04.02 | Εισαγωγή – Βιβλία Αλήθειας – Truth Legacy Books

2. Εἰσαγωγή

ΒΙΒΛΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ: ΟΙ ΚΑΡΠΟΙ ΤΟΥ ΟΝΤΟΣ

A- A A+

Πρὶν νὰ καταλήξουμε στὴ μία καὶ μοναδικὴ γνώση, ποὺ εἶναι ἡ γνώση τοῦ Ὑπάρχοντος, δηλαδὴ τοῦ Θεοῦ, πρέπει νὰ ξεκινήσουμε μὲ ἕναν διαχωρισμὸ τῆς γνώσης καὶ νὰ ποῦμε ὅτι ἡ γνώση ποὺ εἶναι προϊὸν ἐμπειριῶν ποὺ δεχόμαστε μέσω τῆς ὕλης διὰ τῶν αἰσθήσεων, καθὼς καὶ ἐκείνη ποὺ εἶναι ἀποτέλεσμα συμπεράσματος τῆς ἐπιστημονικῆς ἔρευνας ἢ τοῦ πειράματος, εἶναι ἡ ἐπιστήμη τῆς ὕλης, καὶ ὅτι ἡ ἐνορατικὴ σύλληψη τῆς Ἀλήθειας, χωρὶς τὴν παρέμβαση τοῦ λογικοῦ, εἶναι ἡ ἐπιστήμη τοῦ πνεύματος. Τὴν ἐπιστήμη αὐτὴν ἀποκαλοῦμε Σοφία. Μέσω τῆς λογικῆς ὁ νοῦς ὁδηγεῖται στὸ πόρισμα –μέσω τῆς ἐμπειρίας ποὺ ἔχει ὡς πηγὴ τὴν ὕλη– καὶ ἐκεῖ σταματᾶ. Ἡ ἐνορατικὴ σύλληψη ὁδηγεῖ τὸν νοῦ στὸν ἄπειρο κόσμο τοῦ Σύμπαντος.

Ἡ σοφία ἀφορᾶ τὴν ἔρευνα τῆς ἀνάπτυξης τῆς ζωῆς μέσα στὶς ἀναρίθμητες μορφὲς καὶ τὴν πρόοδο τῆς νόησης στοὺς ἀδιάκοπα μεταβαλλόμενους φορεῖς, καθὼς καὶ τὴ διεύρυνση τῆς συνείδησης ἀπὸ τὴ μία ζωὴ στὴν ἄλλη.

Ἡ σοφία ἀφορᾶ τὴν οὐσία τῶν πραγμάτων καὶ ὄχι τὰ πράγματα αὐτὰ καθαυτὰ καὶ ἀναπτύσσει τὴν ἱκανότητα τῆς νόησης νὰ διεισδύει ὅλο καὶ περισσότερο στὴ διάνοια τοῦ Λόγου καὶ νὰ ἀντιλαμβάνεται τὴν ἀληθινὴ ἐσωτερικὴ φύση τοῦ μεγάλου πανοράματος τῆς ζωῆς.

Τὸ προκείμενο βιβλίο ἔχει ὡς περιεχόμενο ἀκριβῶς τὴ διερεύνηση τοῦ ἄπειρου Σύμπαντος καὶ δίνει τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα βάσει τῶν ὁποίων ὁ μελετητὴς μπορεῖ νὰ ἔχει τὴ δική του κατανόηση πάνω στὸ μεγαλειῶδες αὐτὸ θέμα. Ἑπομένως εἶναι ἕνα βιβλίο σοφίας, ἀφοῦ πηγὲς τῶν προαναφερόμενων γνώσεων δὲν εἶναι οὔτε ἡ ἐξωτερικὴ ἐμπειρία οὔτε ἡ ἐπιστήμη.

