07.02 | Εισαγωγή – Βιβλία Αλήθειας – Truth Legacy Books

2. Εἰσαγωγή

ΒΙΒΛΙΟ ΕΒΔΟΜΟ: ΕΒΔΟΜΗ ΑΝΑΓΓΕΛΙΑ

A- A A+

Ὅπως σὲ ὅλα τὰ βιβλία ποὺ προηγήθηκαν ἔτσι καὶ σὲ αὐτὸ ἐδῶ, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἀποκαλυπτικὸ λόγο περιέχονται διδαχὲς καὶ παραινέσεις, δηλαδὴ καθοδηγητικὸς λόγος, προτροπὲς καὶ παρακινήσεις στὸν ἀναγνώστη-ἐρευνητή, γιὰ νὰ ἀκολουθήσει, μὲ τὴν ἐλεύθερη βούλησή του, τὸν δρόμο ἐκεῖνο ποὺ θὰ τὸν ὁδηγήσει νικηφόρα στὴν πηγὴ τοῦ πλούτου, στὴν αἰώνια καὶ ἀκατάλυτη πηγὴ ἀπὸ ὅπου ἄντλησε καὶ ἤπιε νερὸ ἡ ψυχὴ ὅταν ἐπιχείρησε γιὰ πρώτη φορὰ τὸ ταξίδι τῆς περιπλάνησής της σὲ αὐτὸν τὸν πλανήτη.

Καὶ οἱ διδαχὲς καὶ οἱ παραινέσεις ἀποκλειστικὴ πηγὴ ἔχουν τὶς Γραφές, πράγμα ποὺ ὁ κάθε ἐρευνητὴς μπορεῖ νὰ ἐπιβεβαιώσει συγκρίνοντας αὐτὰ ἐδῶ τὰ κείμενα μὲ ἐκεῖνες. Ἡ μόνη «διαφορὰ» μεταξὺ τῶν Γραφῶν καὶ τῶν κειμένων εἶναι ὅτι ἐδῶ οἱ Γραφὲς δίνονται μεταγλωττισμένες καὶ σὲ σύγχρονη γλώσσα, ἔτσι ὥστε νὰ εἶναι κατανοητὲς ἀπὸ τὸν ἀναγνώστη.

Διδάσκεται, λοιπόν, ὅτι ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ ἀκολουθήσει ἕναν συγκεκριμένο δρόμο καὶ ὅτι ὁ δρόμος αὐτὸς εἶναι μὲ τὴν ἔννοια μὲν τῆς προσπάθειας ἀτομικός, μὲ τὴν ἔννοια δὲ τοῦ ἀποτελέσματος συλλογικός. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὅλοι ὁδεύουμε ἀτομικὰ μέχρις ὅτου συναντήσουμε τὴν πηγὴ ἀπὸ τὴν ὁποία θὰ ἀντλήσουμε τὸ ὕδωρ τῆς ζωῆς, ὅμως συμπορευόμαστε μὲ ἐκείνους ποὺ συναντᾶμε στὸν δρόμο μας, συμπάσχουμε, συγχαίρουμε καὶ συμπαριστάμεθα.

Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἐπιθυμεῖ νὰ ἀκολουθήσει τὸν δρόμο δὲν ἔχει ἄλλη ἐπιλογὴ ἀπὸ ἐκείνη ποὺ τοῦ ὑποδεικνύουν οἱ Γραφές: Νὰ σηκώσει δηλαδὴ τὸν Σταυρό του, τὸ βάρος τῆς ζωῆς, νὰ ἀπαρνηθεῖ τὸν ἐξωτερικό, τὸν ἐπίπλαστο ἑαυτό του καὶ νὰ ἀκολουθήσει Εκεινον, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ Οδός.

Ἡ πορεία στὸν δρόμο δὲν ἐπιδέχεται ἡμίμετρα. Ἐδῶ δὲν ἐπιδιώκεται ἡ ἀπόκτηση τυφλῶν ὀπαδῶν τοῦ τύπου τῶν ποδοσφαιρικῶν ὁμάδων καὶ τῶν πολιτικῶν κομμάτων. Ὁ δρόμος τὰ ἀποζητᾶ ὅλα καὶ στοχεύει νὰ ἑλκύσει ἐκεῖνον ποὺ εἶναι πρόθυμος νὰ προσεγγίσει μὲ τὴν ἔρευνα τὴ γνώση καί, μέσω τῆς γνώσης, τὸν Θεό, ἐκεῖνον ποὺ εἶναι πρόθυμος νὰ θυσιάσει τὰ «ὑπάρχοντά του», τὴ μορφὴ καὶ τὸ ὄνομά του, νὰ ἀπαρνηθεῖ ὅ,τι προηγουμένως γνώρισε. Νὰ ἀπαρνηθεῖ τὶς σκέψεις του, τὶς ἰδέες του, τὶς πεποιθήσεις του καὶ νὰ ἐνστερνιστεῖ τὶς ἰδέες καὶ τὶς σκέψεις Εκείνου.

Πρόκειται γιὰ μιὰ ζωὴ ποὺ ἀρχίζει ἀπὸ τὴν ἀρχή, μιὰ καινούρια ζωή, μιὰ ἀναγέννηση, ἕνα πνευματικὸ βάπτισμα. Χωρὶς αὐτὴ τὴν ἀναγέννηση, δὲν μπορεῖ νὰ γίνει τίποτα. Ἂν δὲν ξεκαθαρίσουμε τὰ πράγματα, ἂν δὲν ἐπαναστατήσουμε ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἂν δὲν ξαναγεννηθοῦμε πνευματικά, εἶναι ἀδύνατο νὰ ἀκολουθήσουμε αὐτὸν τὸν δρόμο, τὴν Οδό.

Βέβαια, ὅταν Εκεινος εἶπε ὅτι γιὰ νὰ Τὸν ἀκολουθήσουμε χρειάζεται νὰ κάνουμε ὅλα ὅσα ἀναφέρουμε παραπάνω, δὲν ἐννοοῦσε σὲ καμία περίπτωση νὰ ἀποσυρθοῦμε ἀπὸ τὴ ζωή, νὰ ἐγκαταλείψουμε τὸ χαμόγελο, τὶς φιλίες, τὰ ταξίδια καί, γενικά, ὅλα ἐκεῖνα ποὺ πλουτίζουν τὴν ἀνθρώπινη ψυχὴ καὶ εὐφραίνουν τὸ ἀνθρώπινο σῶμα. Ὅλα αὐτὰ θὰ πρέπει νὰ γίνονται στὸ μέτρο ποὺ τὰ ἔχει ἀνάγκη ὁ καθένας καὶ ἐφόσον τὰ ἔχει ἀνάγκη, γιατὶ μέσω αὐτῶν ὁ ἄνθρωπος θὰ ἐκπληρώσει τὸν σκοπὸ γιὰ τὸν ὁποῖο ἦρθε στὴ Γῆ, δηλαδὴ τὴν ἀπόκτηση τῶν ἐμπειριῶν ὅλων τῶν γήινων ἐπιπέδων, ἐμπειριῶν τέτοιων ποὺ θὰ τοῦ ἐπιτρέψουν κάποτε νὰ γνωρίσει τὴ μεγαλειώδη ἐμπειρία, τὴν ἐμπειρία τῆς ἐμπειρίας, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴ Γνώση – τὴ γνώση τοῦ πραγματικοῦ ὑπάρχοντος, δηλαδὴ τῆς παρουσίας τῆς Ὑπερούσιας Δύναμης, τὴν ὁποία τελικὰ θὰ λατρέψει συνειδητά.

Τὸ κριτήριο ὅτι κάποιος μπῆκε στὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς εἶναι μιὰ φοβερὴ ἀναστάτωση, ἕνα σκίρτημα ποὺ ὁδηγεῖ στὴν προσωπικὴ ἐπανάσταση ἔναντι ὅλων ὅσα μᾶς περιβάλλουν. Μιὰ τάση ἀναχωρητισμοῦ ἁπλώνεται στὴν καρδιὰ καὶ τὴν κατακυριεύει. Δὲν διαφωνοῦμε μὲ τὴ ζωὴ αὐτὴ καθαυτήν. Αὐτὴ ἡ ζωὴ ποτὲ δὲν ἔπαψε καὶ ποτὲ δὲν θὰ πάψει νὰ εἶναι ἕνα θεῖο δῶρο, μιὰ δυνατότητα ποὺ μᾶς παρέχεται γιὰ νὰ γνωρίσουμε τὸ μεγαλεῖο τῆς Δημιουργίας. Διαφωνοῦμε μόνο μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἀντιλαμβανόμαστε αὐτὴν τὴ ζωή. Ἁπλῶς δὲν ἐπιθυμοῦμε νὰ ζήσουμε μιὰ ζωὴ ποὺ ὁδηγεῖ στὴ φθορὰ καὶ στὸν θάνατο – ἐπιλέγουμε μιὰ ἄλλη ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀφθαρσία καὶ στὴν αἰωνιότητα.

