1. Πρόλογος

ΒΙΒΛΙΟ ΕΚΤΟ: ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ

A- A A+

Προχωροῦμε, ὅπως ἔχει προαναγγελθεῖ, στὸ ἕκτο βιβλίο. Στὸ βαθύτερο περιεχόμενό τους τὰ βιβλία αὐτά, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς κατευθύνσεις ποὺ σηματοδοτοῦν ἕναν δρόμο γιὰ τὴ ζωή, ἀποτυπώνουν τὴ μελλοντικὴ πνευματικὴ ἱστορία τοῦ πλανήτη καὶ ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν ὄντων ποὺ φιλοξενοῦνται σὲ αὐτόν.

Πιὸ συγκεκριμένα, περιγράφεται στὰ βιβλία αὐτὰ –μετὰ τὸ πρῶτο καὶ τὸ δεύτερο βιβλίο– ἡ ἐξέλιξη τοῦ παγκόσμιου πολιτισμοῦ στὸν πλανήτη μας ἀπὸ τὸν 21ο αἰώνα. Γιὰ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴ χρονικὴ περίοδο ἔχει προηγηθεῖ ὁ προφητικὸς λόγος μὲ τὸν ὁποῖο τὰ κείμενα αὐτὰ συμπλέουν ἤ, ἂν θέλετε, τὸν συμπληρώνουν κατὰ τὴ λεπτομέρεια καὶ τὸν τρόπο ποὺ θὰ συμβοῦν οἱ ἀλλαγὲς καὶ οἱ μεταλλάξεις.

Σκοπὸς τῆς σειρᾶς τῶν προκείμενων βιβλίων δὲν εἶναι ἡ ἀναζήτηση ὀπαδῶν, οὔτε νὰ κάνουν τὸν ἤδη ἐξαρτημένο ἄνθρωπο ἀκόμα περισσότερο ἐξαρτημένο. Τὰ βιβλία αὐτὰ θέλουν νὰ συμβάλουν καὶ νὰ βοηθήσουν στὴν καλυτέρευση τῆς ζωῆς καί, κυρίως, νὰ προετοιμάσουν ὅσους τὸ ἐπιθυμοῦν γιὰ τὸν αὐριανὸ θαυμαστὸ κόσμο.

Ὁ χρόνος ποὺ ξοδεύεται γιὰ τὴ μελέτη ἢ ἔστω γιὰ τὸ διάβασμα αὐτῶν τῶν κειμένων δὲν θὰ εἶναι χαμένος χρόνος, ἀφοῦ ὁ μελετητὴς-ἀναγνώστης εἶναι δυνατὸν νὰ δεχτεῖ μέσω τῶν κειμένων ἕναν σπινθήρα δύναμης, μιὰ αἴσθηση καινούριας ζωῆς, μιὰ ἀναπνοὴ καθαροῦ ἀέρα – ἀρκεῖ ἡ μελέτη καὶ ἡ ἀνάγνωση νὰ γίνει μὲ προσοχὴ καὶ μὲ τὸν νοῦ στραμμένο κατὰ τὸ διάβασμα στὰ βιβλία, ἀλλιῶς ὁ ἀναγνώστης θὰ μοιάζει μὲ τὸν ὁδοιπόρο ποὺ ὁδεύει μὲ τὰ μάτια κλειστὰ σὲ ἕνα ὡραῖο τοπίο.

Τὰ προκείμενα βιβλία θὰ πρέπει νὰ διαβαστοῦν γιὰ νὰ γνωρίσουμε τὸν ἑαυτό μας καὶ ὄχι γιὰ νὰ τὸν ξεχάσουμε, ὄχι γιὰ νὰ ξεφύγουμε μὲ τὴν ἀνάγνωση ἀπὸ τὴ ρουτίνα τῆς καθημερινῆς ζωῆς, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἀποκτήσουμε τὴν ἱκανότητα νὰ μετατρέψουμε τὴν καθημερινὴ ζωὴ σὲ ἕνα θαυμάσιο γεγονός, μὲ τὴν ἐπέκταση τῆς ἀντίληψής μας καὶ σὲ πράγματα μὴ ὁρατὰ μέν, πλὴν τόσο σημαντικὰ ὅσο ἐκεῖνα ποὺ ἀντιλαμβανόμαστε μὲ τὶς αἰσθήσεις μας.

