξη κάποιας ποιότητας ἢ ἰδιαιτερότητας. Νὰ τὶ ἐννοῶ: Ὄντα εἶναι καὶ τὰ αἰσθητὰ κτιστὰ καὶ τὰ νοητὰ κτιστά, ἀλλὰ τὰ δεύτερα εἶναι πολὺ ἀνώτερα ἀπὸ τὰ πρῶτα, ὅσο διαφέρει καὶ εἶναι καλύτερος ὁ νοῦς ἀπὸ τὴν αἴσθηση. Ἐπίσης εἶναι κατὰ πολὺ ἀνώτερα τὰ ἄκτιστα νοητὰ ἀπὸ τὰ νοητὰ κτιστά, ἐνῶ καὶ τὰ δύο εἴδη ἀνήκουν ἐξακριβωμένα στὰ ὄντα. Ὡστόσο τὰ ἄκτιστα νοητὰ ὄντα εἶναι κατώτερα ἀπὸ τὸ ὑπὲρ νοῦν Ἄκτιστο. Καὶ ἀπὸ αὐτὰ εἶναι βέβαια φανερὸ ὅτι τὸ νὰ στέκεται ὁ νοῦς στὸ ὑπέρτατο Ὄν, ἀφοῦ περάσει ἀπὸ τὴν πράξη, καὶ τὸ νὰ βρεθεῖ σ’ ἐκείνη τὴν ἀπόκρυφη ὑπέρτατη Κορυφή, τὴν ὑψηλότερη ἀπ’ ὅλα τὰ αἰσθητὰ καὶ τὰ νοητά, αὐτὸ εἶναι ἡ ἀνώτερη ἐνατένιση καὶ θεωρία του […]. (Ἅγιος Κάλλιστος Καταφυγιώτης [Ἀγγελικούδης])439

Τὸ ἀκρότατο ἀπὸ ὅλα τὰ ἐπιθυμητὰ εἶναι ἡ ὑπέρλογη ἕνωση τῆς ψυχῆς μὲ τὸ Θεό. Γιὰ τὴ θεία αὐτὴ ἕνωση εἶναι ἀπαραίτητη ἡ θεία ὁμοίωση· γιὰ τὴ θεία ὁμοίωση εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἐνεργεῖ κανεὶς νοερά, δηλαδὴ νὰ θεωρεῖ. Γιατὶ τέτοιο εἶναι καὶ τὸ Θεῖο καὶ ἀπὸ τὸ «θεωρεῖν» τοῦ δόθηκε τὸ ὄνομα Θεός. Ἀλλὰ ἡ θεωρία ἀνεβαίνει εὐθὺς [ἀμέσως] στὴν ἔννοια τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ παντοῦ καὶ σὲ ὅλα ἐμβάλλει [εἰσχωρεῖ] ὁ Θεὸς ἕνα εἶδος ἀκτίνες γιὰ τὸν θεωρητικὸ νοῦ, καὶ ὁ θεωρὸς νοῦς ἔχει ἀντικείμενό του τὸ Θεό. Καὶ Θεὸς εἶναι τὸ Ὑπερκόσμιο Ενα. (Ἅγιος Κάλλιστος Καταφυγιώτης [Ἀγγελικούδης])440

Ἂς ἐπιδιώκομε λοιπὸν μὲ ὅλη μας τὴ δύναμη τὸ Ἄπειρο κι ἂς ἐρευνοῦμε τὸ Ὑπὲρ νοῦν κι ἂς θεωροῦμε τὸ ἄμορφο Ενα κι ἂς καταλάβομε ἐξ ἐφόδου τὸ Ἀκατάληπτο, γιὰ νὰ ἐπιτύχομε τὴν ἑνιαία κληρονομία τοῦ Ενός, τοῦ ἄκρου Θεοῦ, μὲ τὴ χάρη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ ζωοποιοῦ Πνεύματος, μὲ τὴν ἔλλαμψη τῶν ὁποίων γινόμαστε ἄξιοι γιὰ τὴ χάρη τῆς θεωρίας καὶ θέσει θεοὶ ποὺ θεουργηθήκαμε μὲ τὴ δωρεὰ τοῦ Θεοῦ. (Ἅγιος Κάλλιστος Καταφυγιώτης [Ἀγγελικούδης])441