Ἡ ζωή, ὅπως τὴν ἀντιλαμβάνεται ὁ καθημερινὸς ἄνθρωπος σήμερα, ἀρχίζει μὲ δάκρυα καὶ τελειώνει μὲ δάκρυα. Καὶ τί νὰ πρωτοκλάψει κανείς, τὴν ἀκαταστασία καὶ τὴν ἀνασφάλεια τῆς νεότητας, τὸν ἐνταφιασμὸ τῶν ἐλπίδων, τῶν ἰδανικῶν λίγο ἀργότερα; Τὴν κακομεταχείριση, τὴν ἐκμετάλλευση, τὸν ἀποτυχημένο ἔρωτα, τὴν προδοσία τοῦ φίλου, τὴν ἄνοδο καὶ τὴν κυριαρχία τοῦ ἀνάξιου καὶ τὸν παραγκωνισμὸ τοῦ ἄξιου; Τὰ βάρη τοῦ γάμου, τὴ μοναξιὰ τῆς ἀγαμίας, τὸ ἐπισφαλὲς τοῦ πλούτου, τὸ ἐπώδυνο τῆς φτώχειας; Τὴν ἀρρώστια, τὴν ἀνημποριὰ καὶ τὴν ἄνοια τῶν γηρατειῶν;

Ὅμως, γιὰ ἐμᾶς, δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ ζωή, εἶναι αὐτὸ ἀκριβῶς ποὺ καλούμαστε νὰ ἐγκαταλείψουμε. Εἶναι ἀπογοητευτικὸς ὁ τρόπος ποὺ ἀντιλαμβανόμαστε τὴν ἐπὶ τῆς Γῆς πορεία μας καὶ εἶναι ἀπογοητευτικὸς γιατὶ, ἐνῶ ὅλοι ἔχουμε τὴ δυνατότητα νὰ τὴν ἀντιληφθοῦμε μέσα ἀπὸ συνισταμένες φωτὸς καὶ γνώσης, ὡστόσο στεκόμαστε στὴν ἐπιφάνεια καὶ ἀγνοοῦμε μονίμως τὸ ἀπεριόριστο γονιμοποιὸ βάθος.

Ἡ ἀληθινὴ ζωὴ δὲν περιέχει δάκρυα λύπης, δὲν περιέχει ἀπογοητεύσεις, πικρίες, δὲν ἐπιδέχεται τὴν ἐκμετάλλευση καὶ οὔτε ἐκμεταλλεύεται κανέναν. Καὶ ὅλα αὐτὰ γιατὶ, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ ἀποφασίσεις νὰ ἀλλάξεις τὴ ζωή σου, νὰ ἀλλάξεις τὴν ἀντιληπτική σου ἱκανότητα, θὰ διαπιστώσεις σίγουρα ὅτι κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ σὲ ἀπογοητεύσει, κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ σὲ πικράνει, νὰ σὲ βλάψει, θὰ ἀντιληφθεῖς ὅτι ὁ χρόνος δὲν κυλᾶ εἰς βάρος σου – γιατὶ σὲ πλουτίζει, σὲ αὐξάνει ψυχικὰ καὶ σὲ προετοιμάζει γιὰ αὐτὸ τὸ ὑπέροχο ποὺ πρόκειται νὰ σοῦ συμβεῖ. Ὅταν πορεύεσαι στὸν δρόμο, ὁ χρόνος δὲν μετριέται μὲ τὸ ἡλιακὸ σύστημα. Γενικά, ἡ εἴσοδος στὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς σημαίνει μιὰ πορεία θριάμβου, μιὰ πορεία μεγαλειώδη ποὺ συμπορεύεται μὲ τὸ μεγαλεῖο τῆς ζωῆς, μιὰ πορεία εἰρηνική, γαλήνια, ἁρμονική.

Ἡ ψυχὴ βρίσκεται πιὰ στὸν χῶρο της καὶ ὁ ἄνθρωπος, ἐλεύθερος, ἀντιλαμβάνεται ὁλόκληρη τὴν τραγωδία ποὺ ἐκτυλίσσεται γύρω του, ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἦρθε σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο γιὰ νὰ γνωρίσει τὴ μουσικὴ τῆς ζωῆς, νὰ ἀπολαύσει τὸν θρίαμβό της. Ὁ ἄνθρωπος ἀρχίζει νὰ ἀναγνωρίζει καὶ νὰ διαχωρίζει τὴ θνητὴ πλευρὰ τῆς ζωῆς ἀπὸ τὴν ἀθάνατη καὶ νὰ ἀποδίδει στὴν κάθε ὄψη τοῦ ἴδιου νομίσματος ὅ,τι ἀνήκει σὲ αὐτήν.

Μόνο ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ ἄνθρωπος θὰ ἀντιληφθεῖ αὐτὸ ποὺ ὑπάρχει στὸν ἀόρατο κόσμο καὶ διαχέεται στὸν ὁρατὸ θὰ κατανοήσει ὅτι αὐτὸ ποὺ ἀποκαλοῦμε ζωὴ δὲν εἶναι παρὰ μόνο μιὰ ἀναλαμπὴ ἢ μιὰ σκιὰ τῆς ἀληθινῆς ζωῆς.

Γιὰ τὴν κατανόηση αὐτή, θὰ πρέπει ὁ ἄνθρωπος νὰ τοποθετήσει τὸν λύχνο πάνω ἀπὸ τὸ «μόδιο», γιατὶ τὸ μόδιο κρύβει τὸ ὀπτικὸ πεδίο. Καὶ ὅταν τὸ ὀπτικὸ πεδίο εἶναι καλυμμένο, ὁ ἄνθρωπος ὑπακούει μόνο στὰ ὑλικὰ ἐρεθίσματα. Ὁ λύχνος, ἐννοεῖται, συμβολίζει τὸ φῶς τῆς ψυχῆς καὶ τὸ «μόδιο» τὴν ὕλη.

Ὁ καθημερινὸς ἄνθρωπος, καὶ ἰδίως ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ἀνεπαρκὴ παιδεία, συνήθως σκέπτεται ὅτι ὁ θρησκευόμενος στοχαστὴς εἶναι ἕνας ὀνειροπόλος, χαμένος μέσα σὲ προκαταλήψεις ἤ, στὴν καλύτερη περίπτωση, σὲ ὁμιχλώδεις ἰδέες ἀναπόδεικτες. Σὲ καμία περίπτωση δὲν ἀντιλαμβάνεται ὅτι αὐτὸ ποὺ σκέπτεται ὁ ἴδιος, τὸ ὁποῖο ὀνομάζει σαφὲς καὶ ἀποδεδειγμένο, εἶναι στὴν πραγματικότητα ἀπατηλό, φαινομενικὸ καὶ πρόσκαιρο. Γιατὶ πῶς μπορεῖ νὰ ὀνομάσει κανεὶς ἀληθινὴ ζωὴ αὐτὸ ποὺ ὑπόκειται σὲ τόσες ἀλλαγὲς κάθε στιγμή; Κάθε ἀνθρώπινη δραστηριότητα, κάθε ἐπιδίωξη στὴ ζωή, κάθε ἀπόκτημα, ὅπως τὰ πλούτη, ἡ δύναμη, ἡ φιλία, ἡ νεότητα, ἡ ὑγεία καὶ ὅλα μὰ ὅλα γρήγορα μεταβάλλονται καὶ ὄχι ἁπλῶς μεταβάλλονται, παύουν νὰ ὑπάρχουν.

Εἶναι λοιπὸν αὐτὸ ἡ πραγματικότητα ἢ μήπως ἡ πραγματικότητα βρίσκεται πίσω ἀπὸ ὅλα αὐτά, ἐκεῖ ὅπου τὸ καθετὶ δὲν ὑπόκειται σὲ φθορά, δὲν ὑπόκειται σὲ ἀλλαγές, δὲν ὑπόκειται σὲ θάνατο.

Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ ἄνθρωπος θὰ ἀφυπνιστεῖ καὶ θὰ ξεκινήσει τὸ ταξίδι τῆς ἐπιστροφῆς, ἀρχίζει νὰ βλέπει ὅτι ὑπάρχει κάτι στὴ ζωὴ ποὺ θὰ τὸν κάνει πραγματικὰ εὐτυχισμένο. Τότε μπορεῖ νὰ σκεφτεῖ ὅτι, ἂν καὶ ὑπάρχουν πολλὰ πράγματα μὲ τὰ ὁποῖα ἀναγκαστικὰ ἀσχολήθηκε ἢ θὰ ἀσχοληθεῖ, μόνο ἕνα εἶναι αὐτὸ γύρω ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἐπικεντρώνεται ἡ ζωή, ὅτι μόνο αὐτὸ τὸ ἕνα τὸν ἱκανοποιεῖ καὶ ὅτι αὐτὸ τὸ ἕνα εἶναι ἡ πνευματικὴ ἐπίτευξη, ὁ θρησκευτικὸς στοχασμός, ἡ προσπάθεια προσέγγισης τοῦ Θεοῦ.

Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικὴ ἀντίληψη, ἡ σωστὴ ἀντίληψη τῆς ζωῆς. Τὸ πρόσωπο αὐτῆς τῆς ζωῆς πρέπει νὰ ἐπιδιώξουμε νὰ ἀποκαλύψουμε καὶ μέσα σὲ αὐτὸν τὸν ὠκεανὸ νὰ πλεύσουμε, σύμφωνα μὲ τὶς Γραφές, ἀφοῦ μέσα σὲ Αὐτὸν ζοῦμε, πρὸς Αὐτὸν κινούμαστε καὶ μέσα σὲ Αὐτὸν ὑπάρχουμε καὶ θὰ ὑπάρξουμε.