Τὰ βιβλία ποὺ παρουσιάζουμε ἀποτείνονται σὲ ὅλους, κυρίως ὅμως ἀφοροῦν τοὺς «πιστούς». Μᾶς εἶναι ἀδιάφορο ποιὸ σχῆμα ἔχει ἡ πίστη τοῦ καθενός, γιατὶ γνωρίζουμε ὅτι τὸ περιεχόμενο εἶναι πάντοτε ἴδιο. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ πιστεύει τείνει πάντοτε πρὸς τὸ καλό, ἀνάλογα μὲ τὶς δυνάμεις καὶ τὶς ἱκανότητές του. Ὁ πιστὸς ἔχει τὴν ἀντίληψη ὅτι δὲν κατευθύνει ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ κατευθύνεται – γιατὶ πάνω ἀπὸ τὴ δική του ἀντίληψη βρίσκεται ὁ Θεός, στὸν Ὁποῖο μποροῦμε καὶ πρέπει νὰ παραδώσουμε τὸν ἑαυτό μας.

Κατὰ τὴν ἄποψή μας, ὁ Χριστιανισμός, ὅπως ἐκφράζεται στὶς Γραφὲς καὶ ἑρμηνεύεται ἀπὸ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἰδιαίτερα ἀπὸ τοὺς Νηπτικούς, εἶναι τὸ ἀνώτερο θεολογικὸ ἐπίτευγμα τῆς ἀνθρωπότητας.

Μέσω τῆς πατερικῆς διδασκαλίας ὁ μέσος ἄνθρωπος, ἀκόμα καὶ ὁ ἁπλοϊκὸς ποὺ ἐπιθυμεῖ τὴν ἀπελευθέρωση, βρίσκει τὸν δρόμο.

Μαθαίνει κανεὶς νὰ περιφρονεῖ τὸν κόσμο τῶν φαινομένων, τὸν ἐπιφαινόμενο κόσμο τῶν αἰσθήσεων, νὰ συγκεντρώνει τὴν προσοχή του στὸ πνεῦμα ποὺ κατοικεῖ μέσα του, στὸ πνεῦμα ποὺ εἶναι ἕνα μὲ τὴν ψυχή του καὶ τὴν ψυχὴ τοῦ κόσμου.

Καὶ ὅταν αὐτὸ ἀποτελέσει τὴ μοναδικὴ φιλοδοξία του, τὴ μοναδικὴ ἀπασχόλησή του, τὴν πείνα καὶ τὴ δίψα του, τότε ξυπνᾶ ἀπὸ τὸν ὕπνο, ἀπὸ τὸ ὄνειρο τῆς ἀπατηλῆς ζωῆς καὶ ἀναγνωρίζει τὸν ἑαυτό του σὰν αἰώνιο καὶ ἀκατάλυτο πλάσμα, καὶ σιγὰ-σιγὰ γίνεται ἀμέτοχος παρατηρητὴς τῆς ζωῆς καὶ μπορεῖ σύμφωνα μὲ τὴν ἐλεύθερη βούλησή του νὰ μετέχει στὴ ζωὴ ἢ νὰ ἀποσυρθεῖ – μπορεῖ, δηλαδή, ἐὰν θέλει νὰ συνεχίσει νὰ μετέχει στὰ γήινα, χωρὶς ὅμως νὰ ἐπηρεάζεται ἀπὸ αὐτὰ ἡ κατεύθυνση ποὺ ἤδη ἔχει χαράξει.

Ὁ Οὐρανὸς συγκλίνει καὶ μὲ πρωτότυπο τρόπο –μέσω τῶν κειμένων αὐτῶν– ἔρχεται καὶ μὲ διάθεση προφητικὴ δίνει ὅλα ὅσα ἔχει στὴ διάθεσή του καὶ ποὺ ἔχουν ἐκφραστεῖ ἀπὸ τὴ Συμπαντικὴ Βούληση καὶ ἀποκαλύπτει τὰ Σχέδιά του.

Ὁ ἰδιότυπος μεσαίωνας ποὺ διέρχεται ὁ ἄνθρωπος τοῦ 20οῦ αἰώνα θὰ γίνει παρελθόν – ὁ αὐριανὸς ἄνθρωπος θὰ γνωρίσει μιὰ νέα, καινούρια, ἔνδοξη ἀναγέννηση μὲ τὸ συνακόλουθο ἄνθισμα ἑνὸς μεγάλου πολιτισμοῦ.

