1. Πρόλογος

ΒΙΒΛΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ: ΟΙ ΚΑΡΠΟΙ ΤΟΥ ΟΝΤΟΣ

A- A A+

Μὲ τὸ τέταρτο βιβλίο, ποὺ ἔχει τὸν τίτλο Οἱ Καρποὶ τοῦ Ὄντος, βιβλίο ποὺ ἀποτελεῖ προέκταση τῶν τριῶν προηγούμενων βιβλίων –Ἄφθαρτα, Ἀδιάβλητα Ἀστέρια, Τὸ Τρίτο Βιβλίο – Μηνύματα Ἀγάπης–, συνεχίζεται μιὰ διοχέτευση στὸν λεγόμενο «δυτικὸ κόσμο» πληροφοριῶν καὶ γνώσεων ποὺ μέχρι τώρα μονοπωλοῦσε ἡ μακρινὴ Ἀνατολή.

Ἰδιαίτερα μὲ τὸ τέταρτο βιβλίο διοχετεύονται γνώσεις ποὺ γιὰ πρώτη φορὰ δέχεται ἡ ἀνθρωπότητα, συγχρόνως δὲ γίνονται ἀποκαλύψεις ποὺ ἀφοροῦν τὴν τύχη τοῦ πολύπαθου πλανήτη μας καὶ τῶν πλασμάτων ποὺ φιλοξενεῖ. Κυρίως ὅμως σκιαγραφεῖται ὁ ἄνθρωπος, ποὺ ἐκλαμβάνεται ὄχι πιὰ σὰν μιὰ μεμονωμένη ὀντότητα, ἀλλὰ σὰν μιὰ ὀντότητα ἄμεσα συνδεδεμένη ὄχι μόνο μὲ τὰ ὑπόλοιπα ὄντα ποὺ συμβιώνουν στὸν πλανήτη, ἀλλὰ καὶ μὲ ὁλόκληρο τὸ πλανητικὸ καὶ συμπαντικὸ σύστημα, τὸ ὁποῖο μπορεῖ καὶ ἐπηρεάζει ἐνῶ ταυτόχρονα ἐπηρεάζεται ἀπὸ αὐτό.

Ὁ ἄνθρωπος στὸ τέταρτο βιβλίο τοποθετεῖται στὸ βάθρο ποὺ τοῦ ἀνήκει. Παύει νὰ εἶναι ἕνα βραχύβιο θνητὸ πλάσμα αὐτῆς τῆς Γῆς, ἕνα ἁπλὸ γήινο ἀνδρείκελο, μὲ περιορισμένα φυσικὰ καὶ νοητικὰ ὅρια, γίνεται ὁ ἄνθρωπος τῶν πλανητῶν, ὁ οὐράνιος Ἄνθρωπος. Οἱ σκέψεις του καὶ τὰ συναισθήματά του συνδέονται μὲ ἐκεῖνα τῶν ἄστρων καὶ τῶν πλανητῶν, οἱ δυνάμεις του ἔρχονται σὲ ἄμεση σχέση μὲ τὶς δυνάμεις τοῦ πλανητικοῦ καὶ ἡλιακοῦ συστήματος καὶ τὸ μέλλον του προδιαγράφεται λαμπρό, ὅσο καὶ ὁ προορισμός του. Τὸ κυριότερο ὅμως εἶναι ὅτι, στὴν πορεία του καὶ στὴν κατεύθυνσή του γιὰ τὴν τελικὴ θέση, παίζει κυρίαρχο ρόλο ἡ ἐλεύθερη βούλησή του.

Ὁ ἄνθρωπος ἔχει τὸ βάρος τῆς εὐθύνης τῆς ὁποιασδήποτε πορείας του, εἴτε αὐτὴ ἡ πορεία ἔχει κατεύθυνση πρὸς τὴ Γῆ καὶ τὴν ἐξαφάνιση εἴτε πρὸς τὸν Οὐρανὸ καὶ τὴν ἀφθαρσία.

Ὅπως ἀναφέρεται στὸν πρόλογο τοῦ Β΄ μέρους τοῦ Τρίτου Βιβλίου – Μηνύματα Ἀγάπης, ἀποκλειστικὴ πηγὴ γνώσης ὅλων ὅσα διαπραγματεύεται τὸ προκείμενο τέταρτο βιβλίο εἶναι μιὰ ὁμάδα-σύνολο ἄυλων ὀντοτήτων ποὺ αὐτοαποκαλοῦνται «σύντροφοι», ἡ ὁποία ἔχει τὴν πρόθεση καὶ τὸν διακαὴ πόθο νὰ βοηθήσει τὸ ἀνθρώπινο γένος καὶ ἰδιαίτερα νὰ βοηθήσει τὴν ἑλληνικὴ φυλή. Ἡ βοήθεια ποὺ προσφέρεται εἶναι καθαρὰ πνευματικὴ καὶ σκοπεύει στὴν καθοδήγηση τοῦ ἀνθρώπου πρὸς ἕναν τρόπο ζωῆς, ἐδῶ στὴ Γῆ, χωρὶς φόβους καὶ φοβίες, χωρὶς ἄγχος, χωρὶς βία κ.λπ. καί, στὴ συνέχεια, στὴν προετοιμασία γιὰ τὸν «μετὰ» τὴ ζωὴ αὐτὴν κόσμο.