 


422 Ὁ γνοὺς ἑαυτόν, δίδοται αὐτῷ ἡ γνῶσις τῶν πάντων· […] Ὁ γὰρ γνοὺς ἑαυτόν, ὥς φασιν οἱ ἅγιοι, Βασίλειός τε καὶ Γρηγόριος, ὅτι μέσον ἐστὶ μεγέθους καὶ ταπεινότητος, ὡς νοερὰν ἔχων ψυχὴν καὶ ὡς θνητὸν καὶ γήινον ἔχων σῶμα, οὐδέποτε ἐπαίρεται, οὐδὲ ἀπογινώσκει (Ὅσιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός, στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Γ΄ [1960], σ. 14). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Γ΄ [2006], «Βιβλ. Α΄, Προοίμιο», σ. 78.

423 […] διότι Αὐτὸς γνωρίζεται πάντοτε «ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς ἀγάπης», στὴν κατάσταση τῆς καθαρᾶς προσευχῆς. Ἡ κτιστή μας ὑπόσταση εἰσάγεται διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴ σφαίρα τοῦ ἄκτιστου Θείου Εἶναι κατὰ τέτοιον τρόπο, ὥστε νὰ αἰσθανόμαστε μέσα μας τὸν Θεὸ σὰν τὴ ζωή μας. Σὲ αὐτὸ ἔγκειται ἡ βασικὴ διαφορὰ μεταξὺ ἐπιστημονικῆς καὶ πνευματικῆς γνώσεως. […] Ἡ καθαρὰ προσευχὴ εἶναι ἡ ἀσφαλέστερη ὁδὸς πρὸς τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ. Ὁ προσευχόμενος μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἀπεκδύεται ἀπ’ ὅλες τὶς ἐξωτερικὲς γνώσεις καὶ τὶς ἐμπαθεῖς εἰκόνες, ἔτσι ὥστε, στρεφόμενος πρὸς Ἐκεῖνον ποὺ εἶναι ἡ Ἀρχὴ τοῦ παντός, νὰ λάβει τὴν ἐξ Αὐτοῦ ἐκπορευόμενη ζωή. […] Τὸ νόημα τῆς προσευχῆς αὐτῆς, τὸ ὁποῖο στὴν ἀρχὴ εἶναι ἀσαφές, σὲ ὥρα ποὺ μόνο ὁ Θεὸς γνωρίζει μεταβάλλεται σὲ χαροποιὸ συνείδηση τῆς κλήσεώς Του (Σωφρόνιος Σαχάρωφ, Ὀψόμεθα τὸν Θεὸν καθώς ἐστι, ὅ.π., «Ἡ Ὑποστατικὴ Ἀρχή», σσ. 310, 311). [Σ.τ.Ε.]

424 Ἂν ἡ ἐπίτευξη τῆς ἐπιστημονικῆς πολυμάθειας ἀπαιτεῖ μακροχρόνιο καὶ ἔντονο ἀγώνα, ἡ ἀπόκτηση τῆς προσευχῆς ἀπαιτεῖ ἀσυγκρίτως ἐντονότερο (Σωφρόνιος Σαχάρωφ, Περὶ Προσευχῆς, ὅ.π., «Ἡ προσευχὴ ὡς ἀτελεύτητη δημιουργία», σ. 17). [Σ.τ.Ε.]