Πρόκειται γιὰ μιὰ ἐποχὴ ὅπου κανεὶς δὲν θὰ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ σκέπτεται γιὰ λογαριασμὸ τοῦ ἄλλου, νὰ διάκειται ἀπέναντί του ἐξουσιαστικὰ ἢ νὰ ἀποφασίζει σὰν τυφλὴ δύναμη τῆς φύσης, σὰν μοίρα, γιὰ τὸ πεπρωμένο τοῦ κάθε ὄντος καὶ ἰδιαίτερα τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ τὴν καταστροφὴ ἢ τὸν τερματισμὸ τῆς ζωῆς του πρὶν ἀπὸ τὴν ὥρα της.384

Αὐτὸ θὰ ἐπιτευχθεῖ σὰν ἐπακολούθημα τοῦ βαθύτατου σεβασμοῦ στὴν ἀξία τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς καί, γενικά, στὴν ἀναγνώριση τῶν ἠθικῶν καὶ πνευματικῶν ἀξιῶν ὡς μέτρου γύρω ἀπὸ τὸ ὁποῖο θὰ κινεῖται ὁ αὐριανὸς ἄνθρωπος.

Στὴ διάρκεια ὁλόκληρου τοῦ 20οῦ αἰώνα ἡ παρακμὴ καὶ ἡ κατάπτωση διαδέχθηκαν βαθμιαῖα ὅλες τὶς ἠθικὲς καὶ πνευματικὲς ἀξίες. Ἔναντι αὐτῶν στήθηκε τὸ βάθρο γιὰ τὶς ὑλικὲς ἀπολαύσεις, ὅπου ὁ ἄνθρωπος τοῦ 20οῦ αἰώνα ἐπιτελεῖ τὶς θυσίες του καὶ θυσιάζει τὰ πάντα γιὰ τὰ εἴδωλά του, τοὺς ποδοσφαιριστές, τοὺς καλαθοσφαιριστές, τοὺς τραγουδοποιούς, τοὺς ἠθοποιοὺς κ.λπ.

Οἱ πρακτικὲς ἐπιδιώξεις, τὰ τεχνολογικὰ καὶ οἰκονομικὰ ἐπιτεύγματα, ἡ ἐκλαΐκευση τῶν ἀνέσεων καὶ ἡ ἐξύψωση τῆς στάθμης τῆς ζωῆς μὲ ὑλιστικὸ πάντοτε περιεχόμενο, ἀποτελοῦν γιὰ τὸν σημερινὸ ἄνθρωπο τὰ πρωταρχικὰ κίνητρα κάθε δράσης του, κάθε πτυχῆς τῆς καθημερινῆς ζωῆς του, στὸ σύνολό της.

Ἀκολουθεῖ, ὅπως εἶναι ἑπόμενο, ἡ πτώση τῆς ἠθικῆς συνείδησης καὶ μὲ τὸ κάλυμμα τῆς δημοκρατίας ἐπιβάλλεται ὁ στυγνότερος ἀπολυταρχισμός, ἡ βαριὰ κοινωνικὴ ἀδικία.

Καὶ τὸ περίεργο εἶναι ὅτι οἱ ἄνθρωποι δὲν ἐπαναστατοῦν πιά, δὲν διαμαρτύρονται, ἀλλὰ καὶ ὅταν διαμαρτύρονται, οἱ διαμαρτυρίες –ποὺ δὲν εἶναι διαμαρτυρίες τῶν ἴδιων, ἀλλὰ ἐκείνων ποὺ τοὺς ἐξουσιάζουν (τῶν συνδικαλιστῶν)– περιορίζονται μόνο σὲ αἰτήματα γιὰ περισσότερα ὑλικὰ ἀγαθά, περισσότερα χρήματα.