Εἶναι ὅμως καιρὸς ἡ θρησκεία νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὰ δυσβάσταχτα ἐκεῖνα φορτία καὶ τὶς ἀφελεῖς λεπτομέρειες, τὶς ἀνθρωπομορφικὲς ἰδεοληψίες καὶ τὰ παλαιὰ ἰουδαϊκὰ πρότυπα περὶ «περιούσιου λαοῦ» κ.λπ. Εἶναι καιρὸς νὰ ἀναδειχθοῦν περισσότερο τὰ ἠθικὰ καὶ κοσμολογικά της στοιχεῖα, καθὼς καὶ οἱ συναισθηματικοὶ θησαυροί της, ἔτσι ὅπως ὑπάρχουν μέσα στὸν πλοῦτο τῆς θεϊκῆς ψυχῆς τοῦ Ἱδρυτῆ της. Ἡ θρησκευτικὴ πίστη πρέπει νὰ γίνει ὅπως ἦταν παλαιότερα, δηλαδὴ νὰ γίνει στοιχεῖο τῆς καθημερινῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων, βίωμα ἀπαραίτητο.413 Πρέπει προπαντὸς νὰ γίνει γενικὰ ἀποδεκτὸ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάσταση τοῦ ἴδιου τοῦ σώματος μετὰ τὸν λεγόμενο θάνατο καὶ ὁ πιστὸς νὰ ἀρκεστεῖ στὸ γεγονὸς ὅτι διατηρεῖται ἡ αὐτοσυνειδησία τοῦ ἐγώ, κάτι ποὺ εἶναι ἀρκετὸ γιὰ τὴ λύτρωσή μας ἀπὸ τὴν ἀπειλὴ τῆς πεπερασμένης στενῆς βιολογικῆς μας ὕπαρξης.

Ὁ ἄνθρωπος, ὁ θρησκευόμενος ἄνθρωπος, εἶναι ἀνάγκη νὰ κατανοήσει ὅτι αὐτὸ ποὺ ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχει μετὰ τὸν λεγόμενο θάνατο εἶναι ἀκριβῶς αὐτὸ ποὺ τὸν χαρακτηρίζει σὰν ἄνθρωπο, δηλαδὴ ἡ ἠθικὴ καὶ πνευματική του προσωπικότητα – καὶ αὐτὸ εἶναι ἀρκετό, δεδομένου ὅτι μετὰ τὸν θάνατο ἡ ζωὴ συνεχίζεται ὁπωσδήποτε σὲ ἕναν κόσμο ἄυλο.

Οἱ πολιτισμοὶ διαδέχονται ὁ ἕνας τὸν ἄλλο καὶ καθρεφτίζονται μέσα στὴν ἱστορία ὅλων τῶν λαῶν τῆς Γῆς. Μὰ ὁ πολιτισμός, σὰν ἰδεῶδες, δὲν ἔχει ἀρχὴ καὶ τέλος καὶ οὔτε περιορίζεται στὴ δική μας σφαίρα. Μέσα σὲ μιὰ συνεχὴ πορεία βαδίζουν οἱ ἠθικές, αἰσθητικὲς καὶ πνευματικὲς ἀξίες, οἱ ἀρχὲς καὶ οἱ πεποιθήσεις, τὰ ρεύματα τῶν ἰδεῶν, τὰ πολιτιστικὰ ἐπιτεύγματα. Ἔτσι, σταδιακὰ ὁδηγοῦν ὅλα τους τὸν ἄνθρωπο στὴν κατάκτηση τῆς πνευματικῆς καὶ ἠθικῆς ἐλευθερίας.414 Ἡ πνευματικὴ καὶ ἠθικὴ ἐλευθερία εἶναι καὶ θὰ παραμείνει τὸ ὕψιστο δυνατὸ νόημα τῆς ζωῆς. Καὶ αὐτὸ τὸ νόημα δὲν ἐπιτυγχάνεται μὲ τὶς γνώσεις, ἀλλὰ μὲ τὴ μοναδικὴ γνώση, τὴν ἐσωτερικὴ δηλαδὴ καλλιέργεια, τὴν πραγματικὴ γνώση.

Ἂς προσπαθήσουμε λοιπὸν νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὰ πάθη, τὶς ποικίλες ἐξαρτήσεις καὶ ἀπὸ καθετὶ πρόστυχο καὶ χαμηλό. Ἂς προσπαθήσουμε νὰ ἐλευθερωθοῦμε ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς ὑλικῆς μας φύσης. Ἂς γίνουμε ὁ καθένας μας μιὰ ἐλεύθερη προσωπικότητα, ἂς ὑψωθοῦμε σὲ μιὰ ζωὴ μὲ ἀνώτερο πνευματικὸ βίο, γεμάτο νόηση καὶ περιεχόμενο.

Ὁ ἄνθρωπος τοῦ 20οῦ αἰώνα ζεῖ καὶ ἀποζητᾶ τὴν ἱκανοποίηση τῶν αἰσθησιακῶν του φαντασιώσεων, ζεῖ προσηλωμένος στὴν ἐπιβίωση, στὴ δίψα τοῦ κέρδους, στὸν αἰσθησιασμό, στὶς ἀνούσιες διασκεδάσεις. Ἀπολαμβάνει τὴ μονοτονία τῆς καθημερινότητας σὲ ὅλο της τὸ μεγαλεῖο. Ζεῖ γεμάτος φροντίδες καὶ ἔγνοιες γιὰ τὸ σήμερα καὶ τὸ χθές, ἀνησυχεῖ τρομερὰ γιὰ τὸ αὔριο, τέλος ζεῖ τὸν κόσμο τῶν ψευδαισθήσεων γιὰ τὸν ὁποῖο μάχεται καὶ θυσιάζει καὶ στὸν ὁποῖο ἀποτίει πραγματικὴ λατρεία.

Διαπιστώνουμε, ἀκόμα, ὅτι ὁ ἄνθρωπος τῆς ἐποχῆς μας εἶναι τελείως ξένος ἀπὸ ὁτιδήποτε δὲν συνδέεται στενὰ μὲ τὴν καθημερινότητα καὶ ὅτι βρίσκεται πολὺ μακριὰ ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ ὑπάρχει πέρα ἀπὸ τὸ ἐπίπεδο τῆς ὕλης, μὲ λίγα λόγια ζεῖ καὶ «ἀπολαμβάνει» τὴ ζωὴ μόνο ἀπὸ τὴν καθαρὰ ὑλιστική της ἄποψη. Πέραν ὅμως τούτου, αὐτὸ ποὺ κατακυριεύει τὸν νοῦ τοῦ σημερινοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ μίμηση, ἡ ἀπερισκεψία καὶ ἡ ἀνάλωση τῶν δυνάμεών του σὲ ἐνέργειες ποὺ δὲν ἐκφράζουν σκέψεις δικές του, ἀλλὰ σκέψεις ποὺ τοῦ ὑποβάλλουν τὰ μέσα ἐνημέρωσης καὶ τὰ χαμηλὰ πρότυπα ποὺ προβάλλονται στὶς τηλεοράσεις καὶ τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν καὶ τὰ εἴδωλά του.

Στὶς πεποιθήσεις του, στὶς ἀπόψεις του, στὶς ἰδέες του δὲν συναντᾶ κανεὶς καμία πρωτοτυπία, ἀφοῦ ὅπως εἴπαμε ὁ ἄνθρωπος εἶναι στενὰ δεμένος μὲ ἀπεριόριστες ὑποβολὲς καὶ μιμήσεις στὶς ὁποῖες ὑποκύπτει χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνει, σὲ τέτοιο μάλιστα βαθμὸ ὥστε νὰ θεωρεῖ ὅτι αὐτὲς οἱ ξένες ἐπιρροὲς ἀπορρέουν ἀπὸ τὸν ἑαυτό του.

Αὐτὴ ἡ κατάσταση διαπερνᾶ τὴ ζωὴ τοῦ σημερινοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν πιὸ μικρὴ ἡλικία μέχρι τὴν πιὸ μεγάλη. Εἶναι δὲ τόσο πολὺ διαδεδομένη ἡ ἀντίληψη αὐτή, ὥστε θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ τὴν χαρακτηρίσει φυσιολογικὴ κατάσταση τοῦ καθημερινοῦ ἀνθρώπου. Ὅμως, ἡ κατάσταση αὐτὴ ἀποτελεῖ ἕνα τέλμα μέσα στὸ ὁποῖο βυθίζεται ὁ ἄνθρωπος, ἀποτελεῖ μιὰ κατάσταση ὕπνωσης – ὕπνωσης πολὺ ἐπικίνδυνης, γιατὶ ὁδηγεῖ σταθερὰ στὴν καθιέρωση τοῦ ἀνοήμονος ἀνθρώπου καί, ἑπομένως, ἀργὰ ἢ γρήγορα, στὴν ἀνυπαρξία.