425 Ἐπιθυμῶν θέας ἀξιωθῆναι θείας καὶ ἐμφανείας κατὰ διάνοιαν, εἰρηνικὸν καὶ ἡσύχιον πρότερον ἄσπασαι βίον· καὶ σχολάσας, γνῶθι καὶ σαυτόν, καὶ Θεόν· εἰ γὰρ τοῦτο, οὐδὲν τὸ κωλῦον ὡς ἐν αὔρᾳ λεπτῇ τῇ καθαρᾷ καταστάσει καὶ ἀθορύβῳ παντὶ πάθει, τὸν πᾶσι ἀθέατον ὄψεσθαι κατὰ νοῦν, σωτηρίαν σοι διὰ τῆς ἑαυτοῦ ἐκτυπωτέρας γνώσεως εὐαγγελιζόμενον (Ὅσιος Θεόγνωστος, στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Β΄ [1958], σ. 256:ζ΄). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Β΄ [2006], «Περὶ πράξεως καὶ θεωρίας καὶ περὶ ἱερωσύνης», σ. 328:7.

426 Τὸ θεῖον ὅ,τι ποτέ ἐστι, καὶ ποῦ, μὴ ζήτει κατὰ νοῦν· ὑπερούσιον γάρ, καὶ τόπῳ μὴ ἀνεχόμενον, ὡς ὑπὲρ τὸ πᾶν. Μόνον δὲ ἐμπερίγραπτον Θεὸν Λόγον ἐνοπτρίζου, ὡς ἐφικτόν, φωτοβολοῦντα τῇ θείᾳ φύσει, καὶ τόπῳ ὑπονοούμενον τὸν ἁπανταχοῦ, διὰ τὸ ἀπερίγραπτον τῆς θεότητος· πλὴν ὅσον ἂν καθαίρῃ, κατὰ τοσοῦτον καὶ τῆς ἐλλάμψεως καταξιωθήσῃ (Ὅσιος Θεόγνωστος, στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Β΄ [1958], σ. 256:θ΄). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Β΄ [2006], «Περὶ πράξεως καὶ θεωρίας καὶ περὶ ἱερωσύνης», σ. 328:9.

427 Λογικός, οὐχ ὁ προφορικὸν ἔχων λόγον ἐστί· τοῦτο γὰρ πᾶς ἄνθρωπος· ἀλλ’ ὁ διὰ τοῦ λογικοῦ ζητῶν τε καὶ ἀνιχνεύων εὑρεῖν τὸν Θεόν· εὑρήσει δέ, ὅ,τι ποτὲ τὴν οὐσίαν ὁ ὑπερούσιος, οὐδαμῶς· πάσῃ γὰρ φύσει τοῦτο ἀμήχανον· ἀλλὰ διὰ τῆς τῶν ὄντων δημιουργικῆς σοφίας, καὶ προνοίας, καὶ διοικήσεως, συνοχῆς τε καὶ κυβερνήσεως ἅμα, καὶ συντηρήσεως, ἐν οἷς εὑρίσκεται καὶ οἱονεὶ καθορᾶται ὁ ἀριστοτέχνης, καθ’ οἷον τρόπον καὶ οἰκοδόμος, διὰ τοῦ ἔργου τῶν ἰδίων χειρῶν (Ὅσιος Θεόγνωστος, στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Β΄ [1958], σ. 262:λε΄). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Β΄ [2006], «Περὶ πράξεως καὶ θεωρίας καὶ περὶ ἱερωσύνης», σ. 334:35.

428 Θείας ἀγάπης, γνώσεως χωρίς, οὐ καταξιωθήσῃ· οὐδὲ ταύτης, πλὴν πίστεως (Ὅσιος Θεόγνωστος, στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Β΄ [1958], σ. 262:λθ΄). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Β΄ [2006], «Περὶ πράξεως καὶ θεωρίας καὶ περὶ ἱερωσύνης», σ. 335:39.

429 Οὐκ ἔστιν ἁπλῶς ψιλὸν πρᾶγμα καὶ τὸ τυχόν, ἡ πίστις καὶ ἡ ἐλπίς. Ἀλλ’ ἡ μὲν πίστις, στερρᾶς δεῖται ψυχῆς· ἡ δὲ ἐλπίς, γνώμης καὶ καρδίας εὐθείας (Ὅσιος Θεόγνωστος, στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Β΄ [1958], σ. 263:μα΄). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Β΄ [2006], «Περὶ πράξεως καὶ θεωρίας καὶ περὶ ἱερωσύνης», σ. 335:41.