Τὰ πνευματικοῦ περιεχομένου ἔργα, ὅπως τὸ προκείμενο, κρίνονται πάντα ἀπὸ τὸ περιεχόμενό τους καὶ μόνο, ἀνεξαρτήτως τῆς προέλευσης τῶν πηγῶν. Τὸ περιεχόμενό του αὐτὸ καὶ μόνο ἀποτελεῖ τὴν ἀπόδειξη τῆς ἀλήθειας. Τὰ πρόσωπα ποὺ ἐπιμελοῦνται τὰ ἔργα αὐτὰ ἔχουν μικρὴ ἢ καμία σημασία. Ὁ μόνος ἀσφαλὴς ὁδηγὸς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ βασίζεται στὴν ἐσωτερικὴ ἀναγνώριση. Kαὶ εἶναι πρόβλημα τοῦ ἀναγνώστη-μελετητῆ ἂν θὰ ἀποδεχθεῖ τὰ μηνύματα τῶν βιβλίων αὐτῶν ὡς προσφορὰ πνευματικὴ ἢ ὡς προσφορὰ ὑποθετικῶν γεγονότων ἢ ὡς θεωρία ποὺ προσφέρεται πρὸς μελέτη ἢ ἁπλῶς γιὰ νὰ προκαλέσει μιὰ ὁποιαδήποτε ἐσωτερικὴ ἀνταπόκριση.

Ἡ ἀρχαία σοφία εἶναι πάντοτε ἀληθινή, ὁπουδήποτε καὶ ἀπὸ ὁποιονδήποτε καὶ ἂν διατυπώθηκε. Ὅμως ὅσο ἀληθινὴ καὶ ἂν εἶναι, χρειάζεται μιὰ νέα ἐπεξεργασία, πρῶτον γιὰ νὰ γίνει κατανοητὴ στοὺς ἀνθρώπους τῆς κάθε ἐποχῆς καὶ δεύτερον γιὰ νὰ ἀποφεύγεται ἡ ἀποτελμάτωση καὶ νὰ ἐπιτυγχάνεται ἡ διεύρυνση.

Κάθε γενιὰ ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον ὄχι μόνο τῆς διατήρησης τῶν παλαιῶν προτύπων, ἀλλὰ ἐπίσης καὶ τῆς λελογισμένης ἐπέκτασης καὶ πλουτισμοῦ τῶν πηγῶν. Κάθε κύκλος πρέπει νὰ προσφέρει τοὺς καρποὺς τῆς δικῆς του ἔρευνας καὶ νὰ ἀποβάλλει ὅ,τι ἔχει παρέλθει, ὅ,τι γενικὰ εἶναι χωρὶς ἀξία γιὰ τὸν ἄνθρωπο στὸν ὁποῖο ἀπευθύνεται τὸ γραπτὸ κείμενο. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, ὁ ἄνθρωπος θὰ μπορέσει νὰ πλησιάσει ξανὰ στὸν πυρήνα τους, στὶς πηγὲς δίχως τὰ πέπλα ποὺ τὶς καλύπτουν.

Αὐτὲς οἱ προσθαφαιρέσεις δὲν σηματοδοτοῦν σὲ καμία περίπτωση κάποια ἀτέλεια ἢ σφάλμα τῆς ἀρχαίας σοφίας, ἁπλῶς προσαρμόζουν τὴν Ἀλήθεια στὴ νοητικότητα τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἀπευθύνονται. Ἰσχυρὸ παράδειγμα αὐτῆς τῆς ἀντίληψης ἀποτελεῖ ἡ σχέση τῆς Παλαιᾶς μὲ τὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ ἡ κατάργηση τοῦ Νόμου στὸν ὁποῖο ὑπαγόταν ὁ ἄνθρωπος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Αὐτὸ δὲν σήμαινε, φυσικά, ὅτι ὁ Μωσαϊκὸς Νόμος ἦταν ἐσφαλμένος, σήμαινε ἁπλῶς ὅτι ὁ μεταγενέστερος τοῦ Νόμου αὐτοῦ ἄνθρωπος ἦταν ἱκανὸς πλέον καὶ ἔπρεπε νὰ ὑπακούσει στὸν νέο καὶ κυρίαρχο Νόμο τῆς Ἀγάπης.

Ἀνάλογα κινεῖται καὶ ἐξελίσσεται καὶ ἡ ἐπιστήμη. Ἡ θεωρία τῶν κβάντων δὲν ἀπέδειξε ὅτι ἡ θεωρία τῆς σχετικότητας ἦταν ἐσφαλμένη, ὅπως οὔτε καὶ ἡ θεωρία τῆς σχετικότητας ἀπέδειξε ὅτι ἡ νευτώνεια θεωρία τῆς βαρύτητας ἦταν λανθασμένη, ἁπλῶς οἱ δύο τελευταῖες ὑπῆρξαν βήματα πρὸς τὴν ἀλήθεια καὶ ἡ καθεμία ἀπὸ τὶς τρεῖς αὐτὲς θεωρίες ἐκφράζει τὴ δική της ἀλήθεια μέχρι νὰ ἔρθει μιὰ ἄλλη νὰ τὴν τροποποιήσει ἢ νὰ τὴ συμπληρώσει.