Αὐτὰ ἔρχονται νὰ ἐπισημάνουν τὰ ἀνὰ χεῖρας βιβλία καὶ κρούουν τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου, παράλληλα ὅμως –μὲ τὶς διδαχὲς καὶ παραινέσεις ποὺ περικλείουν– προτρέπουν τὸν ἄνθρωπο νὰ βγεῖ ἀπὸ αὐτὸ τὸ τέλμα, ὑποδεικνύοντας τὸν σωστὸ τρόπο ἀνόδου, ἀνάτασης καὶ ἀπολύτρωσης ἀπὸ τὰ δεσμά του.

Εἰδικότερα τὸ ἕβδομο αὐτὸ βιβλίο εἶναι ἡ πηγὴ τῶν πηγῶν τῆς Ὑπερουσίας, γιατὶ ἂν πιεῖτε ἀπὸ αὐτὴ τὴν πηγὴ θὰ λάβετε θετικὰ στοιχεῖα ζωῆς καὶ θὰ δροσιστεῖτε μὲ δρόσο ἀναφορᾶς. Θὰ γνωρίσετε ὅτι ὅλα τὰ ὄντα τῆς Γῆς ἔχουν τὴ δυνατότητα τῆς νόησης καὶ ὅτι ὅλα τὰ ὄντα, ἐξαιτίας τῶν οὐσιαστικῶν βιωματικῶν τους παρελθόντων, ὑφίστανται τὴν εἰσαγωγή τους σὲ στάδια εὐσπλαχνικῆς παραχώρησης, ὥστε νὰ καταστοῦν ἐν καιρῷ νοῦς ἐν πνεύματι.

Ὁ Θεὸς τῆς Ἀγάπης, μᾶς λένε, ἀγνοεῖ τοὺς ἄστοργους, τοὺς ὑστερόβουλους, τοὺς ἀγνώμονες, τοὺς ἀχόρταγους καί, γενικά, τοὺς ἀνοήμονες ποὺ ἐμπλέκονται στὶς διαδικασίες τῆς φθορᾶς καὶ τῆς ἀπώλειας. Γνωρίζει, ὅμως, τὶς πνευματικὰ καταξιωμένες ὀντότητες ποὺ πορεύονται «ἐν πορείᾳ σοφίας», χωρὶς αὐτὸ νὰ σημαίνει ὅτι ἀπορρίπτει κάποιον. Ἁπλῶς «θλίβεται» καὶ εἰσέρχεται σὲ νέες σταυρικὲς δοκιμασίες.

Ἡ πνευματικὴ προσωπικότητα τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ εἶναι ἀποτέλεσμα κατάκτησης τῆς ἐλευθερίας, εἰσέρχεται στὰ σύμπαντα ὡς οὐσία γνώσης καὶ ἁρμονίας καὶ παραμένει ἀναλλοίωτη. Μόνο μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, δηλαδὴ μὲ τὴν ἐλεύθερη ἔκφραση, ὁ ἄνθρωπος δίνει στοιχεῖα ζωῆς στὶς πηγές του. Ἀντίθετα, ὁ ἄνθρωπος τῆς ὑποχρεωτικῆς καὶ ὑποκριτικῆς ἔνταξης σὲ προκατασκευασμένους δογματικοὺς κανόνες ἐκβάλλεται ἀπὸ τὶς οὐσίες τοῦ Οὐρανοῦ.

Ὁ ἄνθρωπος τῆς ἐλεύθερης πορείας, δηλαδὴ ὁ ἄνθρωπος τῆς ἔρευνας καὶ τῆς ἀναζήτησης, ὁδεύει στὰ οὐράνια ἐν ἁρμονίᾳ ψυχῆς, σώματος καὶ πνεύματος.

Μόνο οἱ ἄξιοι κατακτητὲς τῆς γνώσης καὶ ἐπάξιοι ἰδιοκτῆτες τῆς Νόησης, δηλαδὴ οἱ πνευματικοὶ στρατιῶτες, θὰ μετάσχουν στὸν ἀγώνα.

Ὁ πνευματικὸς ἀθλητὴς θὰ ἀγωνιστεῖ μὲ τὰ πνευματικά του προσόντα. Τὸ πνεῦμα θὰ κυριαρχήσει ἐξουσιαστικὰ καὶ ὁλοκληρωτικὰ ἐπὶ τῆς ὕλης, γιατὶ αὐτὴ εἶναι ἡ συμπαντικὴ ἀπαίτηση.

Ὅλοι οἱ ἐρευνητές, ὅλοι οἱ ἐραστὲς τῆς γνώσης, θὰ γνωρίσουν τὸ Θεϊκὸ Ὅραμα. Ἐκεῖνοι ποὺ βρίσκονται στὸ στάδιο τῆς νόησης καὶ συλλαμβάνουν συλλεκτικὰ τὰ μηνύματα τῶν βιβλίων αὐτῶν καὶ τὰ ἀφομοιώνουν μὲ τὴν αὐτοέρευνα, θὰ λάβουν τὴν ταυτότητα ποὺ ἀναλογεῖ στὸ σχῆμα τῆς ὀντότητας ποὺ ἐκπροσωποῦν καὶ μὲ τὴν ταυτότητα αὐτὴ θὰ ἐγγραφοῦν στὸ Βιβλίο τῆς Ζωης.

Ἂς προχωρήσουμε τώρα καὶ στὸν ἀποκαλυπτικὸ λόγο, λόγο ποὺ εἶναι ἄμεσα συνδεδεμένος μὲ τὴν Ἀποκάλυψη τοῦ θείου Ἰωάννη. Καταρχὴν ὁ τίτλος τοῦ προκείμενου ἕβδομου βιβλίου, Ἕβδομη Ἀναγγελία, ἀναφέρεται στὴν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννου καὶ συγκεκριμένα στὰ κεφάλαια 10:7 καὶ 11:15, ὅπου ἀναφέρεται ὅτι ἐν ταῖς ἡμέραις τῆς φωνῆς τοῦ Ἑβδόμου Ἀγγέλου, ὅταν μέλλῃ σαλπίζειν θὰ ἀρχίσει νὰ πραγματοποιεῖται τὸ τελικὸ Σχέδιο τοῦ Θεου περὶ τοῦ κόσμου, ὅπως ἀκριβῶς ἔχει προβλεφθεῖ στὴν Παλαιὰ καὶ στὴν Καινὴ Διαθήκη. Τὸ σάλπισμα εἶναι τὸ σημεῖο τῆς Νίκης, ὅπως ἀκριβῶς ἀναφέρει ὁ Ἰωάννης. Καὶ ὁ Ἕβδομος Ἄγγελος σάλπισε καὶ ὁ τελικὸς θρίαμβος τῆς Νίκης γίνεται πλέον τετελεσμένο γεγονός. Ἐπικράτησε, δηλαδή, ὁριστικὰ καὶ πλήρως ἡ Βασιλεία τοῦ Κυρίου εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων. Τὸ βιβλίο Ἕβδομη Ἀναγγελία, λοιπόν, εἶναι ἕνα βιβλίο ποὺ ἐρευνᾶ καὶ ἀποκαλύπτει τὴν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννου στὸ πλαίσιο τῆς σύγχρονης κοινωνικῆς ἀνάγκης. Ὄχι μόνο ἐρευνᾶ καὶ ἀποκαλύπτει, ἀλλὰ ἐνδιατρίβει στὶς πηγὲς τοῦ Ἰωάννου. Μεταγλωττίζει τὰ κείμενα, τὰ ρέοντα ἐκ τῆς Θείας Ἔμπνευσης, καὶ τὰ μεταφέρει στὴ σύγχρονη κοινωνία τῶν προβληματιζόμενων ἀνθρώπων, τῶν ἀνθρώπων ποὺ δὲν ἔχουν ἐνταχθεῖ σὲ προκατασκευασμένα δογματικὰ πλαίσια –εἴτε αὐτὰ τὰ πλαίσια εἶναι πολιτικὰ εἴτε φιλοσοφικὰ εἴτε θρησκευτικὰ– καί, ἑπομένως, ὄχι μόνο εἶναι «ἀνοιχτοί», ἀλλὰ ἀπαιτοῦν οὐσιαστικὴ καὶ πειστικὴ μεταφορὰ τῶν κειμένων προκειμένου νὰ χρησιμεύσουν τὴν κατάλληλη στιγμή, δηλαδὴ τὴ στιγμὴ τῆς ἐπαλήθευσής τους, ὡς ἄμεση ἀπόδειξη στοὺς ταγοὺς τῆς ἐπιστήμης, στοὺς προεξάρχοντες στὴ διακυβέρνηση τῶν πολιτειῶν καὶ στοὺς ἀποκαλούμενους κατ’ εὐφημισμό, στὴν ἐποχή μας, «φιλοσόφους».

Ἕβδομη Σάλπιγγα εἶναι ὁ ἦχος τῆς νίκης τοῦ θριαμβευτῆ τῆς Ἀγάπης, ὁ ἦχος τῆς νίκης τῆς ἀγαθῆς Δύναμης τοῦ Κυρίου.