430 Ἐνν. «Μάρθα». [Σ.τ.Ε.]

431 Δηλαδὴ ζωὴ χωρὶς πάθη καὶ ἐξαρτήσεις, ζωὴ γεμάτη ἀγάπη. [Σ.τ.Σ.]

432 Τὴν πρακτικὴν κατορθῶν, οὐ δυνήσῃ δι’ αὐτῆς καὶ μόνης προσπελάσαι τῇ ἀπαθείᾳ, ὥστε καθαρῶς ἅμα καὶ ἀρρεμβάστως προσεύχεσθαι· εἰ μὴ καὶ πνευματικαὶ τὸν νοῦν διαδέχονται θεωρίαι, τῆς τε φωτιστικῆς γνώσεως καὶ τῆς τῶν ὄντων κατανοήσεως […] (Ὅσιος Θεόγνωστος, στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Β΄ [1958], σ. 264:μστ΄). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Β΄ [2006], «Περὶ πράξεως καὶ θεωρίας καὶ περὶ ἱερωσύνης», σ. 336:46.

433 Τοιγαροῦν προευτρεπιζόμενος ἐξελθεῖν τῆς ὕλης, ὡς ἔκ τινος ἄλλης δευτέρας μητρικῆς νηδύος καὶ σκοτεινῆς, πρὸς ἐκεῖνα τὰ ἄυλά τε καὶ φωτεινά, εὐθύμει δοξάζων τὸν εὐεργέτην, διαπορθμεύοντα ἡμᾶς διὰ θανάτου πρὸς τὰ ἡμῖν ἐλπιζόμενα […] (Ὅσιος Θεόγνωστος, στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Β΄ [1958], σ. 268:ξε΄). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Β΄ [2006], «Περὶ πράξεως καὶ θεωρίας καὶ περὶ ἱερωσύνης», σ. 341:65.

434 Ὁ τέλειος ἐν ἀγάπῃ […] οὐκ ἐπίσταται διαφορὰν ἰδίου καὶ ἀλλοτρίου […] ἢ πιστοῦ καὶ ἀπίστου ἢ δούλου καὶ ἐλευθέρου ἢ ὅλως ἄρσενος καὶ θηλείας. Ἀλλ’ ἀνώτερος τῆς τῶν παθῶν τυραννίδος γενόμενος καὶ εἰς τὴν μίαν φύσιν τῶν ἀνθρώπων ἀποβλεπόμενος, πάντας ἐξ ἴσου θεωρεῖ καὶ πρὸς πάντας ἴσως διάκειται (Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Β΄ [1958], σ. 18:λ΄). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Β΄ [2006], «Β΄ ἑκατοντάδα περὶ Ἀγάπης», σ. 64:30.

435 Οὐκ ἔστι ψυχὴ λογικὴ κατ’ οὐσίαν, ψυχῆς λογικῆς τιμιωτέρα· πᾶσαν γὰρ ψυχὴν κατ’ εἰκόνα ἑαυτοῦ δημιουργῶν, ὡς ἀγαθός, ὁ Θεός, αὐτοκίνητον εἰς τὸ εἶναι παράγει· ἑκάστη δὲ κατὰ πρόθεσιν, ἢ τὴν τιμὴν ἐπιλέγεται, ἢ τὴν ἀτιμίαν ἑκοῦσα διὰ τῶν ἔργων προσάγεται (Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Β΄ [1958], σ. 53:ια΄). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Β΄ [2006], «Α΄ ἑκατοντάδα περὶ Θεολογίας», σ. 104:11.