Στὸ πρῶτο κεφάλαιο, «Ἀνομία – Εὐνομία», ἀναλύεται ἡ στάση τοῦ ἀνθρώπου ἔναντι τοῦ Δημιουργοῦ καὶ ἡ δυσμενὴς ἐπίδραση στὴ ζωὴ τοῦ πλανήτη ἐξαιτίας τῆς στάσης αὐτῆς, δηλαδὴ τῆς ἀνομίας. Ὁ πλανήτης εἶναι γιὰ τὸν ἄνθρωπο «πεδίο» κάλυψης, ὅπου ὁλοκληρώνεται οὐσιαστικὰ καὶ βιολογικά. Ὡστόσο, οἱ ἄνθρωποι βάλλουν κατὰ τοῦ πλανήτη καὶ ἐπιδιώκουν ἐνσυνείδητα ἢ ἀσυνείδητα τὴν ἐξόντωσή του.

Ἡ ἀνομία εἶναι ἡ ἔκφραση τῆς ἀποχῆς ἀπὸ τὸν Θεό. Ἄνομος ἄνθρωπος σημαίνει κακὴ προσαρμογὴ τῶν ὄντων στὸν σκοπὸ τοῦ Σύμπαντος.

Στὸ δεύτερο κεφάλαιο, «Συμπαντικὴ Ἁρμονία καὶ Δυσαρμονία», μᾶς δίνεται ἡ ἔννοια τῆς συμπαντικῆς ἁρμονίας καὶ δυσαρμονίας καὶ ὁ σημαντικὸς ρόλος τοῦ ἀνθρώπινου παράγοντα γιὰ τὸν καθορισμό τους. Τὰ πάντα διακινοῦνται μὲ τὴν Πνοὴ τοῦ Ὅλου, τὴ συμπαντικὴ πνοή – μέσω αὐτῆς ἀναπνέει ὁλόκληρος ὁ συμπαντικὸς κόσμος. Ἡ λειτουργία αὐτὴ βρίσκεται σὲ ἄμεση ἐξάρτηση μὲ τὰ ὄντα καὶ ὅταν ἡ συμπεριφορὰ τῶν ὄντων εἶναι εὔρυθμη, τότε εὔρυθμη εἶναι καὶ ἡ συμπαντικὴ λειτουργία, εὔρυθμη καὶ ἁρμονική. Ἡ συμπαντικὴ λειτουργία εἶναι ροὴ ἐκ τῆς πηγῆς, εἶναι λειτουργία ρεόντων ὑδάτων ποὺ εὐαισθητοποιοῦν καὶ ἀναβαθμίζουν τὸν πλανήτη. Ἀντίθετο ἀποτέλεσμα ἔχει ἡ δυσαρμονία, ποὺ εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἀρνητικῆς στάσης τῶν ὄντων. Οἱ ἀρνητικὲς στάσεις τῶν ὄντων καὶ οἱ ἀρνητικὲς κινήσεις ἔχουν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐμφάνισης τοῦ ἐντονότερου φαινομένου ἐντὸς τοῦ συμπαντικοῦ συστήματος λειτουργίας, τῆς δυσαρμονίας.

Ἡ ἀναγγελία τῆς Παρουσίας, δηλαδὴ τῆς Ζώσης Δύναμης στὸν πλανήτη μας, ἀποτελεῖ τὸ περιεχόμενο τοῦ τρίτου κεφαλαίου, «Ἀναγγελία τῆς Παρουσίας». Ἡ ἀναγγελία ἔρχεται νὰ προϊδεάσει τὸν ἄνθρωπο γιὰ τὶς ἀλλαγὲς ποὺ ἐπίκεινται στὴ δομὴ τῆς ζωῆς αὐτῆς καθαυτὴν καὶ κατ’ ἐπέκταση καὶ στὴ δομὴ τῆς ἀνθρώπινης ὀντότητας. Προαναγγέλεται ἡ «δημιουργία» τοῦ Νέου Ἀνθρώπου – ὄχι, φυσικά, ἑνὸς νέου εἴδους, ἀλλὰ ἡ ἀνάπλαση τοῦ ἤδη ὑπάρχοντος.