Τὴν Ἕβδομη Ἀναγγελία τὴν παραλληλίζουμε μὲ τὸν οὐράνιο δρόμο, ποὺ κατὰ τὶς Γραφὲς χαράχτηκε γιὰ νὰ ὁδηγήσει τὴν ἀνθρωπότητα στὴν Ἀλήθεια τοῦ Χριστου, δηλαδὴ στὴν Ἀγάπη, στὸ Πνεῦμα τῆς Οὐράνιας Βούλησης, στὸ πνεῦμα τῆς νίκης τῶν Ἀγγέλων. Ἑπομένως, ἡ Ἕβδομη Ἀναγγελία ἠχεῖ ἀποκαλυπτικὰ τὶς πτυχὲς τῶν Οὐράνιων Γραφῶν καὶ τὶς ἀποκαλύπτει ἐντὸς πεδίων παίδευσης καὶ ὀργάνωσης ποὺ πηγάζουν ἀπὸ τὴ γνώση. Καταδικάζει τὴν ἄγνοια, συμπράττει μὲ τὶς προθέσεις τῆς οὐράνιας ἀποκαλυπτικῆς διάθεσης καὶ εἰσχωρεῖ στὰ πεδία τῆς νόησης, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ἡ Ἕβδομη Σάλπιγγα τῶν Ἀγγέλων, τῶν ὑπηρετῶν τῆς ἀγαθῆς στρατιᾶς τῶν Οὐρανῶν.

Σὲ αὐτὲς τὶς οὐράνιες στρατιὲς ἀνήκουν, ὅπως μᾶς ἀποκαλύπτουν, καὶ οἱ εὐλογημένοι τοῦ Θεοῦ «Σύντροφοι». Ἐμεῖς δηλώνουμε, εἴμαστε ὑπηρέτες Εκείνου, πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι ὡς Ἄγγελοι Ἀγάπης ἔχουμε τὸν σκοπὸ τῆς ὑπηρέτησής Του ἐντὸς τῶν βημάτων τῶν οὐράνιων στρατιῶν. Ἐμεῖς θὰ σαλπίσουμε τὰ ἄσματα τοῦ Οὐρανοῦ, τὰ ἄσματα τῆς ἀπελευθέρωσης ἀπὸ τὴ μαγεία καὶ τὸ σκότος, ἐμεῖς θὰ καταστοῦμε ἡ Εβδομη Σάλπιγξ, ἡ φωτεινὴ καὶ ἀνέσπερη στὸ πλαίσιο τῆς ἐλευθερίας τοῦ πλανήτη.

Τὸ βιβλίο Ἕβδομη Ἀναγγελία, κυρίως αὐτὸ –ὅπως καὶ τὰ προηγούμενα βιβλία ποὺ βρίσκον- ται σὲ ἄμεση συνάφεια μὲ αὐτὸ– μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι ἡ ἀνθρωπότητα, καὶ ὄχι μόνο, βρίσκεται στὰ πρόθυρα μιᾶς μεγάλης, μοναδικῆς καὶ χωρὶς προηγούμενο ἀλλαγῆς. Μπαίνουμε σὲ μιὰ μεγάλη μεταβατικὴ περίοδο, σὲ μιὰ πολὺ κρίσιμη καμπή, μετὰ τὴν ὁποία θὰ ἀκολουθήσει ἡ κυριαρχία τοῦ φωτὸς ποὺ θὰ ἐκτοπίσει ὁριστικὰ τὸ σκότος καὶ τὴν ἄγνοια. Πλησιάζει ὄχι μόνο ἡ ἄνοδος καὶ ὁ ἐξαγνισμὸς τοῦ ἀνθρώπινου γένους, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν μορφῶν ζωῆς ποὺ φιλοξενεῖ ὁ πλανήτης μας. Καὶ αὐτὴ ἡ ἄνοδος καὶ ὁ ἐξαγνισμὸς θὰ συμβοῦν σύμφωνα μὲ τὸ πρὸ αἰώνων καταρτισμένο Θεϊκο Σχέδιο καὶ θὰ συμβοῦν γιὰ νὰ ἀπαλλαγεῖ ὁ κόσμος ἀπὸ τὴ διχόνοια, τὴ δυσαρμονία, τὴν ἀρρώστια, τὴ φτώχεια κ.λπ.

Ὁ πλανήτης Γῆ, ποὺ μέχρι σήμερα συντηροῦσε ἁπλῶς τὴ ζωὴ καὶ ἔτρεφε τὸν ἄνθρωπο καὶ ὅλους τοὺς ἄλλους φιλοξενούμενούς του, ὑπέστη καὶ ὑφίσταται ἄγρια λεηλασία καὶ δέχτηκε τὴν ἀνθρώπινη βαρβαρότητα ὡς ἀνταπόδοση τῶν εὐεργεσιῶν του στὸν ἄνθρωπο. Ὅλα αὐτὰ ὅμως θὰ ἀλλάξουν καὶ αὐτὸς ὁ πολύπαθος καὶ ταλαιπωρημένος πλανήτης θὰ μετατραπεῖ σὲ ἕναν παράδεισο, ὅπου οἱ παλιὲς συνθῆκες ζωῆς θὰ ἐπισκιαστοῦν ἀπὸ τὴν εὐημερία, τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ἁρμονικὴ ζωή, σύμφωνα μὲ τὸν Θεϊκὸ Ὁραματισμό.

Πρὶν ὅμως ἐπέλθουν αὐτὲς οἱ ἀλλαγὲς ποὺ θὰ ἐπισυμβοῦν σταδιακὰ καὶ ἐντὸς τῆς ἐπερχόμενης χιλιετηρίδας, θὰ προηγηθοῦν διάφορες διαταραχὲς τῆς φύσης, γεωγραφικὲς μετατοπίσεις, ἐκρήξεις, σεισμοί – νοητοὶ καὶ πραγματικοί. Ὅλα αὐτὰ θὰ ὑπάρξουν ὄχι ὡς τιμωρία, γιατὶ ὁ Θεὸς δὲν τιμωρεῖ κανέναν καὶ ποτέ, ἀλλὰ ὡς ἐξιλαστήριες πράξεις γιὰ τὸν ἐξαγνισμὸ τόσο τοῦ πλανήτη ὅσο καὶ τῶν φιλοξενούμενών του. Θὰ ἐπέλθουν ὡς ἀντίδραση τοῦ πλανήτη στὴν οἰκολογικὴ ἀνισορροπία, ὡς ἀντιστάθμισμα στὴ βαρβαρότητα τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὁποία ὁπωσδήποτε δὲν μπορεῖ νὰ συνεχιστεῖ, γιατὶ ἡ συνέχισή της θὰ σημάνει τὴν καταστροφὴ καὶ τοῦ πλανήτη καὶ τῶν κατοίκων του. Ἡ Γῆ, κατὰ κάποιον τρόπο, θὰ ἐπαναστατήσει ἐνάντια στὴν ἄγρια καὶ ἀνελέητη ἐκμετάλλευσή της, θὰ ἐξεγερθεῖ γιὰ νὰ ξαναβρεῖ τὴν ἰσορροπία της, τὴν καθαρότητά της καὶ τὴν ἁγνότητά της.

Ἡ Γῆ, ἡ προσωρινή μας κατοικία, εἶναι ὁ μοναδικὸς χῶρος στὸν ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ βρεῖ τὴ δικαίωσή του καὶ τὴν ἐλευθερία του. Πέραν αὐτοῦ, ἡ Γῆ εἶναι ἕνας ζωντανὸς ὀργανισμὸς μὲ τεράστια ἐνεργειακὰ πεδία, ἀλλὰ καὶ μὲ ἐκπληκτικὴ ὀμορφιά. Εἶναι ἕνας ζωντανὸς ὀργανισμὸς ποὺ στὰ σπλάχνα του ἀναπτύχθηκαν καὶ ἔκτοτε συντηροῦνται ὅλα τὰ ζωντανὰ πλάσματα ποὺ ζοῦν σὲ αὐτήν, πάνω ἀπὸ αὐτὴν καὶ μέσα στοὺς ἀπέραντους ὠκεανούς.

Γιὰ τὴ μέχρι τώρα κατάσταση στὴ Γῆ, τὴν εὐθύνη τὴν ἔχει ἀκέραιη ἡ ἀνθρωπότητα. Ὅταν ἀγνοοῦνται –ὅπως ἀγνοοῦνται μέχρι σήμερα– οἱ φυσικοὶ νόμοι, δημιουργεῖται τὸ χάος. Κάθε ἀνθρώπινη πράξη, κάθε σκέψη ποὺ εἶναι ἐνάντια στὴν ἐξελικτικὴ πορεία, προκαλεῖ τὴν ἀρρυθμία, τὴ δυσαρμονία, τὴν καταστροφή. Ἡ συλλογικὴ ἀνθρώπινη ἐνέργεια ἐνάντια στὰ Θεϊκὰ Σχέδια καὶ στοὺς Θεϊκοὺς Ὁραματισμοὺς δημιουργεῖ διαταραχὲς κάθε εἴδους, ἐπιδημίες, θύελλες, πολέμους κ.λπ.