436 Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, οὐδενὸς ἄπεστι τῶν ὄντων καὶ μάλιστα τῶν λόγου καθ’ ὁτιοῦν μετειληφότων. Συνεκτικὸν γὰρ ὑπάρχει τῆς ἑκάστου γνώσεως, ὅτι Θεὸς καὶ Θεοῦ Πνεῦμα, κατὰ δύναμιν προνοητικῶς διὰ πάντων χωροῦν καὶ τὸν ἐν ἑκάστῳ λόγον κατὰ φύσιν ἀνακινοῦν καὶ δι’ αὐτοῦ πρὸς συναίσθησιν τῶν πλημμελῶς παρὰ τὸν θεσμὸν τῆς φύσεως πεπραγμένων ἄγον τὸν αἰσθανόμενον […] (Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Β΄ [1958], σ. 103:οβ΄). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Β΄ [2006], «Γ΄ ἑκατοντάδα περὶ Θεολογίας», σ. 161:72.

437 Ἔστι μὲν ἐν πᾶσιν ἁπλῶς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, καθ’ ὃ πάντων ἐστὶ συνεκτικὸν καὶ τῶν φυσικῶν σπερμάτων ἀνακινητικόν· προσδιωρισμένως δὲ ἐν πᾶσι τοῖς ἐν νόμῳ, καθ’ ὅτι τῆς τῶν ἐντολῶν ἐστιν ὑποδεικτικὸν παραβάσεως […] ὡς δὲ σοφίας ποιητικόν […] (Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Β΄ [1958], σ. 104:ογ΄). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Β΄ [2006], «Γ΄ ἑκατοντάδα περὶ Θεολογίας», σ. 161:73.

438 Ἑκάστῳ κατὰ τὴν ὑποκειμένην αὐτῷ περὶ Θεοῦ δόξαν, ὁ Θεὸς ἐμφανίζεται· τοῖς μὲν κατ’ ἔφεσιν τὴν ὑλικὴν περάσασι σύνθεσιν καὶ τὰς δυνάμεις τῆς ψυχῆς ἰσοδυναμούσας ἀλλήλαις κεκτημένοις κατὰ μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ἀεικινησίαν περὶ Θεόν, ὡς Μονὰς ἐκφαίνεται καὶ Τριάς, ἵνα καὶ τὴν οἰκείαν ὕπαρξιν παραδείξειε καὶ τὸν αὐτῆς τρόπον μυστικῶς ἐκδιδάξειε· τοῖς δὲ περὶ μόνην τὴν ὑλικὴν σύνθεσιν ἔχουσι κινουμένην τὴν ἔφεσιν καὶ ἀλλήλαις ἀσυνδέτους τὰς τῆς ψυχῆς δυνάμεις κεκτημένοις, οὐχ ὡς ἐστίν, ἀλλ’ ὡς εἰσὶν ἐμφανίζεται, δεικνὺς ὅτι τῆς ὑλικῆς δυάδος ἀμφοῖν ἐπελάβοντο ταῖν χεροῖν· καθ’ ἣν ὁ σωματικὸς ὡς ἐξ ὕλης καὶ εἴδους συνέστηκε κόσμος (Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Β΄ [1958], σ. 108: ϟε΄). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Β΄ [2006], «Γ΄ ἑκατοντάδα περὶ Θεολογίας», σ. 166:95.