Ὁ μεσαίωνας τὸν 20ὸ αἰώνα ἔχει ἔρθει ἕρποντας στὰ κρυφά, καλυμμένος σὲ χρυσὸ μανδύα. Ἕνας ἀλλόκοτος μεσαίωνας πρωτόφαντος, μέσα σὲ φωτισμένες πολιτεῖες, ἀνάμεσα σὲ οὐρανοξύστες καὶ περίλαμπρες ὁλοκαίνουριες οἰκοδομές, σὲ περιβάλλον ὑλικῆς εὐημερίας ἀλλὰ καὶ ἀνεπανάληπτης φτώχειας γιὰ τὴν πλειονότητα, σὲ ἀλλεπάλληλα ἐγκαινιαζόμενα ἔργα, σὲ φαρδιὲς φωταγωγημένες λεωφόρους. Εἶναι ὁ αἰώνας μιᾶς ἀλλόφρονης ὑλιστικῆς ἐποχῆς, μιᾶς ἐποχῆς χωρὶς εὐαισθησία, χωρὶς κανένα ἐνδιαφέρον γιὰ τὶς ἀνθρώπινες ἀξίες, χωρὶς συναισθηματισμούς.385 Οἱ ἄνθρωποι στὸν ἀπερχόμενο αἰώνα συνέλεξαν τοὺς πικροὺς καρποὺς τῆς μονόπλευρης τεχνολογικῆς προόδου καὶ τῆς μονόπλευρης ἀκμῆς καὶ χλιδῆς. Ἡ ἐποχὴ τῆς χλιδῆς καὶ τοῦ πλούτου, ὁ 20ὸς αἰώνας, ποὺ παρήγαγε τόσα ἀγαθὰ ὅσα ποτὲ δὲν εἶχε κατορθώσει νὰ παραγάγει ὁ ἄνθρωπος πρίν, ἀγαθὰ ποὺ θὰ ἦταν ἱκανὰ νὰ θρέψουν πληθυσμοὺς πολλαπλάσιους ἐκείνων ποὺ σήμερα φιλοξενεῖ ὁ πλανήτης, ἄφησε ἀκάλυπτη τὴ συντριπτικὴ πλειοψηφία τῆς ἀνθρωπότητας, μὲ ἀποτέλεσμα τὰ θύματα τῆς πείνας καὶ τῆς δυστυχίας καὶ οἱ θάνατοι νὰ φτάνουν σὲ ἀστρονομικοὺς ἀριθμούς, ἀριθμοὺς ποὺ καλύπτουν, φυσικά, τὰ ποσοστὰ θνησιμότητας τῶν εὐημερούντων ἀπὸ διάφορες αἰτίες.

Σύμφωνα λοιπὸν μὲ τὸ περιεχόμενο τῶν βιβλίων ποὺ ἐπιμελούμαστε, στὶς ἑπόμενες γενεὲς ἐπιφυλάσσεται στὸν ἄνθρωπο ἡ «μοίρα» νὰ γευτεῖ ἄγνωστους σὲ αὐτὸν μέχρι τώρα καρπούς, καρποὺς ἀπὸ ἕνα δένδρο ποὺ οἱ ρίζες του ἔχουν ποτιστεῖ μὲ ποτάμια ἀπὸ δάκρυα καὶ ἔχουν καθαγιαστεῖ ἀπὸ ἀμέτρητους θησαυροὺς πόνου καὶ θυσίας.386

Στοὺς ἑπόμενους καιρούς, μᾶς διαβεβαιώνουν τὰ κείμενα τῶν βιβλίων ὅτι θὰ ὑπάρξουν αἰῶνες εἰρήνης καὶ ἁρμονικὲς συνθῆκες συμβίωσης γιὰ ὅλους ἀνεξαιρέτως.

Τὸ παρελθὸν τοῦ πόνου ὁδεύει σταδιακὰ στὴν καταληκτική του δύση. Ἡ δύση τοῦ παρελθόντος ἀναγγέλλει τὴν ἀνατολὴ τοῦ παρόντος.

Στοὺς ἐρχόμενους καιρούς, σταδιακὰ καὶ ἀργά, μὲ βήματα σοφίας, θὰ ἐφαρμόζεται τὸ Μεγάλο Σχέδιο.

 


384 Dienach, Paul-Amadeus, Ἡ Κοιλάδα τῶν Ρόδων, ὅ.π., σ. 481.

385 Dienach, Paul-Amadeus, Ἡ Κοιλάδα τῶν Ρόδων, ὅ.π., σ. 489.

386 Dienach, Paul-Amadeus, Ἡ Κοιλάδα τῶν Ρόδων, ὅ.π., σ. 456.

ΚΕΦΑΛΑΙΑ