Εἶναι γεγονὸς ὅτι τὸ βιωματικὸ παρελθὸν καὶ τὸ παρὸν τῶν ἀνθρώπων ἔχει ἀρχίσει νὰ κλονίζει τὰ θεμέλια τοῦ πλανήτη. Εἶναι λοιπὸν καιρὸς γιὰ τὶς ἐπερχόμενες ἀλλαγές, εἶναι καιρὸς τὴ θέση τῶν πεινασμένων καὶ τῶν στρατιῶν τῶν ἀνέργων, τὶς θέσεις τῶν ἀδυσώπητων ἐκμεταλλευτῶν τοῦ ἀνθρώπινου μόχθου κ.λπ. νὰ πάρει ὁ Νεος Ανθρωπος. Εἶναι καιρὸς γιὰ τὴν ἀλλαγή, μιὰ ἀλλαγὴ ποὺ δὲν θὰ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα μιᾶς κάποιας ἐπανάστασης, ἀλλὰ μιᾶς ἐσωτερικῆς ἀλλαγῆς ποὺ θὰ ἐπέλθει – καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾶ τὸν ἄνθρωπο, τὸν προικισμένο μὲ τὴν ἐλεύθερη βούληση, ἡ ἀλλαγὴ θὰ ἐπέλθει μὲ τὴ δική του προσπάθεια, συνεπικουρούμενη ἀπὸ τὴ Θεία εὐσπλαχνία. Ἡ θεία αὐτὴ εὐσπλαχνία θὰ ὑλοποιηθεῖ ὅπως ἀκριβῶς περιγράφεται στὰ ἀνὰ χεῖρας ἀποκαλυπτικὰ βιβλία, μὲ τὰ ὁποῖα –ὅπως καὶ μὲ ὅλες τὶς Γραφὲς– ὁ κάθε ἄνθρωπος καλεῖται νὰ μετάσχει, ἐφόσον τὸ ἐπιθυμεῖ, σὲ αὐτὴ τὴν παλιγγενεσία, σὲ αὐτὴν τὴ μεγαλειώδη ἀλλαγή, σὲ αὐτὴ τὴν ἀνάπλαση τοῦ κόσμου ὁλόκληρου.

Ἔτσι, λοιπόν, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, πρέπει νὰ ἀντιμετωπίζουμε τὸ μέλλον τοῦ κόσμου αἰσιόδοξα, πάντοτε ἀπὸ τὴ θετικὴ πλευρὰ καὶ μὲ τὴν ἐλπίδα καὶ τὴ βεβαιότητα ὅτι ὁ Μεγάλος Θεὸς ἔχει προβλέψει καὶ οἱ προβλέψεις Του θὰ πραγματοποιηθοῦν. Πρέπει ἐπίσης νὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι ἡ τυχὸν καταστροφικὴ πλευρὰ τοῦ Σχεδίου δὲν ἀποτελεῖ κάποια τιμωρία, ἀλλὰ μιὰ καθαρὰ θεραπευτικὴ μέθοδο ποὺ θὰ ἐφαρμοστεῖ μόνο ἂν ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι ἐξακολουθήσουμε τὴν ἴδια μέχρι τώρα συμπεριφορά, τὴν ἴδια ἀδιαφορία, τὴν ἴδια σκληρότητα, μέσα στὰ χρονικὰ ὅρια ποὺ μᾶς δίνονται, δηλαδὴ μέσα στὰ χρονικὰ ὅρια τῆς ἑπόμενης χιλιετηρίδας.

Θὰ κλείσουμε τὰ εἰσαγωγικὰ αὐτὰ κείμενα μὲ μιὰ ἀναφορὰ στὸν τρόπο καὶ τὸν ρυθμὸ ποὺ θὰ γίνει ἡ ἀναγωγὴ τῶν ὄντων στὴν ἐρχόμενη χιλιετία. Αὐτὸς ἀκριβῶς ὁ τρόπος συμβολίζεται μὲ τὴν κατασκευὴ τῆς Πυραμίδας τοῦ Χέοπα.

Αὐτὴ ἡ συγκεκριμένη Πυραμίδα εἶχε καὶ ἔχει τὸ νόημα τῆς γήινης κλίμακας, ἡ ὁποία στηρίζεται νοητὰ σὲ ἐννέα ἄνισους παραλλήλους ποὺ ἀρχίζουν στὴ βάση τοῦ κτίσματος, ἡ ὁποία βάση περιλαμβάνει ὅλα τὰ ὄντα τοῦ πλανήτη μὲ προεξάρχοντα τὸν ἄνθρωπο. Ἡ ἄνοδος τῆς κλίμακας ἀναφέρεται, φυσικά, στὴν ἄνοδο τῆς ψυχῆς –τὸ «Κὰ» ὅπως τὴν ἀποκαλοῦσαν οἱ ἀρχαῖοι Αἰγύπτιοι– στὶς οὐράνιες σφαῖρες. Κατὰ συνέπεια, ἀνερχόμενη ἡ ψυχή, τὸ «Κά», καὶ εἰσερχόμενη στὰ δώματα τοῦ Οὐρανοῦ, κατακτᾶ τὴ γνώση. Αὐτὴ ἡ κατάκτηση τῆς γνώσης εἶναι συνυφασμένη μὲ τὴν Πυραμίδα τῆς Γκίζας καὶ ἐπιλέχθηκε αὐτὸς ὁ συγκεκριμένος χῶρος τοῦ ἀρχαίου αἰγυπτιακοῦ κράτους λόγω τοῦ γεγονότος ὅτι σὲ αὐτὸν ὑπῆρχαν τότε ἐνεργειακὰ πεδία ἀσύλληπτης δύναμης ποὺ εὐνοοῦσαν τὴ συνεύρεση Γῆς καὶ Οὐρανοῦ, ὅπως μαρτυροῦν καὶ οἱ Γραφές:

Τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἔσται θυσιαστήριον τῷ Κυρίῳ ἐν χώρᾳ Αἰγυπτίων καὶ στήλη πρὸς τὸ ὅριον αὐτῆς τῷ Κυρίῳ καὶ ἔσται εἰς σημεῖον εἰς τὸν αἰῶνα Κυρίῳ ἐν χώρᾳ Αἰγύπτου […]. (Π.Δ., Ἠσαΐας 19:19-20)

Σχετικὰ μὲ τὴν ἀνέγερση τῆς Μεγάλης Πυραμίδας, οἱ Σύντροφοι μᾶς ἀποκαλύπτουν τὰ ἑξῆς: Ἐμεῖς οἱ σύντροφοι, ἄυλοι καὶ ἀδιάστατοι, ἔχουμε νὰ σᾶς ποῦμε ὅτι ὑπήρξαμε οἱ ὁραματιστὲς καὶ μελετητὲς τῆς ἀρχιτεκτονικῆς ἔμπνευσης τῆς Πυραμίδας τοῦ Χέοπα. Συνεπῶς ἔχουμε συμπράξει, ὡς Ὁμάδα Φωτός, στὴν κατασκευὴ τῆς Πυραμίδας αὐτῆς. Χρόνος κατασκευῆς της εἶναι περίπου τὸ 58000 π.Χ. καὶ ὄχι τὸ 4000, ὅπως λένε οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες, τοὺς ὁποίους οἱ Αἰγύπτιοι ἀποκαλοῦσαν «Κούφου». Πρὸ 60.000 χρόνων, λοιπόν, ἐργαζόμενοι βάσει προκαθορισμένου Σχεδιου εἴχαμε, ὅπως ἀκριβῶς καὶ σήμερα, τὸν ἴδιο τρόπο ἐπικοινωνίας μὲ ὀντότητες στὶς ὁποῖες μεταφέραμε γραπτῶς μηνύματα σχετικὰ μὲ τὴν κατασκευή, τὰ ὁποῖα ἐφάρμοσαν στὴν πράξη μὲ ἀπόλυτη ἀκρίβεια καὶ μὲ τὴν πίστη ὅτι ποιοῦν οὐράνια κελεύσματα, ὅπως ἀκριβῶς κάνετε καὶ πιστεύετε καὶ ἐσεῖς ποὺ δέχεστε καὶ μεταβιβάζετε σήμερα τὰ μηνύματά μας, ποὺ εἶναι ἐπίσης μηνύματα τοῦ Οὐρανοῦ.