Περιγραφὴ τῶν Συντρόφων ὑπάρχει στὸν πρόλογο τοῦ Β΄ μέρους τοῦ Τρίτου Βιβλίου – Μηνύματα Ἀγάπης. Ἐδῶ θὰ ἐπαναλάβουμε μόνο ὅτι δέκτης τῶν «Μηνυμάτων τῶν Συντρόφων» εἶναι πάντοτε ἡ Σ.Σ., ἕνας ἁπλὸς καὶ ἀξιαγάπητος ἄνθρωπος –ἕνα πλάσμα μὲ ἀσύλληπτες πνοὲς ἀγάπης– ποὺ περνᾶ τὸν βιοτικό της κύκλο κάπου στὴ Θεσσαλονίκη, ἀνάμεσα στὴν οἰκογένειά της καὶ στὴν ἐργασία της.

Ἡ ἐπαφὴ τῆς Σ.Σ. μὲ τοὺς Συντρόφους εἶναι τηλεπαθητική. Ἡ τηλεπάθεια εἶναι μιὰ πανάρχαια «μέθοδος» προσέγγισης τῆς Ἀλήθειας, μέσω τῆς διαδικασίας ἀποδοχῆς νέων ἔγκυρων πηγῶν καὶ τῆς σύγκρισης τῶν πηγῶν αὐτῶν μὲ τὶς προγενέστερες. Ἡ Σ.Σ. δέχεται τὰ μηνύματα ὅταν εἶναι σὲ κατάσταση χαλάρωσης καὶ πάντοτε σὲ ἐγρήγορση – χωρὶς ποτὲ νὰ διατελεῖ σὲ κατάσταση ὕπνωσης ἢ ἔκστασης. Τότε διανοίγεται πρὸς αὐτή, γιὰ λόγους ποὺ ἀγνοεῖ καὶ ἡ ἴδια, μιὰ σχισμὴ τοῦ ἀόρατου κόσμου καὶ δέχεται τὰ μηνύματα, τὰ ὁποῖα καταγράφονται πρῶτα στὸν ἐγκεφαλικό της νοῦ καί, στὴ συνέχεια, μεταφέρονται στὴν ἀνθρώπινη γλώσσα – φυσικά, πάντοτε μὲ τὴ δική της κατανόηση.

Τὰ μηνύματα αὐτὰ ἐπεξεργάζεται καὶ ἐπιμελεῖται ὁ ἐπιμελούμενος καὶ τὸν μικρὸ αὐτὸν πρόλογο [Ε. Παπαδογιάννης], τοῦ ὁποίου ὁ ρόλος εἶναι ἁπλῶς διαμεσολαβητικός, δηλαδὴ περιορίζεται στὴν ἐπιμέλεια τῶν κειμένων καί, γενικά, στὴ φροντίδα τῆς κυκλοφορίας τους.

Ὅπως ἀναφέρεται στοὺς προλόγους καὶ στὶς εἰσαγωγὲς τῶν προηγούμενων βιβλίων, ὁ Θεὸς πάντοτε προνοοῦσε καὶ πάντοτε θὰ προνοεῖ γιὰ τὰ πλάσματά Του καὶ πάντοτε ἡ ἀνθρωπότητα δεχόταν τὴ βοήθειά Του, ποὺ παρεχόταν μὲ ποικίλες μορφές, ἀνάλογα μὲ τὶς ἀνάγκες καὶ τὴ νοητικὴ δεκτικότητα τῶν ἀνθρώπων.

Ἕνα ἰδιαίτερο εἶδος βοήθειας ποὺ δέχτηκε ἡ ἀνθρωπότητα ἦρθε μέσω ἀνύποπτων ἁπλῶν ἀνθρώπων πού, γιὰ κάποιο λόγο τὸν ὁποῖο ἀγνοοῦσαν οἱ ἴδιοι, ἐπιλέχθηκαν ἀπὸ τὴ Θεία Βούληση ὡς δέκτες μηνυμάτων, κατὰ διάφορα χρονικὰ διαστήματα.361

Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν εἶναι μικρὸς σχετικά. Ἀναφερόμαστε, ἐνδεικτικά, στὶς περιπτώσεις τοῦ Σουηδοῦ Emanuel Swedenborg, τοῦ Γερμανοῦ Jakob Lorber, τῆς Ἀγγλίδας Alice Bailey, τοῦ Ἀμερικανοῦ Edgar Cayce καί, πιὸ πρόσφατα, τοῦ Ἀμερικανοῦ Ken Carey.