Στὸ τέταρτο κεφάλαιο, «Συμπαντικὴ Ἀλληλεγγύη καὶ Ἀγάπη», προβάλλεται ὁ ἄνθρωπος τῆς ἀλληλεγγύης καὶ τῆς ἀγάπης. Ἡ ἀλληλεγγύη εἶναι ἡ ἄλλη ὄψη τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ Θεὸς εἶναι Ἀγάπη. Ἡ συμπεριφορὰ τῶν ὄντων καὶ ἡ εὔρυθμη λειτουργία τοῦ Σύμπαντος προϋποθέτουν τὰ δύο αὐτὰ στοιχεῖα, τὴν ἀλληλεγγύη καὶ τὴν ἀγάπη.

Ἀγάπη χωρὶς ἀνταπόκριση, χωρὶς δοῦναι καὶ λαβεῖν, χωρὶς δέσμευση, ἀγάπη ἀνιδιοτελής, αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια καὶ τῆς συμπαντικῆς καὶ τῆς ἀνθρώπινης ἀγάπης. Φυσικά, δὲν εἶναι εὔκολο νὰ ἀγαπᾶ κανεὶς μὲ ἁγνὴ ἀγάπη, ἡ ὁποία δὲν ζητᾶ τίποτα σὲ ἀντάλλαγμα, μὲ ἀγάπη ἀπρόσωπη, ἡ ὁποία χαίρεται ὅταν βρίσκει ἀνταπόκριση ἀλλὰ δὲν τὴν ἀποζητᾶ. Ἁπλῶς ἀγαπᾶ ἤρεμα, σταθερὰ καὶ βαθιὰ ὅλους καὶ ὅλα, παρὰ τὶς διαφορὲς ποὺ ἐμφανίζουν καὶ οἱ ἄνθρωποι καὶ τὰ πράγματα, γιατὶ ξέρει ὅτι οἱ διαφορὲς αὐτὲς εἶναι μόνο φαινομενικές.

Στὸ πέμπτο κεφάλαιο «Συμπαντικὸς Νοῦς, Συμπαντικὸ καὶ Πλανητικὸ Γίγνεσθαι», καὶ στὸ ἕκτο, «Συμπαντικὲς Ἀρχὲς καὶ Πλανητικοὶ Κανόνες», ἀποκαλύπτεται ἡ μεγαλειώδης καὶ
συγκλονιστικὴ λειτουργία τοῦ συμπαντικοῦ καὶ πλανητικοῦ γίγνεσθαι. Τὸ Αιώνιο, τὸ συμπαντικό, τὸ πλανητικὸ καὶ τὸ ἀνθρώπινο Γίγνεσθαι, ὁλόκληρο τὸ Σύμπαν, λειτουργοῦν μὲ ἀπόλυτη τάξη, ἁρμονία, ρυθμὸ καὶ πειθώ. Ὅλα καθορίζονται ἀπὸ τὴν ὑπεράνω ὅλων Θεία Βούληση, ποὺ ἐπενεργεῖ μὲ τὸν παράγωγο τοῦ Δημιουργοῦ Συμπαντικὸ Νοῦ καὶ κατέρχεται σὲ ἐμᾶς διὰ τῆς Πνοῆς τοῦ Ὅλου –τοῦ Λόγου– ὡς Σοφία καὶ Ἀγάπη. Στὴ συνέχεια μᾶς δίνονται οἱ συμπαντικὲς ἀρχές, οἱ συμπαντικὲς ἐξισώσεις καὶ οἱ πλανητικοὶ κανόνες.