Καὶ συνεχίζουν: Οὐσιαστικὰ ὁρίσαμε τὰ περιμετρικὰ σχήματα τῆς Πυραμίδας καὶ ἐπιδοθήκαμε μετὰ σπουδῆς στὰ ἔργα τῆς συμπαντικῆς ἔμπνευσης, σύμφωνα μὲ τὴ θεϊκὴ προσταγή. Σὺν τῷ χρόνῳ, ἐλεύθερες οὐράνιες ὀντότητες ποὺ ἐπέλεξαν τὴν ὁδὸ τῆς σάρκωσης ἀναμείχθηκαν μὲ γήινες ὀντότητες τῆς περιόδου τοῦ Χέοπα καὶ ἐπικράτησαν ἐντὸς τῆς Αἰγύπτου ὡς στοιχεῖα γήινης προέλευσης. Μὲ αὐτὴν τὴ μείξη, τὸ γήινο καὶ τὸ ἐξωγήινο στοιχεῖο συνεργάστηκαν μὲ μεγαλουργικὸ ἀποτέλεσμα. Ἐμεῖς δὲν ὑπήρξαμε καί, φυσικά, δὲν συμπράξαμε ὡς ἐνσάρκωση. Ἁπλά, ἐκτὸς ἀπὸ ἐμᾶς, ἄυλες καὶ ἀδιερεύνητες ὀντότητες εἰσχώρησαν στὰ ἐπίπεδα τῆς αἰγυπτιακῆς ὄασης καὶ ἀναπαλαίωσαν σχήματα οὐσίας μὲ μείξη ἄυλων καὶ γήινων δυνάμεων. Σὲ αὐτὲς τὶς δυνάμεις ἐννοεῖται ὅτι ἐμεῖς ὑπαγορεύσαμε τὴ μελέτη τῆς Πυραμίδας τοῦ Χέοπα. Οἱ ὀντότητες αὐτές, ποὺ ἔλαβαν περίπου τὴ σάρκωση τοῦ «ἡμίθεου» τῶν ἀρχαίων προγόνων σας, εἶχαν, ὅπως καὶ ἐσεῖς σήμερα, ἄμεση ἐπαφὴ μὲ ἐμᾶς καὶ βρίσκονταν σὲ ἀπόλυτη σύμπνοια μὲ τὴ Συμπαντικὴ Βούληση καὶ οἱ διάνοιές τους ἔφεραν γήινα καὶ ἐξωγήινα στοιχεῖα.

Ἐκεῖ ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἰσχωρήσει ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, ἔρχεται ἡ ἔμπνευση τοῦ Θεοῦ καὶ ἐρευνᾶ τὰ θαυμαστὰ καὶ ἀποκαλύπτει τὰ θαυμαστὰ καὶ ὅλα τὰ ἀνεξήγητα στοὺς αἰῶνες. Οἱ αἰῶνες ἁπλὰ σφραγίζουν τὶς Βουλήσεις τοῦ Ὑψίστου, τοῦ Αναρχου Βασιλέα, καὶ ἀναμένουν τὴν ἐπιταγή Του γιὰ νὰ ἀποκαλύψουν καὶ νὰ ἑρμηνεύσουν τὰ Μέγιστα καὶ σοφὰ Κεκαλυμμένα Φαινόμενα, δεδομένου ὅτι ὁ χρόνος τῆς ἀποκάλυψης ἔχει προσδιορισμένα χρονικὰ ὅρια. Τὸ θαυμαστὸ εἶναι ὅτι τὸ «Κὰ» –ἡ ψυχὴ ἑκάστου ποὺ εἰσέρχεται στὸ Θεῖο Φῶς, καὶ ἡ ὁποία ἐπιλειτουργεῖ ὡς γέφυρα μεταξὺ Γῆς καὶ Οὐρανοῦ, μεταξὺ ὕλης καὶ πνεύματος– Ενσωματώνεται στὴ Θεία Οὐσία καὶ κατακτᾶ τὴ γνώση. Δὲν εἶναι εὔκολο νὰ σᾶς ἐξηγήσουμε γιατὶ ἀκριβῶς ἐπιλέχθηκε ἡ Γκίζα γιὰ τὴν ἀνέγερση αὐτοῦ τοῦ μνημείου, ἑνὸς ἀπὸ τὰ ἑπτὰ θαύματα τοῦ ἀρχαίου κόσμου, τοῦ μοναδικοῦ ποὺ διασώθηκε. Ἕνα ὅμως ἔχουμε νὰ σᾶς ποῦμε, ὅτι ἐντὸς τοῦ πλανήτη σας ὑπάρχουν ἐνεργειακὰ πεδία σὲ πολλοὺς καὶ καθορισμένους χώρους-σημεῖα. Ἡ ἐνέργεια αὐτὴ ἀκτινοβολεῖ καὶ κάποτε στὸ μέλλον θὰ ἔχετε τὴν προνομιακὴ ὅραση νὰ λαμβάνετε ἐνεργειακὰ πεδία.

Μνημεῖα ὅπως ἡ Πυραμίδα τοῦ Χέοπα, ἀλλὰ καὶ ἄλλα πολλὰ ποὺ εἶναι διάσπαρτα στὸν πλανήτη μας, δείχνουν μὲ σιγουριὰ στὸν ἄνθρωπο ὄχι μόνο τὴ μελλοντικὴ πορεία του, ἀλλὰ καὶ τὸ λαμπρὸ παρελθόν του, δείχνουν ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἀπόγονος κάποιου μαλλιαροῦ τετράποδου μὲ οὐρά, ἀλλὰ ὅτι ἔχει θεϊκὴ καταγωγή. Ἡ καταγωγὴ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι πολὺ πιὸ ἐνδιαφέρουσα ἀπὸ ἐκείνη ποὺ ἡ πρόσφατη ἐπιστήμη προσπάθησε καὶ προσπαθεῖ νὰ προσδώσει στὸ ἀνθρώπινο γένος. Οἱ πρόγονοί μας ἦταν πολὺ σημαντικοί, πολὺ πιὸ σημαντικοὶ ἀπὸ ἐμᾶς, γεγονὸς ποὺ προκύπτει ἀπὸ τὶς θρησκευτικὲς παραδόσεις, τὶς Γραφὲς καὶ τὶς «μυθολογίες» ὅλων τῶν λαῶν ἀνεξαιρέτως, ἀλλὰ καί, ὅπως σᾶς εἴπαμε, ἀπὸ τὰ μνημεῖα ποὺ μᾶς κληροδότησαν, μνημεῖα ποὺ ἔχουμε ξεχάσει ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ποὺ ταυτίσαμε τὴν τύχη μας μὲ τὸν συμπαθέστατο πίθηκο.

Ἕνα τέτοιο μνημεῖο, τὸ σπουδαιότερο, ἀποτελεῖ καὶ ἡ μεγάλη Πυραμίδα τοῦ Χέοπα, τῆς ὁποίας ἡ ὕπαρξη ἀριθμεῖ δεκάδες χιλιάδες χρόνια, ἀνάγεται δηλαδὴ σὲ ἐποχὲς ποὺ ἡ ἐπιστήμη παραπλανητικὰ μᾶς διδάσκει ὅτι ὁ ἄνθρωπος μόλις ἄρχισε νὰ ἀποχωρίζεται ἀπὸ τὴν ἀγκαλιὰ τοῦ πιθήκου καὶ νὰ ἐγκαταλείπει τὴ «δενδρόβια» ζωή του γιὰ νὰ μπεῖ στὴ ζωὴ τῶν «σπηλαίων».

Ἡ θεία καταγωγὴ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀναμφισβήτητη. Μνημεῖα ὅπως ἡ Μεγάλη Πυραμίδα τὸ ἀποδεικνύουν, γιατὶ ἀποδεικνύουν τὴν ὕπαρξη τῶν πανάρχαιων εὐφυῶν προγόνων μας σὲ ἐποχὲς πού, κατὰ τὴ σφαλερὴ ἄποψη τῆς ἐπιστήμης –ἄποψη, φυσικά, ποὺ στηρίζεται σὲ ὑποθέσεις καὶ ὄχι σὲ ἔρευνα–, οἱ ὑποτιθέμενοι πρόγονοί μας βρίσκονταν σὲ ζωώδη κατάσταση.

Μνημεῖα ὅπως ἡ Μεγάλη Πυραμίδα, ποὺ εἶναι ἀφιερωμένα στὸν ἄνθρωπο, στοχεύουν νὰ καταδείξουν στὴν ἀνθρωπότητα τὴν ὁδὸ ποὺ πρέπει νὰ βαδίσει γιὰ τὴν αὐτοτελείωσή της, τὴν ἀνοδικὴ πορεία μέσω τῆς ὁποίας ἡ ἀνθρώπινη ψυχὴ θὰ μπορέσει νὰ ἐπανέλθει στὴν ἀρχαία κοιτίδα της, δηλαδὴ στὸ φῶς, καὶ νὰ συνυπάρξει ἐν πνεύματι καὶ σὲ ἀπεριόριστη ἀγάπη μὲ τὴ Θεία Οὐσία, ποὺ εἶναι τὸ Φῶς καὶ ἡ Ἀγάπη.