439 Πενταχῶς δὴ τῆς ἱερᾶς ταυτησὶ Κλίμακος διῃρημένης καὶ διὰ βαθμίδων ὥσπερ ἀνιούσης ἐπὶ τὸν ἄκρον σκοπόν, οὐ τοπικὸν ἔχει διάστημα βαθμὶς ἀπόγε βαθμίδος, ἀλλ’ ἡ διαφορότης, καὶ ὃ διέχει τῆς ἑτέρας ἑτέρα, τάξις ἐστίν, ὡσανεὶ ποιότητος ἢ ἰδικοῦ τινος, οἷον ὄντα μὲν εἰσὶν ἐπίσης τὰ αἰσθητὰ κτιστὰ καὶ κτιστὰ νοητά, ἀλλὰ τὰ δεύτερα πολλῷ τῷ μέτρῳ τῶν προτέρων ὑπερτερεῖ, καθόσον αἰσθήσεως νοῦς ἰδικῷ καλῷ· πάλιν δ’ αὖθις ὑπερέχει κατὰ πολὺ ἄκτιστα νοητά, νοητῶν κτιστῶν· ἀμφοτέρου τουτωνὶ στοίχου ἐν τοῖς οὖσι κατεληλεγμένου [κατειλεγμένου], ὑποβεβήκασι μέντοι τὰ ἄκτιστα νοητὰ ὄντα τῷ ὑπὲρ νοῦν ἀκτίστῳ ἑνί· καὶ ἔστι γ’ ἐντεῦθεν δῆλον, ὅτι τὸ ἐν τῷ ὑπερτεροῦντι τῶν ὄντων ἁπάντων ἵστασθαι, διαβάντα τὸν νοῦν ἀπὸ πράξεως, καὶ ἐν ἐκείνῃ τῇ κορυφαιοτάτῃ ἀποκρυφιότητι, τῇ ὑπερανῳκισμένῃ πάντων αἰσθητῶν τε καὶ νοητῶν γίγνεσθαι, ἡ κρείττων αὐτοῦ ἐστὶν ἀπόβλεψις καὶ θεωρία […] (Ἅγιος Κάλλιστος Καταφυγιώτης [Ἀγγελικούδης], στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Ε΄ [1963], σ. 22:λε΄). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Ε΄ [2002], «Περὶ τῆς ἑνώσεως μὲ τὸ Θεό…», σ. 238:35.

440 Τῶν πάντων ἐφετῶν ἄκρον ἡ μετὰ τῆς ψυχῆς θεία καὶ ὑπὲρ νοῦν ἕνωσις· διὰ τὴν θείαν ἕνωσιν ἀναγκαία ἡ θεία ὁμοίωσις· διὰ τὴν θείαν ὁμοίωσιν ἀναγκαῖον τὸ κατὰ νοῦν ἐνεργεῖν, ἤτοι θεωρεῖν· τοιοῦτο γάρ τοι καὶ τὸ θεῖόν ἐστιν, ἐξ οὗ καὶ τὸ Θεὸς ὄνομα τούτῳ ἀπονενέμηται· ἀλλὰ μὴν τὸ θεωρεῖν, εὐθὺς εἰς τὴν τοῦ Θεοῦ ἔννοιαν ἄνεισι. Πανταχοῦ γὰρ καὶ ἐν πᾶσιν ἀκτῖνας ὥσπερ τινὰς ἐνίησιν ὁ Θεὸς τῷ θεωρητικῷ νῷ· καὶ νοῦς θεωρὸς ἀντικείμενον ἔχει τὸν Θεόν· Θεὸς δέ ἐστιν ἓν ὑπερκόσμιον (Ἅγιος Κάλλιστος Καταφυγιώτης [Ἀγγελικούδης], στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Ε΄ [1963], σ. 12:ιθ΄). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Ε΄ [2002], «Περὶ τῆς ἑνώσεως μὲ τὸ Θεό…», σ. 227:19.

441 Διωκτέον δὴ ὅση δύναμις τὸ ἄπειρον καὶ ἐρευνητέον τὸ ὑπὲρ νοῦν καὶ θεωρητέον τὸ ἀνείδεον ἓν καὶ καταληπτέον ἐξ ἐφόδου τὸ ἀκατάληπτον, ὡς ἂν τύχοιμεν τῆς ἑνιαίας τοῦ ἑνὸς κληρονομίας τοῦ ἄκρου Θεοῦ, χάριτι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ζωοποιοῦ Πνεύματος, δι’ ὧν ἐλλαμπόμενοι τῆς θεωρητικῆς ἀξιούμεθα χάριτος καὶ θεοὶ θέσει θεουργηθέντες γινόμεθα τῇ δωρεᾷ τοῦ Θεοῦ (Ἅγιος Κάλλιστος Καταφυγιώτης [Ἀγγελικούδης], στὸ Φιλοκαλία, τόμ. Ε΄ [1963], σ. 25:λστ΄). Μτφρ. ἀπὸ Φιλοκαλία, τόμ. Ε΄ [2002], «Περὶ τῆς ἑνώσεως μὲ τὸ Θεό…», σ. 241:36.

ΚΕΦΑΛΑΙΑ