Στὸ ἕβδομο κεφάλαιο, «Τὸ Ἐναλλακτικὸ Γίγνεσθαι», προτρέπεται ὁ ἄνθρωπος νὰ καθορίσει τὴ στάση του καὶ νὰ πάρει σαφὴ στάση ἔναντι τῶν ὅσων ἐπιτάσσονται καὶ ὑποβοηθοῦν τὴν ἐξελικτικὴ πορεία του, γιατὶ ἡ ἀσάφεια ἀποσαφηνίζει τὸ βάρος τοῦ ἀνθρώπου στὸ συμπαντικὸ γίγνεσθαι. Ἡ στάση πρέπει νὰ εἶναι σαφῶς ὁρισμένη στοὺς κανόνες τῆς ἁρμονίας καὶ τῆς ἰσορροπίας, γιὰ νὰ ἀναχθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τοὺς χώρους ὅπου παραπαίουν ἡ γνώση μὲ τὴν ἄγνοια καὶ ἀφαιροῦν τὸ βάρος τῆς συνειδητῆς ὕπαρξης.

Στὸ ὄγδοο κεφάλαιο, «Ὁ Προσιδιάζων Ρόλος στὶς Διάφορες Φάσεις τῶν Βιοτικῶν Κύκλων», ἀναπτύσσεται ὁ ρόλος ποὺ καλεῖται νὰ διαδραματίσει κάθε ἀνθρώπινη ὀντότητα στὶς διάφορες φάσεις τῶν βιοτικῶν κύκλων καὶ τονίζεται ἡ σχέση αἰτίου καὶ αἰτιατοῦ ποὺ συνδέει τοὺς ἑκάστοτε κύκλους. Ἀπὸ τοὺς πολλαπλοὺς ρόλους δημιουργοῦνται οἱ ἐμπειρίες, ποὺ στὴν κατάλληλη στιγμὴ θὰ βοηθήσουν νὰ δοθεῖ στὸν ἄνθρωπο ὁ μεγάλος ἀληθινὸς ρόλος ποὺ θὰ τὸν καταξιώσει στὸν Οὐράνιο Κόσμο.

Ὁ πλανητικὸς κόσμος μᾶς ἀποκαλύπτεται στὸ ἔνατο κεφάλαιο, «Πορεία πρὸς τὴν Ἐδέμ». Ὁ πλανητικὸς κόσμος ταυτίζεται μὲ τὸν ἀποκαλούμενο ἀπὸ ἐμᾶς «Κῆπο τῆς Ἐδέμ». Εἶναι ἕνας κόσμος ποὺ «ἀπέχει» ἀπὸ ἐμᾶς ἑκατομμύρια ἔτη φωτός, εἶναι ὁ κόσμος τῆς ἁρμονικῆς διάθεσης καὶ ἁρμονικῆς συμφιλίωσης, ὁ κόσμος τῆς ἀγάπης στοὺς ἀπέραντους «Κήπους τῆς Ἐδέμ». Ἡ πορεία μας στὴ Γῆ θὰ κατευθύνει καὶ θὰ καθορίσει τὴν πορεία μας σὲ αὐτοὺς τοὺς κήπους, δηλαδὴ στὸν χῶρο ποὺ συνεπάγεται ἄμεσα τὴν αἰωνιότητα.

Ἀνάπλαση καὶ δημιουργία τοῦ κόσμου τοῦ πέρα ἀπὸ τὴν τελειότητα συνθέτουν τὸ περιεχόμενο τοῦ δέκατου καὶ τοῦ ἑνδέκατου κεφαλαίου, «Συμπαντικὲς Ἀναπλάσεις» καὶ «Ὁ Κόσμος πέρα ἀπὸ τὴν Τελειότητα». Ὁλόκληρο τὸ Σύμπαν τοῦ ὀντολογικοῦ συστήματος ἀνατάσσεται, ἀναβαθμίζεται, ἀναδιοργανώνεται στὰ στρώματα ποὺ ἀποκαλοῦμε ἀναπλαστικά. Ἀπολαῦστε τὶς στιγμὲς τῶν τελειοτήτων, γιατὶ καθεμία ἀπὸ αὐτὲς εἶναι ἀνεπανάληπτη. Ἀπολαῦστε τες καὶ ἀφομοιῶστε τὴν οὐσία τους, ὥστε οἱ στιγμὲς νὰ γίνουν χρόνος, αἰωνιότητα, νὰ γίνουν τρόπος ζωῆς γιὰ τὸ τώρα καὶ τὸ μετά.