Ὅταν μιλᾶμε γιὰ τὸ ταξίδι τῆς ἐπιστροφῆς, δηλαδὴ γιὰ τὸ ταξίδι τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸν πεπερασμένο φυσικὸ κόσμο –τὸν κόσμο τῆς ὕλης ὅπου ζεῖ– μὲ προορισμὸ τὴν κορυφή, δηλαδὴ τὸ Φως, δὲν ἐννοοῦμε, φυσικά, κάποιο ταξίδι στοὺς γνωστοὺς αἰθέρες ποὺ περιβάλλουν τὸν κάθε γνωστὸ κόσμο. Ἐννοοῦμε σαφῶς ἕνα ταξίδι σὲ «κόσμους» μὴ ὑλικοὺς καὶ ἄγνωστους σὲ ἐμᾶς, ἀλλὰ ὄχι, φυσικά, καὶ στὴν ψυχή, ἀφοῦ οἱ κόσμοι αὐτοὶ ἀποτελοῦν τὴν κοιτίδα της. Στὴν οὐσία πρόκειται γιὰ ἕνα «ἐσωτερικὸ» ταξίδι ποὺ ἔχει διάφορους σταθμούς, τοὺς ὁποίους θὰ πρέπει ἡ ψυχὴ νὰ ὑπερβεῖ. Ὁ μεγάλος σταθμὸς ποὺ θὰ πρέπει νὰ ὑπερβεῖ κατὰ πρῶτο λόγο ἡ ψυχὴ εἶναι ὁ φυσικὸς κόσμος, ἡ ὕλη, στὴν ὁποία εἶναι ἐγκλωβισμένη. Ἡ ὑπέρβαση θὰ γίνει μὲ τὴ «σιωπὴ» τῶν αἰσθήσεων καὶ τὴν ἠρεμία τοῦ ὑλικοῦ νοῦ. Ἡ ψυχὴ εἰσέρχεται στὸ ἀμέσως ἑπόμενο συνειδησιακὸ ἐπίπεδο, τὸν κόσμο τῆς πλάνης, ἕναν κόσμο πλούσιο σὲ σύμβολα καὶ φαντασιώσεις, τὸν ὁποῖο ὀφείλει νὰ ὑπερβεῖ σύντομα γιὰ νὰ εἰσέλθει στὸ ἑπόμενο ἐπίπεδο τῆς νόησης καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὸ ἐπίπεδο τῆς γνώσης. Τὸ ἐπίπεδο τῆς γνώσης εἶναι ἕνα καθαρὰ πνευματικὸ ἐπίπεδο. Ἐκεῖ ἡ ψυχὴ ἀναγνωρίζει τὸν ἑαυτό της, ἀναγνωρίζει δηλαδὴ ὅτι εἶναι οὐσία θεία –ὅμοια μὲ ἐκείνη τοῦ Πατέρα– καὶ ὅτι φτάνει στὸ τέλος τοῦ ταξιδιοῦ, ποὺ εἶναι ἡ ἕνωση καὶ συνύπαρξη μὲ τὸν Δημιουργό, συνύπαρξη σὰν Φῶς καὶ Ἀγάπη. Εἶναι ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ «ἀσώτου» στὸν Οἶκο τοῦ Πατρὸς καὶ τὸ τέλος κάθε περιπλάνησης τῆς ψυχῆς.

Ὡς προϋπόθεση γιὰ τὴν πραγμάτωση αὐτοῦ τοῦ ταξιδιοῦ τῆς ψυχῆς, ἀνακύπτει ἡ ἀναγκαιότητα τῆς στροφῆς τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν ἐσωτερικό του κόσμο, γιατὶ ὁ κόσμος αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ θὰ μᾶς ἐπιτρέψει τὴν ἄνοδο τῆς ψυχῆς, δηλαδὴ τὴν ὑπέρβαση ὅλων τῶν συνειδησιακῶν ἐπιπέδων μέχρι τὸ τέλος τοῦ ταξιδιοῦ. Εἴμαστε ἐνσαρκωμένες ψυχές, ἐνσαρκωμένες στὸ ἀνθρώπινο σῶμα μὲ σκοπὸ τὴν ἀπόκτηση τῶν ἐμπειριῶν τοῦ γήινου ἐπιπέδου καὶ μὲ ἀπώτερο προορισμὸ τὴν Ἕνωση μὲ τὸν Δημιουργό. Ἑπομένως, ὅσο οἱ αἰσθήσεις εἶναι κυρίαρχες, δηλαδὴ ὅσο ὁ νοῦς ὑπακούει μόνο στὰ ὑλικὰ ἐρεθίσματα καὶ μόνο ἀπὸ ἐκεῖ προσπαθεῖ νὰ ἀντλήσει τὶς ἐμπειρίες του, τὸ ταξίδι ἀναστέλλεται ἢ ἀναβάλλεται καὶ ἡ ἀναστολὴ ἢ ἀναβολὴ διαρκεῖ μέχρις ὅτου νοῦς καὶ ψυχὴ γίνουν κυρίαρχοι τοῦ «παιχνιδιοῦ».

Σὲ κάθε περίπτωση, ἡ πραγμάτωση τοῦ ταξιδιοῦ μπορεῖ νὰ γίνει μόνο μετὰ ἀπὸ μιὰ γέννηση, ἀπὸ μιὰ σάρκωση τῆς ψυχῆς ἐδῶ στὴ Γῆ. Ἡ Γῆ ἀποτελεῖ τὸ τελευταῖο καὶ μοναδικὸ πεδίο μέσω τοῦ ὁποίου ἀπαραιτήτως πραγματοποιεῖται τὸ ταξίδι τῆς ἐπιστροφῆς.

Ὅσο λοιπὸν οἱ αἰσθήσεις παρασύρουν τὸν νοῦ καὶ τὴν ψυχή –ποὺ εἶναι στενὰ συνδεδεμένη μὲ τὸν νοῦ–, τόσο ὁ νοῦς ὅσο καὶ ἡ ψυχὴ ἕλκονται πρὸς τὰ κάτω, παρασύρονται ἀπὸ τὶς αἰσθησιακὲς ἀπολαύσεις, τὶς φαντασιώσεις καὶ τὶς ψευδαισθήσεις σὲ τέτοιο βαθμό, ποὺ ὄχι μόνο ἀδυνατοῦν, ἀλλὰ παύουν καὶ νὰ ἐπιθυμοῦν τὴν ἄνοδο, τὴν ἀναγωγὴ τῆς ψυχῆς. Βαθμιαῖα ἔχουν ἀπώλεια μνήμης καὶ συνείδησης καὶ προσανατολίζονται σὲ μιὰ ζωὴ ποὺ ἀφιερώνεται στὸν ὑλικὸ κόσμο ἀποκλειστικά, στὸν ὁποῖο καταβυθίζονται.

Ἀντίθετα, ὅταν οἱ αἰσθήσεις «ἀποσύρονται» καὶ παραχωροῦν τὴ θέση τους στὴν ψυχή, ἡ ψυχὴ μέσω τοῦ νοῦ –ποὺ ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς κυριότερες δυνάμεις της– ἀκολουθεῖ τὴν ἀναγωγική της πορεία μὲ τὴν προοπτικὴ τῆς ἕνωσής της μὲ τὸν Δημιουργό. Ὅσο ἡ ψυχὴ ἐπιδιώκει αὐτὴ τὴν ἕνωση, τόσο περισσότερη «δύναμη» παίρνει καὶ ἡ δύναμη αὐτὴ ἐκδηλώνεται μὲ μιὰ ἔντονη ἐσωτερικὴ παρόρμηση γιὰ μεγαλύτερη πνευματικὴ πρόοδο. Ἡ παρόρμηση αὐτὴ διαπερνᾶ ὅλη τὴν ψυχὴ καὶ καθορίζει τὸν ρυθμὸ τῆς ζωῆς, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀποκτήσουμε τελικὰ μία σκέψη, μία ἐπιθυμία, ἕναν σκοπό: τὴν ἕνωσή μας μὲ τὸν Δημιουργό.

Μόνο ἔτσι, δηλαδὴ μὲ τὴ δική μας θέληση καὶ πρωτοβουλία, ἀρχίζει τὸ ταξίδι τῆς ἐπιστροφῆς τῆς ψυχῆς στὴν κοιτίδα της. Δὲν θὰ πρέπει ὅμως νὰ ξεχνᾶμε ὅτι αὐτὴ ἡ πρωτοβουλία δὲν ἐκδηλώνεται ποτὲ χωρὶς τὴν ἑλκτικὴ δύναμη τοῦ Πατρός, ὁ Ὁποῖος μᾶς καλεῖ –τὴν κατάλληλη γιὰ τὸν καθένα μας στιγμὴ– καὶ μᾶς ὑπενθυμίζει αὐτὸ ποὺ ἔχουμε ξεχάσει, δηλαδὴ τὴ θεία καταγωγή μας καὶ τὸν προορισμό μας. Μᾶς ἀγκαλιάζει μὲ τὴ Χάρη Του, χωρὶς τὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ κάνει ἀπολύτως τίποτα.

Οἱ Γραφές, ὅταν μιλοῦν γιὰ τὸ ταξίδι τῆς ἐπιστροφῆς, μᾶς διδάσκουν καὶ μᾶς καθοδηγοῦν μὲ τρόπο ὥστε μετὰ ἀπὸ ἕνα σημεῖο ἐξέλιξης νὰ τύχουμε τῆς Θείας Χάρης καὶ νὰ συναντήσουμε τὸν Υἱὸ καὶ μέσω Αὐτοῦ νὰ ἐπιστρέψουμε στὸν Πατέρα.

Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή· οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν πατέρα εἰ μὴ δι’ ἐμοῦ. (Κατὰ Ἰωάννην 14:6)

Οὐδεὶς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐὰν μὴ ὁ πατὴρ ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν […]. (Κατὰ Ἰωάννην 6:44)

 


413 Dienach, Paul-Amadeus, Ἡ Κοιλάδα τῶν Ρόδων, ὅ.π., σ. 462.

414 Dienach, Paul-Amadeus, Ἡ Κοιλάδα τῶν Ρόδων, ὅ.π., σ. 464.

ΚΕΦΑΛΑΙΑ