Ἂς μὴν ἐκπλαγεῖ ἢ σκανδαλιστεῖ κάποιος γιὰ τὸν πανάρχαιο αὐτὸν τρόπο ἐπικοινωνίας, γιατὶ εἶναι ἕνας τρόπος καταξιωμένος ἀπὸ τὸν χρόνο. Ὁλόκληρη ἡ Παλαιὰ Διαθήκη, ὅσον ἀφορᾶ τὶς ἐμπνεύσεις τῶν Προφητῶν ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλα σημεῖα, εἶναι γεμάτη ἀπὸ τέτοιες ἐπικοινωνίες. Ἀλλὰ καὶ στὰ μετὰ τὸν Χριστὸ χρόνια, ἡ ἐπικοινωνία ὑπῆρξε ἕνα σύνηθες φαινόμενο. Δὲν ἔχουμε παρὰ νὰ σκεφτοῦμε μόνο τὸ ὅραμα τοῦ ἀγαπητοῦ τοῦ Χριστοῦ Ἰωάννου καὶ τὴν Ἀποκάλυψη ποὺ ἔγραψε μὲ τὸν τρόπο αὐτόν.

Ἐγὼ Ἰωάννης, […] ἐγενόμην ἐν πνεύματι ἐν τῇ κυριακῇ ἡμέρᾳ, καὶ ἤκουσα φωνὴν ὀπίσω μου μεγάλην ὡς σάλπιγγος λεγούσης· ὃ βλέπεις γράψον εἰς βιβλίον […]. (Ἰωάννου, Ἀποκάλυψις 1:9-11)

Ἂς σκεφτοῦμε ἀκόμα ὅτι καὶ ὁλόκληρο τὸ Κοράνιο ὑπαγορεύθηκε στὸν Μωάμεθ, ἕναν ἁπλὸ κατὰ τὰ ἄλλα ἄνθρωπο, ἀπὸ μιὰ ἄυλη ὀντότητα, ἕναν Ἄγγελο τῆς Θείας Βούλησης.

Ἀνεξάρτητα ὅμως τῆς προέλευσης τῶν πηγῶν του, τὸ κάθε γραπτὸ κείμενο κρίνεται πάντοτε ἀπὸ τὸ περιεχόμενό του καὶ μόνο. Τὸ περιεχόμενο αὐτὸ καὶ μόνο χρησιμεύει ὡς ἀπόδειξη τῆς προέλευσής του.

Πρέπει νὰ σημειώσουμε ἀκόμα ὅτι ὅλες οἱ ἀπόπειρες νὰ ἐκφραστεῖ λεκτικὰ ἐκεῖνο ποὺ πρέπει ἀπὸ ἀόρατο νὰ γίνει αἰσθητὸ ὑπῆρξαν πάντοτε ἀνεπαρκεῖς καὶ ὅτι ὅλα ὅσα διοχετεύτηκαν σὲ ἐμᾶς ἀπὸ τὴ Θεία Βούληση δὲν εἶναι, τελικά, παρὰ ἀποσπάσματα τῆς μεγάλης συγκεκαλυμμένης Ἀλήθειας, ποὺ ἀποκαλύπτεται σταδιακά, ἀνάλογα μὲ τὴ νοητικὴ δεκτικότητα τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς κάθε ἐποχῆς. Φυσικά, ἡ Ἀλήθεια δὲν πρόκειται νὰ παραμείνει κρυφή. Ὁ Θεὸς δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ κρύψει τίποτε ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Γιὰ νὰ δεχτοῦμε ὅμως τὴν Ἀλήθεια, χρειαζόμαστε μεγάλη προετοιμασία καί, κυρίως, μεγάλη νοητικὴ ἀνάπτυξη.

 


361 Συστέλλομαι μέχρι πόνου προφέροντας τέτοια λόγια ποὺ μπορεῖ νὰ φανοῦν ὑπερβολικὰ ὑπερήφανα, καὶ ἑπομένως ἀποκρουστικά. Ἀλλὰ σὲ αὐτὸ ἔγκειται τὸ παράδοξο, ὅτι ἐγὼ ὁ ἴδιος ζῶ μιὰ διττὴ κατάσταση: τὴν ἀπεχθῆ μηδαμινότητά μου ἀφενός, καὶ τὴν ἐλεήμονα συγκατάβαση τοῦ Θεοῦ ἀφετέρου. […] Γνωρίζω τὸν ἑαυτό μου: Εἶμαι ὁ πιὸ κοινὸς ἄνθρωπος. […] Ἀλλὰ ἐκεῖνο ποὺ μοῦ δόθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ ἀπὸ δική Του πρωτοβουλία, εἶναι κάτι ἀνάλογο μ’ ἐκεῖνο ποὺ ἔλαβαν οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, οἱ καθοδηγητές μου. Βάσει αὐτῆς τῆς ἀναλογίας, αὐτὸ ποὺ μοῦ δόθηκε ἐκφράζεται μὲ τὰ ἴδια λόγια ποὺ βρίσκουμε στὶς Γραφὲς τῆς Καινῆς Διαθήκης καὶ στὰ ἔργα τῶν Πατέρων (Σωφρόνιος Σαχάρωφ, Ὀψόμεθα τὸν Θεὸν καθώς ἐστι, ὅ.π., «Τὸ ἄκτιστο Φῶς», σ. 276). [Σ.τ.Ε.]

ΚΕΦΑΛΑΙΑ