Τὸ συνειδητὸ ὄν, ἡ συμπαντικὴ στιγμὴ καὶ ἡ συμπαντικὴ συνάντηση εἶναι τὸ ἀντικείμενο τοῦ δωδέκατου καὶ τοῦ δέκατου τρίτου κεφαλαίου, «Σαφήνεια καὶ Συνειδητὸ Ὄν. Σημαντικὴ Στιγμὴ» καὶ «Συμπαντικὴ Συνάντηση». Ἡ σαφήνεια ὁδηγεῖ στὴ δημιουργία τοῦ συνειδητοῦ ὄντος καὶ τὸ συνειδητὸ ὂν δημιουργεῖ τὴ σημαντικὴ στιγμή, τὴ στιγμὴ ποὺ δὲν ἐπαναλαμβάνει καὶ δὲν ἐπαναλαμβάνεται, γιατὶ εἶναι ἡ μοναδικὴ στὰ σύνολα τῶν καιρῶν. Ἡ σημαντικὴ στιγμὴ καὶ ἡ ἀποδοχή της ὁδηγοῦν στὴ μοναδικὴ στιγμὴ τῆς συμπαντικῆς συνάντησης. Εἶναι ἡ στιγμὴ ποὺ ὁ ἕνας θὰ βρεθεῖ ἀντιμέτωπος μὲ τὸν Ἕναν.

Τὸ δέκατο τέταρτο κεφάλαιο, «Πρὸς Ἀναζήτηση τοῦ Ἑνὸς Ἀγνώστου Θεοῦ, τοῦ πρὸ Αἰώνων», εἶναι ἀφιερωμένο στὸν ἑλληνικὸ χῶρο. Εἶναι ὁ χῶρος τῆς ἔντονης ἀναζήτησης τοῦ πρὸ αἰώνων ἀγνώστου Θεοῦ. Στὸν χῶρο αὐτόν, ὁ ὁποῖος ἀποκαλεῖται χῶρος ὁραμάτων, φιλοξενήθηκαν ὀντότητες ὅπως ὁ Ὅμηρος, ὁ Σωκράτης, ὁ Πλάτωνας, ὁ Εὐριπίδης κ.λπ. Στὸν χῶρο αὐτὸν ἔζησαν οἱ Ἅγιοι, οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, οἱ μάρτυρες, οἱ ἥρωες. Στὸν χῶρο αὐτὸν μεγαλούργησε ὁ εὐλογημένος Ἀπόστολος Παῦλος. Εἶναι ὁ χῶρος τῶν Mυστηρίων, τῶν ἀσκητῶν, ὁ χῶρος τῶν θαυμάτων, ὁ χῶρος τῆς ἀναζήτησης τοῦ πρὸ αἰώνων ἄγνωστου Θεοῦ. Τὸ Ἑλληνικὸ Ἔθνος εἶναι ἰδέα, ἰδεολογία ἀκατάλυτη, εἶναι Ὕπαρξη, ἔστω καὶ ἂν σήμερα ἔχει ἀποβάλει σὰν ἔθνος τὸν ρόλο του καὶ οἱ ἄνθρωποι ποὺ τὸ κατοικοῦν ἔχουν καταστεῖ ἀσήμαντοι. «Ἐρχόμαστε νὰ ἀναμοχλεύσουμε τὶς μνῆμες τῶν Ἑλλήνων καὶ νὰ ἐργαστοῦμε μαζὶ γιὰ τὴν ἀφύπνισή τους, γιὰ νὰ καταστεῖ καὶ πάλι χῶρος τῆς φωτεινῆς στιγμῆς τῶν μεγάλων φιλοσόφων, τῆς ἔκλαμψης τῆς διανόησης καὶ τοῦ πνεύματος».

Τέλος, στὸ δέκατο πέμπτο κεφάλαιο, «Τὸ Ὂν ἐν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ», περιγράφεται ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου «ἐν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ». Αὐτὸ τὸ κεφάλαιο ἀποτελεῖ μιὰ προέκταση τοῦ κεφαλαίου «Θεμελιακὸς Ἐπαναπροσδιορισμὸς» τοῦ Τρίτου Βιβλίου – Μηνύματα Ἀγάπης καὶ μᾶς πληροφορεῖ πῶς ἀκριβῶς νοεῖται ἡ ἕνωση καὶ συνύπαρξη τῶν ὄντων μὲ τὸ Ἀνώτατο Ὄν.

ΚΕΦΑΛΑΙΑ